Το MIM-23 Improved HAWK είναι αμερικανικό αντιαεροπορικό σύστημα μέσου βεληνεκούς, σχεδιασμένο για την προσβολή αεροσκαφών και ελικοπτέρων σε χαμηλά και μέσα ύψη, ημέρα και νύχτα. Η ονομασία HAWK αποδίδεται στη φράση Homing All the Way Killer. Στην Ελλάδα υπηρετεί με το Αντιαεροπορικό Πυροβολικό του Στρατού Ξηράς από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, έχοντας περάσει από διαδοχικές αναβαθμίσεις και αποκτήσει σύνδεση με το δίκτυο Patriot της Πολεμικής Αεροπορίας.

Το κύριο επιχειρησιακό επίτευγμα είναι η εξέλιξη του HAWK από αναλογικό όπλο της εποχής του Ψυχρού Πολέμου σε δικτυωμένο σύστημα Phase III. Η ελληνική πλευρά επένδυσε παράλληλα σε εκπαίδευση, συντήρηση και εγχώρια τεχνική υποστήριξη. Η πορεία αυτή εξηγεί την παρουσία του σε βολές ακόμη και το 2025, μαζί με την ανάγκη οργανωμένης διαδοχής του.

Βλήμα HAWK του Ελληνικού Στρατού σε τριπλό εκτοξευτή
Στελέχη της 181 ΜΚ/Β κατά την επιχειρησιακή αξιολόγηση του 2017 δίπλα σε βλήματα HAWK και τον τριπλό εκτοξευτή. Φωτογραφία Γενικό Επιτελείο Στρατού

Από το Basic HAWK στο Phase III

Ο αμερικανικός Στρατός άρχισε την ανάπτυξη του HAWK τη δεκαετία του 1950 και ενέταξε την αρχική έκδοση σε υπηρεσία το 1960. Το Improved HAWK τυποποιήθηκε το 1971 και η πρώτη μονάδα απέκτησε αρχική επιχειρησιακή ικανότητα τον Οκτώβριο του 1972. Η βελτιωμένη διαμόρφωση έφερε ηλεκτρονικά στερεάς κατάστασης, ψηφιακή επεξεργασία, νέο κινητήρα, μεγαλύτερη πολεμική κεφαλή και βελτιωμένη καθοδήγηση για το βλήμα MIM-23B.

Το HAWK λειτουργεί ως σύνολο αισθητήρων, κέντρων ελέγχου και εκτοξευτών. Το παλμικό ραντάρ έρευνας εντοπίζει στόχους σε μέσα και μεγάλα ύψη, ενώ το ραντάρ συνεχούς κύματος CWAR αναζητεί χαμηλά ιπτάμενες απειλές μέσα στις ανακλάσεις του εδάφους. Το ραντάρ φωτισμού υψηλής ισχύος HPI αναλαμβάνει τον εγκλωβισμό και τον φωτισμό του στόχου. Το Κέντρο Κατανομής Πυρός επεξεργάζεται τα ίχνη, ιεραρχεί τις απειλές και κατευθύνει την εμπλοκή.

Ραντάρ AN/MPQ-50 του συστήματος Improved HAWK
Ραντάρ παλμικής έρευνας AN/MPQ-50 κατά την προετοιμασία βολής Improved HAWK στο Fort Bliss. Φωτογραφία U.S. Army Reserve Sgt. Christopher A. Hernandez

Το βλήμα χρησιμοποιεί ημιενεργή καθοδήγηση ραντάρ. Το AN/MPQ-61 HPI παρακολουθεί και καταυγάζει συνεχώς τον στόχο από την εκτόξευση έως την αναχαίτιση, ενώ ο ερευνητής του MIM-23 κατευθύνεται στην ανακλώμενη ενέργεια και στο σήμα αναφοράς του επίγειου ραντάρ. Η απαίτηση συνεχούς καταύγασης συνδέει τον αριθμό των ταυτόχρονων εμπλοκών με τα διαθέσιμα ραντάρ φωτισμού και κρατά ενεργή την εκπομπή τους σε όλη την τελική φάση.

Πολλά σύγχρονα βλήματα πετούν αρχικά με αδρανειακή καθοδήγηση και ενδιάμεσες ενημερώσεις, έπειτα ενεργοποιούν δικό τους ενεργό ερευνητή. Έτσι μειώνεται η εξάρτηση από ξεχωριστό φωτιστή και διευρύνεται συνήθως το διαθέσιμο κανάλι εμπλοκής. Το HAWK Phase III αντισταθμίζει μέρος της παλαιότερης αρχιτεκτονικής με ενισχυμένα ηλεκτρονικά αντίμετρα, ψηφιακή επεξεργασία Doppler στο CWAR AN/MPQ-62, απόρριψη ανακλάσεων εδάφους και παρεμβολών, καθώς και ηλεκτροοπτική υποβοήθηση. Το αποτέλεσμα είναι ουσιαστική αντοχή σε ECM με σαφή επιχειρησιακά όρια, καθώς ισχυρές προσαρμοσμένες παρεμβολές μπορούν να υποβαθμίσουν την αποκάλυψη ή την καταύγαση.

Ραντάρ φωτισμού υψηλής ισχύος HPIR του συστήματος HAWK
Πλήρωμα του Σώματος Πεζοναυτών των ΗΠΑ χειρίζεται ραντάρ φωτισμού και παρακολούθησης υψηλής ισχύος του HAWK κατά την άσκηση Kernal Blitz το 1983. Φωτογραφία U.S. DoD Staff Sgt. Strausbaugh

Το Phase III, που μπήκε σε αμερικανική υπηρεσία το 1989, ψηφιοποίησε το σύστημα και επέτρεψε ταυτόχρονες εμπλοκές στόχων χαμηλού ύψους μέσω της λειτουργίας LASHE. Μια πλήρης πυροβολαρχία διαθέτει έξι τριπλούς εκτοξευτές, δηλαδή 18 βλήματα έτοιμα προς βολή. Για τα ελληνικά HAWK, το ΓΕΣ δημοσιεύει βεληνεκές 42 χιλιομέτρων, χρόνο απόκρισης 10 έως 16 δευτερολέπτων και ρυθμό βολής ενός πυραύλου ανά πέντε δευτερόλεπτα.

Η ελληνική διαδρομή

Η απόφαση για την απόκτηση κατευθυνόμενων αντιαεροπορικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς ελήφθη το 1960. Τον Αύγουστο του 1963 οι πρώτοι επτά Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί άρχισαν εκπαίδευση στο Fort Bliss του Τέξας. Η 180 Μοίρα Κατευθυνόμενων Βλημάτων HAWK συγκροτήθηκε την 1η Μαρτίου 1964, αξιολογήθηκε στις ΗΠΑ και παρέλαβε το υλικό της στην Ελλάδα το 1965. Από το 1966 αναπτύχθηκε επιχειρησιακά σε Αττική και Εύβοια.

Όχημα M501 φορτώνει βλήματα HAWK σε τριπλό εκτοξευτή
Ερπυστριοφόρο όχημα φόρτωσης M501 τοποθετεί βλήματα HAWK στον τριπλό εκτοξευτή. Φωτογραφία U.S. Department of the Army

Η 181 ΜΚ/Β συγκροτήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μεταστάθμευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1976 τα ελληνικά συστήματα πέρασαν από το Basic στο Improved HAWK, το 1982 ακολούθησε το Phase II PIP και το 1990 το Phase II RAM, με έμφαση στην αξιοπιστία, τη διαθεσιμότητα και τη συντηρησιμότητα. Η αναβάθμιση Phase III άρχισε τον Ιούνιο του 2002 και ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2006 με ανακατασκευή υλικών, ψηφιακούς επεξεργαστές και νέο Κέντρο Κατανομής Πυρός.

Η δημόσια καταγραφή 42 τριπλών εκτοξευτών αντιστοιχεί οργανικά σε επτά πυροβολαρχίες στις 180 και 181 ΜΚ/Β. Η 180 καλύπτει εγκαταστάσεις και περιοχές της Αττικής και της Βοιωτίας. Η 181 εδρεύει στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Οι ονομαστικοί αριθμοί περιγράφουν τη δομή δυνάμεων. Η πραγματική διαθεσιμότητα υλικών και βλημάτων αποτελεί χωριστό επιχειρησιακό μέγεθος.

Πλήρωμα της 181 ΜΚ/Β σε τριπλό εκτοξευτή HAWK
Πλήρωμα της 181 ΜΚ/Β προετοιμάζει τριπλό εκτοξευτή HAWK σε έλεγχο επιχειρησιακής ετοιμότητας τον Απρίλιο του 2017. Φωτογραφία Γενικό Επιτελείο Στρατού

Κεντρικό γνώρισμα της ελληνικής διαμόρφωσης είναι η συνεργασία με τους Patriot. Η επικοινωνία HAWK και Patriot υλοποιείται μέσω της τακτικής ζεύξης δεδομένων ATDL-1 και του Κέντρου Συντονισμού Πληροφοριών των Patriot, επιτρέποντας κοινή αεροπορική εικόνα και κατανομή στόχων. Η διασύνδεση των δύο συστημάτων έχει μεγαλύτερη αξία από μια απλή σύγκριση βεληνεκών, καθώς εντάσσει αισθητήρες και όπλα διαφορετικών κλάδων σε κοινή αμυντική διάταξη.

Η εκπαίδευση διατήρησε αυτή τη σύνθετη υποδομή ενεργή. Οι ελληνικές Μοίρες αξιοποιούν εξομοιωτές, εκτελούν αξιολογήσεις στο Πεδίο Βολής Κρήτης και συνεργάζονται με αεροσκάφη και ελικόπτερα σε ασκήσεις. Οι βολές I-HAWK κατά την άσκηση «Δικέφαλος Αετός 2025» πρόσφεραν την πιο πρόσφατη δημόσια επιβεβαίωση επιχειρησιακής χρήσης, μέσα σε διακλαδικό σενάριο και υπό τον συντονισμό της Διοίκησης Ενοποιημένης Αεράμυνας. Η δραστηριότητα του Νοεμβρίου 2025 περιλάμβανε τακτικές βολές κατά τηλεκατευθυνόμενου στόχου.

Βλήμα HAWK του Ελληνικού Στρατού ανέρχεται πάνω από το Πεδίο Βολής Κρήτης
Ευρεία άποψη βολής HAWK του Ελληνικού Στρατού στο Πεδίο Βολής Κρήτης με το βλήμα να ανέρχεται πάνω από την παράκτια περιοχή του NAMFI. Φωτογραφία Γενικό Επιτελείο Στρατού

Σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί και η υποστήριξη. Η συντήρηση, η επισκευή και η επαναπιστοποίηση υλικών στην Ελλάδα περιόρισαν την εξάρτηση από το εξωτερικό και διατήρησαν τεχνογνωσία για ένα σύστημα που ο αμερικανικός Στρατός απέσυρε το 1994. Η ελληνική Sielman στον Βόλο συμμετέχει πλέον σε αμερικανικά προγράμματα επισκευής και υποστήριξης HAWK για τρίτους χρήστες, στοιχείο που συνδέει την ελληνική εμπειρία με τη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα.

Επιχειρησιακή αξία και επόμενη ημέρα

Το Phase III παραμένει χρήσιμο απέναντι σε αεροσκάφη, ελικόπτερα, ορισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους cruise, όταν οι αισθητήρες εξασφαλίζουν έγκαιρη αποκάλυψη. Η ουκρανική εμπειρία έδειξε ότι ένα παλαιό σύστημα μπορεί να προσθέσει βάθος σε πολυστρωματική αεράμυνα, ιδιαίτερα απέναντι σε χαμηλά ιπτάμενες απειλές που βρίσκονται μέσα στον φάκελο εμπλοκής του. Η αξιοποίηση των HAWK στην Ουκρανία υπογράμμισε επίσης τη σημασία των αποθεμάτων, των ανταλλακτικών και των εγκαταστάσεων επισκευής.

Ραντάρ έρευνας συνεχούς κύματος CWAR του συστήματος HAWK
Ραντάρ έρευνας συνεχούς κύματος CWAR του HAWK σε ανάπτυξη κατά την άσκηση Brim Frost 1983. Φωτογραφία U.S. DoD Staff Sgt. Michael E. Lada

Η ηλικία της σχεδίασης επιβάλλει σαφή όρια. Μια πυροβολαρχία απαιτεί πολλά ρυμουλκούμενα στοιχεία, γεννήτριες, οχήματα φόρτωσης, προσωπικό και χρόνο αλλαγής θέσης. Η συνεχής καταύγαση αυξάνει το ηλεκτρομαγνητικό ίχνος, ενώ τα ενεργά ραντάρ αποτελούν στόχους για όπλα καταστολής αεράμυνας. Η αναχαίτιση φθηνών drones με βλήματα μέσου βεληνεκούς επιβαρύνει την οικονομία πυρός. Παράλληλα, η ηλικία των πυραύλων και των ηλεκτρονικών αυξάνει το βάρος επιθεωρήσεων και υποστήριξης.

Αυτοί οι παράγοντες συναντούν το ευρύτερο ζήτημα της πολυτυπίας στην ελληνική αντιαεροπορική άμυναΟ διάδοχος του HAWK χρειάζεται μικρότερο ίχνος, ταχύτερη ανάπτυξη, ενεργή καθοδήγηση βλημάτων, μεγαλύτερη ικανότητα ταυτόχρονων εμπλοκών και πλήρη ένταξη στο εθνικό δίκτυο διοίκησης. Εξίσου κρίσιμα είναι το απόθεμα πυραύλων, η εγχώρια υποστήριξη και το κόστος κάθε αναχαίτισης.

Τριπλός εκτοξευτής M-192 του συστήματος HAWK
Τριπλός εκτοξευτής M-192 του HAWK μετά την ανακατασκευή του στο Letterkenny Army Depot. Φωτογραφία Samuel Wallace U.S. DoD και National Archives

Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ τον Ιούλιο του 2026 για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ανοίγει αυτή τη μετάβαση προς ενιαίο αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και αντι-drone θόλο. Δημοσιευμένες πληροφορίες τοποθετούν το Barak MX στον ρόλο του μελλοντικού αντικαταστάτη των Improved HAWK. Το επίσημο κείμενο της έγκρισης περιορίζεται στη συνολική αρχιτεκτονική και στις απαιτήσεις διαλειτουργικότητας.

Η αξία των ελληνικών HAWK μετριέται πλέον και από όσα μπορούν να μεταφερθούν στον διάδοχο. Τα εκπαιδευμένα πληρώματα, η εμπειρία κοινής δράσης με Patriot, η πειθαρχία ετοιμότητας και η εγχώρια τεχνική βάση αποτελούν κεφάλαιο μεγαλύτερης διάρκειας από τον ίδιο τον πύραυλο. Η ομαλή αντικατάσταση οφείλει να διατηρήσει αυτό το κεφάλαιο, να εξασφαλίσει επαρκείς φόρτους βλημάτων και να παραδώσει στον Ελληνικό Στρατό ένα σύστημα προσαρμοσμένο στον πόλεμο αισθητήρων, δικτύων και επιθέσεων κορεσμού.

Ελληνικός εκτοξευτής HAWK τη στιγμή της βολής στο Πεδίο Βολής Κρήτης
Εκτόξευση HAWK από τριπλό εκτοξευτή στο Πεδίο Βολής Κρήτης κατά τις βολές του Νοεμβρίου 2020. Φωτογραφία ΓΕΕΘΑ