«Καλημέρα σας. Αυτή την εβδομάδα βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και στο Σαν Φρανσίσκο, σε δύο πολύ διαφορετικά σημεία της Αμερικής, αλλά με την ίδια αίσθηση: ότι ζούμε σε έναν κόσμο πιο αβέβαιο και πιο απαιτητικό από ποτέ. Με πολέμους που συνεχίζονται, γεωπολιτικές ισορροπίες που αλλάζουν, νέες πιέσεις στην ενέργεια και στη μετανάστευση, αλλά και τεχνολογικές εξελίξεις, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, που προχωρούν με μεγάλη ταχύτητα», αναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις πρώτες γραμμές της κυριακάτικης ανάρτησης του στο διαδίκτυο με την εβδομαδιαία ανασκόπηση του κυβερνητικού έργου.
«Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται μακρινά. Δεν είναι. Επηρεάζουν την ασφάλεια της χώρας, την οικονομία, το κόστος της ενέργειας, τις δουλειές, τις ευκαιρίες των νέων ανθρώπων. Γι’ αυτό και η Ελλάδα πρέπει να είναι παρούσα εκεί όπου γίνονται αυτές οι συζητήσεις. Με καθαρές θέσεις, με συμμαχίες και με σχέδιο. Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα της παρουσίας μας στον ΟΗΕ», συνεχίζει ο πρωθυπουργός.
Και προσθέτει: «Σε μια εποχή όπου οι κανόνες και οι διεθνείς συμφωνίες δοκιμάζονται, η Ελλάδα επιμένει στο Διεθνές Δίκαιο, στην πολυμέρεια και στον διάλογο. Ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, την Προεδρία του οποίου αναλαμβάνουμε τον Οκτώβριο, αλλά και ως χώρα που βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, θέλουμε να είμαστε γέφυρα και όχι μέρος του προβλήματος. Αυτό σημαίνει διάλογος με όλους, χωρίς όμως εκπτώσεις στις θέσεις μας που είναι σταθερές».
Ειδικότερα για τις σχέσεις μας με την Αγκυρα ο κ. Μητσοτάκης τονίζει: «Με την Τουρκία, είναι αναγκαίο να έχουμε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και διάλογο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας. ‘Αλλωστε, είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να ζούμε δίπλα ο ένας στον άλλο. Επανέλαβα κατά την ομιλία μου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ότι το μόνο θεσμικό πλαίσιο για την επίλυση της διαφοράς μας είναι το Διεθνές Δίκαιο. Ο ουσιαστικός διάλογος όμως δεν μπορεί να συνυπάρχει με μονομερείς ενέργειες που παραβιάζουν τη διεθνή νομιμότητα».
Ο πρωθυπουργός αναφέρεται επίσης στην οικονομία και στις επαφές που είχε στις ΗΠΑ:
«Στη Νέα Υόρκη είχα συνάντηση με περισσότερους από 30 θεσμικούς επενδυτές με έκθεση στην Ελλάδα και στις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, των οποίων τα συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια ξεπερνούν τα $ 4,5 τρισεκατομμύρια. Επανέλαβα ότι η συνετή δημοσιονομική πολιτική που αποτελεί τη βάση για την επίτευξη πλεονασμάτων και επιτρέπει την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, είναι προτεραιότητά μας. Η σημαντικότερη άμεση κυβερνητική προτεραιότητα σε μια συγκυρία μεγάλης διεθνούς αβεβαιότητας και αναταράξεων, όμως, είναι η αντιμετώπιση του κόστους ζωής, κυρίως μέσω του περιορισμού του κόστους ενέργειας με έμφαση στο πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά και μεσοπρόθεσμα με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, με περαιτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις και υψηλότερους μέσους ονομαστικούς μισθού».
Επισημαίνει και το ζήτημα της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης με κανόνες:
«Υπάρχει όμως και ένα άλλο θέμα που, κατά τη γνώμη μου, θα καθορίσει πολύ περισσότερο το μέλλον μας απ’ όσο έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει: η τεχνητή νοημοσύνη. Στο Σαν Φρανσίσκο συναντήσαμε ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της τεχνολογικής επανάστασης. Και εδώ υπάρχει ένα πολύ σημαντικό μάθημα από την ιστορία. Όταν εμφανίστηκε η πυρηνική ενέργεια, η ανθρωπότητα κατάλαβε ότι δεν αρκεί να γνωρίζει πώς λειτουργεί μια νέα τεχνολογία. Χρειάζονται κανόνες, θεσμοί, εποπτεία και διεθνής συνεργασία για να διαχειριστούμε τις τεράστιες δυνατότητες αλλά και τους κινδύνους της. Το ίδιο ερώτημα τίθεται τώρα για την τεχνητή νοημοσύνη, ίσως με ακόμη μεγαλύτερη επιτακτικότητα. Όταν ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί των πιο προηγμένων μοντέλων παραδέχονται ότι δεν κατανοούμε πλήρως τον τρόπο λειτουργίας και αυτοβελτίωσής τους, η ιδέα ότι η αυτορρύθμιση αρκεί δεν είναι πειστική.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ρύθμιση. Όχι για να σταματήσουμε την καινοτομία, αλλά για να την κάνουμε ασφαλή και χρήσιμη για τον άνθρωπο. Και χρειαζόμαστε κράτος που να καταλαβαίνει την τεχνολογία αρκετά καλά ώστε ούτε να φοβάται την αλλαγή ούτε να γίνεται όμηρος εκείνων που την αναπτύσσουν. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα: να αξιοποιήσει την ΑΙ στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στην υγεία και στην παραγωγικότητα, χωρίς να αφήσει την τεχνολογία να εξελιχθεί χωρίς όρια και χωρίς λογοδοσία. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Σαν Φρανσίσκο, το συμπέρασμα ήταν τελικά ένα: η ισχύς μιας χώρας σήμερα δεν μετριέται μόνο από το μέγεθός της. Μετριέται από την ικανότητά της να χτίζει συμμαχίες, να υπερασπίζεται τις θέσεις της με κανόνες και επιχειρήματα και να συμμετέχει έγκαιρα στις μεγάλες αλλαγές της εποχής. Η Ελλάδα θέλουμε να είναι ακριβώς αυτό: μια χώρα γεφυροποιός και όχι ταραχοποιός. Μια χώρα παρούσα, αξιόπιστη και χρήσιμη στη διαχείριση των μεγάλων προκλήσεων του αύριο».