Η αμερικανική Αεροπορία εξετάζει αν είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτή η επανεκκίνηση της παραγωγής του C-17 Globemaster III, στο πλαίσιο του σχεδιασμού για τις μελλοντικές αερομεταφορές της. Ο επικεφαλής της Air Mobility Command, αντιπτέραρχος Ντάνιελ Τάλεϊ, δήλωσε ότι η επιλογή θα αξιολογηθεί μαζί με άλλες λύσεις. Δεν έχει ληφθεί απόφαση παραγωγής ούτε έχει ανακοινωθεί παραγγελία.

Η διερεύνηση εντάσσεται στην επικείμενη ανάλυση εναλλακτικών για το πρόγραμμα Next–Generation Airlift — NGAL. Ο μέχρι σήμερα σχεδιασμός προβλέπει έναν νέο τύπο που θα αντικαταστήσει σταδιακά τόσο το C-17, όσο και το μεγαλύτερο C-5M Galaxy, με έναρξη της μετάβασης στα μέσα της δεκαετίας του 2040. Στο τραπέζι παραμένει και η παράταση της επιχειρησιακής ζωής των υφιστάμενων C-17.

Το C-17 βρίσκεται εκτός παραγωγής από το 2015. Στις 29 Νοεμβρίου εκείνου του έτους, το τελευταίο αεροσκάφος που παρέμενε στο εργοστάσιο της Boeing στο Long Beach αναχώρησε για το Σαν Αντόνιο, σηματοδοτώντας το οριστικό κλείσιμο της γραμμής. Προοριζόταν για το Κατάρ. Η Boeing συνέχισε έκτοτε τη συντήρηση, την υποστήριξη και τις αναβαθμίσεις του στόλου.  

Εθνικούς στόλους C-17 έχουν αποκτήσει οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ινδία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ. Επιπλέον, τρία αεροσκάφη επιχειρούν από την ΑΒ Papa της Ουγγαρίας στο πλαίσιο της πολυεθνικής Strategic Airlift Capability — SAC, εξυπηρετώντας 12 συμμετέχουσες χώρες. Πρόκειται για κοινό στόλο, με κατανομή ωρών πτήσης μεταξύ των μελών.  

Η Boeing είχε επιχειρήσει να ανοίξει και την εμπορική αγορά μέσω της πρότασης BC-17X, προηγουμένως γνωστής ως MD-17. Το αεροσκάφος προοριζόταν για ιδιαίτερα ογκώδη φορτία, όπως δορυφόρους, κατασκευαστικά μηχανήματα και εξοπλισμό παραγωγής ενέργειας, που δεν χωρούν στις θύρες των συμβατικών εμπορικών μεταγωγικών. Η δυνατότητα χρήσης αεροδρομίων περιορισμένων υποδομών θα επέτρεπε την παράδοσή τους πλησιέστερα στον τελικό προορισμό.  

Τον Δεκέμβριο του 2000, Boeing και USAF παρουσίασαν σχέδιο συνδυασμένης κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης. Ιδιωτικές εταιρείες θα αγόραζαν και θα εκμεταλλεύονταν τα BC-17X, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας θα εξασφάλιζε πρόσβαση στα αεροσκάφη σε περιόδους κρίσης. Οι πρόσθετες παραγγελίες θα βοηθούσαν παράλληλα στη διατήρηση της γραμμής παραγωγής και στη μείωση του κόστους ανά μονάδα. Πηγή: Boeing.

Το BC-17X δεν πέρασε τελικά σε εμπορική παραγωγή. Βασικό εμπόδιο ήταν η οικονομική βιωσιμότητα: σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του προγράμματος από την Air Mobility Command, μεταγωγικά όπως τα 747F και MD-11F προσέφεραν καταλληλότερο συνδυασμό εμβέλειας και φορτίου για τις συνήθεις εμπορευματικές μεταφορές. Το επιχειρηματικό σχέδιο του BC-17X στηριζόταν σε μια πιο εξειδικευμένη αγορά και σε εξασφαλισμένο κρατικό μεταφορικό έργο.

Το ενδιαφέρον για το αεροσκάφος εξηγείται από τον συνδυασμό μεταφορικής ικανότητας και ευελιξίας. Με μέγιστο ωφέλιμο φορτίο περίπου 77,5 τόνων, το C-17 μεταφέρει βαρύ στρατιωτικό εξοπλισμό και προσωπικό, εκτελεί ρίψεις και αεροδιακομιδές και μπορεί να χρησιμοποιεί σχετικά μικρούς διαδρόμους και αεροδρόμια περιορισμένων υποδομών. Έτσι, συνδυάζει στρατηγικές μεταφορές με δυνατότητα απευθείας παράδοσης φορτίου κοντά στην περιοχή επιχειρήσεων.  

Η βιομηχανική δυσκολία όμως επανέναρξης παραγωγής είναι σημαντική. Μια επιστροφή στην παραγωγή δέκα και περισσότερα χρόνια μετά τη διακοπή της , θα απαιτούσε επανεξέταση και διασφάλιση εγκαταστάσεων, εξοπλισμού, κυρίως όμως προμηθευτών και εξειδικευμένου προσωπικού.

Ήδη μια μελέτη της RAND του 2012 είχε υπολογίσει πρόσθετο κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων για σενάρια διακοπής και επανεκκίνησης της παραγωγής. Έδειχνε επίσης ότι η επιβάρυνση ανά αεροσκάφος μειωνόταν όσο αυξανόταν η παραγγελία. Οι υπολογισμοί εκείνοι βασίζονταν σε διαφορετικές συνθήκες και δεν αποτελούν σημερινή κοστολόγηση, αναδεικνύουν όμως τη σημασία του συνολικού αριθμού αεροσκαφών που θα αγοραστούν.  

Ο Τάλεϊ έθεσε και το ουσιαστικότερο ερώτημα: αν ένα νέο, αναβαθμισμένο C-17 θα ήταν η καλύτερη επένδυση έναντι μιας νέας σχεδίασης. Οι απαιτήσεις περιλαμβάνουν πλέον μεγαλύτερη διασύνδεση με άλλες δυνάμεις και αποτελεσματικότερη αυτοπροστασία.