Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τροποποίησε τους Κανονισμούς Διεθνούς Εμπορίας Όπλων, ITAR, αφαιρώντας τη Συρία από τις χώρες για τις οποίες ίσχυε πολιτική γενικής απόρριψης αδειών εξαγωγής και άλλων εγκρίσεων. Οπότε από την 1η Οκτωβρίου 2026, αιτήματα για μεταφορά αμερικανικού αμυντικού υλικού, υπηρεσιών και συναφών τεχνικών δεδομένων μπορούν να εξετάζονται κατά περίπτωση. Η αλλαγή εντάσσεται στη σταδιακή προσέγγιση της Ουάσιγκτον με τη νέα κυβέρνηση του προέδρου Άχμαντ αλ Σάρα.
Η αφαίρεση από τον κατάλογο δεν συνιστά πώληση όπλων, έγκριση προγράμματος Foreign Military Sales ή υπογεγραμμένη σύμβαση. Επιτρέπει μόνο στις αμερικανικές αρχές να παραλαμβάνουν και να αξιολογούν μελλοντικές αιτήσεις, χωρίς να προδικάζει την έκβασή τους. Κάθε άδεια θα εξακολουθεί να υπόκειται σε έλεγχο τελικού χρήστη, πολιτικές και στρατηγικές παραμέτρους, κανόνες μη διάδοσης και όποιους άλλους περιορισμούς παραμένουν σε ισχύ.
Μετά την αφαίρεση της Συρίας, η γενική πολιτική απόρριψης διατηρείται για επτά χώρες: τη Λευκορωσία, την Κίνα, την Κούβα, το Ιράν, τη Μιανμάρ, τη Βόρεια Κορέα και τη Βενεζουέλα.
Η απόφαση ακολουθεί ευρύτερα βήματα χαλάρωσης των αμερικανικών κυρώσεων μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ, καθώς και την αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ανακοινώσει σχέδιο επαναλειτουργίας της πρεσβείας της στη Δαμασκό. Στο εσωτερικό της χώρας, η ενσωμάτωση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων στον κρατικό στρατό έχει ήδη μεταβάλει τη στρατιωτική ισορροπία και τις ανάγκες ανασυγκρότησης των ενόπλων δυνάμεων.