Σύμφωνα με άρθρο του Arda Mevlutoglu στο τουρκικό μέσο Türkiye Today, η ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη ένα πρόγραμμα αγοράς αντιαεροπορικών πυραύλων. Ο συντάκτης τη θεωρεί πυρήνα μιας ευρύτερης στρατηγικής αρχιτεκτονικής, η οποία μπορεί να συνδέσει την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ σε ένα διαλειτουργικό σύστημα αεράμυνας, επιτήρησης και ανταλλαγής πληροφοριών. Πρόκειται σαφώς για τουρκική οπτική, όπου το πρόγραμμα αξιολογείται κυρίως με βάση τις πιθανές επιπτώσεις του στην ελευθερία κινήσεων και στη στρατηγική θέση της Τουρκίας.

Η συμφωνία ύψους 3,5 δισ. δολαρίων, που υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου, προβλέπει μια πολυεπίπεδη αμυντική δομή βασισμένη σε ισραηλινή τεχνολογία. Στα κύρια συστήματα περιλαμβάνονται το David’s Sling για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise και απειλών υψηλών επιδόσεων, το Barak MX για μεσαίες και μεγάλες αποστάσεις και το κινητό SPYDER για τη χαμηλότερη και μεσαία ζώνη άμυνας. Κεντρικό ρόλο θα έχουν τα ραντάρ ELM-2084 και η ενιαία υποδομή διοίκησης, η οποία θα συνδυάζει δεδομένα από διαφορετικούς αισθητήρες και θα επιλέγει τον καταλληλότερο αναχαιτιστή για κάθε απειλή.

Το άρθρο επισημαίνει ότι η σημερινή ελληνική αεράμυνα αποτελείται από αμερικανικά, ρωσικά και γαλλικά συστήματα διαφορετικών γενεών, τα οποία δεν επικοινωνούν πάντοτε αποτελεσματικά μεταξύ τους. Παρότι η Ελλάδα διαθέτει δίκτυο διοίκησης με επίκεντρο τη Λάρισα, έντεκα επίγεια ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης και τέσσερα αεροσκάφη EMB-145H με ραντάρ, ERIEYE, η τεχνολογική πολυδιάσπαση και η δυσκολία ενσωμάτωσης των ρωσικών συστημάτων στα δίκτυα του ΝΑΤΟ περιορίζουν τη συνοχή του υφιστάμενου μηχανισμού.

Κατά τον Mevlutoglu, οι αισθητήρες ενδέχεται να αποδειχθούν στρατηγικά σημαντικότεροι από τους ίδιους τους πυραύλους. Η ανάπτυξη συμβατών ισραηλινών ραντάρ και συστημάτων διοίκησης στην Ελλάδα και στην Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τόξο έγκαιρης προειδοποίησης από τη Θεσσαλονίκη, μέσω της Κύπρου, έως το Τελ Αβίβ. Η τεχνολογική συμβατότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λειτουργία ενιαίου δικτύου, καθώς απαιτούνται πολιτικές συμφωνίες, ασφαλείς επικοινωνίες και κανόνες ανταλλαγής διαβαθμισμένων πληροφοριών. Δημιουργεί, όμως, τις προϋποθέσεις για στενότερη συνεργασία και για λεπτομερέστερη παρακολούθηση αεροπορικών, ναυτικών και μη επανδρωμένων δραστηριοτήτων στις δυτικές και νότιες προσεγγίσεις της Τουρκίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην παράμετρο των F-35. Το Ισραήλ διαθέτει ήδη μεγάλη επιχειρησιακή εμπειρία με το αεροσκάφος, ενώ η Ελλάδα προετοιμάζεται να το εντάξει σε μια αεροπορία που εκσυγχρονίζεται με Rafale και F-16V. Η χρήση κοινής πλατφόρμας πέμπτης γενιάς μπορεί να διευρύνει την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία στον σχεδιασμό αποστολών, στη σύντηξη δεδομένων αισθητήρων, στον ηλεκτρονικό πόλεμο, στην προετοιμασία πληροφοριών, στην ανάπτυξη τακτικών και στις δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις. Η ισραηλινή επιχειρησιακή τεχνογνωσία προσδίδει, κατά το άρθρο, πρόσθετη σημασία σε αυτήν τη συνεργασία.

Παράλληλα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», όπως περιγράφεται, θα μπορούσε να απαλλάξει ελληνικά μαχητικά από μέρος των αμυντικών αποστολών. Έτσι, Rafale, F-16V και μελλοντικά F-35 θα ήταν δυνατόν να επικεντρωθούν περισσότερο σε αποστολές επιθετικής αεροπορικής υπεροχής, ναυτικής κρούσης και προβολής ισχύος. Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν θα ήταν μόνο ισχυρότερη ελληνική αεράμυνα, αλλά μια περισσότερο ευέλικτη συνολική δομή αεροπορικής ισχύος.

Το άρθρο αναγνωρίζει πάντως τους γνωστούς τεχνικούς και επιχειρησιακούς περιορισμούς: τα πεπερασμένα αποθέματα πυραύλων, τα γεωγραφικά κενά των ραντάρ, το υψηλό κόστος αναχαίτισης και τον κίνδυνο κορεσμού από μεγάλους αριθμούς φθηνότερων drones και πυραύλων. Παρ’ όλα αυτά, καταλήγει ότι η συζήτηση στην Άγκυρα διευρύνεται πλέον πέρα από τις εμβέλειες των Barak, SPYDER και David’s Sling. Το κρίσιμο ερώτημα για την Τουρκία είναι πώς αυτά τα όπλα, οι αισθητήρες, οι υποδομές Ελλάδας και Κύπρου, η ισραηλινή τεχνογνωσία και δύο συνεργαζόμενες “ομάδες” F-35 μπορούν σταδιακά να συγκροτήσουν ένα ενιαίο στρατηγικό οικοσύστημα από το Αιγαίο έως το Ισραήλ, δηλαδή ως μια λογική περικύκλωσης της Άγκυρας από 3 συνεργαζόμενα “εχθρικά κράτη”.