Όταν τα αντιτορπιλικά FRAM ύψωσαν την ελληνική σημαία, είχαν ήδη ξεπεράσει τον αρχικό ρόλο πλοίων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχαν ήδη υποστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ριζική ανακατασκευή, με ανανεωμένα σόναρ, τορπιλοσωλήνες και Κέντρο Πληροφοριών Μάχης· ειδικά τα Gearing FRAM I έφεραν επιπλέον ASROC και εγκαταστάσεις για το μη επανδρωμένο ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο DASH. Παρέμεναν, ωστόσο, γάστρες σχεδιασμένες στα μέσα της δεκαετίας του 1940, με ατμοστρόβιλους, μεγάλο πλήρωμα και ηλεκτρονικά μιας εποχής κατά την οποία η ναυτική μάχη διεξαγόταν ακόμη κυρίως μέσα στον ορίζοντα των αισθητήρων του ίδιου του πλοίου.
Η ελληνική συμβολή άρχισε ακριβώς από αυτή την αντίφαση. Η ηλικία της γάστρας και η βασική σχεδίαση του Gearing παρέμεναν δεδομένες. Το Πολεμικό Ναυτικό μπορούσε να αξιοποιήσει τον διαθέσιμο χώρο, να προσθέσει όπλα με πραγματική αξία στο Αιγαίο και να διατηρήσει έναν σημαντικό αριθμό μονάδων ώσπου να ανανεωθεί ο Στόλος. Το OTO Melara 76/62 και ο RGM-84 Harpoon άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να υπολογίζει ένας αντίπαλος τα FRAM, διατηρώντας παράλληλα σαφή τα όρια της παλαιότερης γάστρας.Προηγούμενα μέρη της σειράς
- Μέρος 1ο – Η γέννηση ενός θρύλου
Από τις κλάσεις Allen M. Sumner και Gearing έως το πρόγραμμα Fleet Rehabilitation and Modernization. - Μέρος 2ο – Το ανθυποβρυχιακό σύστημα μάχης και η ζωή στο πλοίο
SQS-23, Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, ASROC, DASH και Mk 32 ως ενιαία αλυσίδα εντοπισμού και προσβολής. - Μέρος 3ο – Τα πρώτα τέσσερα με ελληνική σημαία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ στις πρώτες ελληνικές παραλαβές. - Μέρος 4ο – Η δύναμη των οκτώ ολοκληρώνεται
ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΤΟΜΠΑΖΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ και ΚΡΙΕΖΗΣ ολοκληρώνουν τη δύναμη των οκτώ.
Μετασκευή επάνω σε μια ήδη βαθιά μετασκευή
Για να γίνει κατανοητή η ελληνική διαμόρφωση, πρέπει να θυμηθούμε τι είχε αλλάξει το αμερικανικό πρόγραμμα FRAM I. Στα Gearing του FRAM I αφαιρέθηκε ο πρυμναίος δίδυμος πύργος των 5 ιντσών και στη θέση του δημιουργήθηκαν κατάστρωμα πτήσης και μικρό υπόστεγο για το QH-50 DASH. Ανάμεσα στις καπνοδόχους εγκαταστάθηκε ο οκταπλός εκτοξευτής ASROC, ενώ το AN/SQS-23 και οι τριπλοί τορπιλοσωλήνες Mk 32 έδωσαν στο πλοίο έναν νέο, σαφώς ανθυποβρυχιακό προσανατολισμό. Η υπερκατασκευή ανασχεδιάστηκε και σε σημαντικό βαθμό κατασκευάστηκε από αλουμίνιο, ώστε το πρόσθετο βάρος ψηλά να παραμείνει ελεγχόμενο.
Το DASH είχε αποσυρθεί από το αμερικανικό Ναυτικό πριν από την ελληνική υπηρεσία. Η υποδομή του άφησε έναν πολύτιμο χώρο στην πρύμνη. Εκεί υπήρχαν κατάστρωμα, κλειστός όγκος και ήδη διαμορφωμένη ζώνη επιχειρησιακής χρήσης, χωρίς να χρειάζεται να θυσιαστούν οι δύο πρωραίοι δίδυμοι πύργοι των 127 mm ή ο ASROC. Οι επόμενες προσθήκες παρέμεναν απαιτητικές. Κάθε νέο όπλο χρειαζόταν βάσεις, ενισχύσεις, ηλεκτρική ισχύ, καλωδιώσεις, γραμμές επικοινωνίας με το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης και ασφαλή πρόβλεψη για τα πυρομαχικά του.

Το κυριότερο μηχανολογικό όριο ήταν η ευστάθεια. Σε ένα πολεμικό πλοίο η ελεύθερη επιφάνεια καταστρώματος αποτελεί μόνο την αρχή. το βάρος, το ύψος στο οποίο τοποθετείται και η επίδρασή του στη ροπή επαναφοράς πρέπει να εξετάζονται μαζί. Οι κεραίες και οι κατευθυντήρες επιβαρύνουν ακριβώς το πιο δυσμενές σημείο, ψηλά στους ιστούς και στις υπερκατασκευές. Οι ελληνικές εργασίες, επομένως, ήταν άσκηση συμβιβασμού. Έπρεπε να προστεθεί ισχύς πυρός χωρίς να διαταραχθούν η ασφάλεια, τα τόξα βολής, η λειτουργία των καπνοδόχων και η πρόσβαση του πληρώματος.
OTO Melara 76/62, διαφορετικό εργαλείο από τα 127 mm
Τα παλαιά αμερικανικά πυροβόλα των 5 ιντσών παρέμεναν χρήσιμα παρά την επιλογή του OTO Melara 76/62 Compact. Οι τέσσερις κάννες των 127 mm μπορούσαν να προσφέρουν βαρύ πυρ εναντίον πλοίων και στόχων στην ξηρά, διατηρώντας μια δυνατότητα σπάνια σε πολλές νεότερες φρεγάτες. Είχαν, όμως, πύργους και σύστημα διεύθυνσης πυρός με μεγάλες απαιτήσεις σε προσωπικό και συντήρηση. Το ιταλικό 76άρι ήταν πλήρως αυτόματο, ελαφρύτερο ως εγκατάσταση και πολύ ταχύτερο στην αντίδραση απέναντι σε μικρά σκάφη, αιφνίδιους στόχους επιφανείας ή σε μια προειδοποιητική βολή.
Στα πλοία που μετασκευάστηκαν, το OTO τοποθετήθηκε στην πρυμναία ζώνη που είχε διαμορφωθεί για το DASH και συνεργαζόταν με δικό του ιταλικό σύστημα ελέγχου πυρός Selenia. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο παράλληλες αλυσίδες πυροβολικού. Το αμερικανικό Mk 37 εξακολουθούσε να εξυπηρετεί τα δίδυμα πυροβόλα των 127 mm, ενώ ο ιταλικός κατευθυντήρας υποστήριζε το 76/62. Η διαφορά από ένα σημερινό σύστημα μάχης ήταν ουσιώδης. Οι αισθητήρες και τα όπλα λειτουργούσαν σε χωριστές αλυσίδες, με την ανάθεση στόχων να βασίζεται στις διαδικασίες του Κέντρου Πληροφοριών Μάχης. Η συνεργασία τους εξαρτιόταν περισσότερο από τις διαδικασίες του Κέντρου Πληροφοριών Μάχης, τις φωνητικές αναφορές και την εκπαίδευση των χειριστών.
Το 76άρι βελτίωσε και την κατανομή των αποστολών. Το 76άρι μπορούσε να αναλαμβάνει μικρούς ή αργούς στόχους και περιστατικά χαμηλότερης έντασης, περιορίζοντας την καταπόνηση του κύριου πυροβολικού. Από την άλλη πλευρά, το OTO Melara της εποχής ανήκε σε διαφορετική κατηγορία από ένα σύγχρονο CIWS. Μπορούσε, με κατάλληλη διεύθυνση πυρός, να εμπλέξει εναέριους στόχους, αλλά η αναχαίτιση ενός χαμηλά ιπτάμενου αντιπλοϊκού πυραύλου απαιτούσε έγκαιρη ανίχνευση, ταχύτατη ταξινόμηση και χρόνο αντίδρασης πέρα από τις σταθερές δυνατότητες των παλαιών ηλεκτρονικών.

Harpoon και ισχύς πυρός πέρα από τον ορίζοντα
Η εγκατάσταση του RGM-84 Harpoon ήταν η αλλαγή με τη μεγαλύτερη τακτική σημασία. Ο επίσημος χαρακτηρισμός του αμερικανικού Ναυτικού ως βλήματος παντός καιρού, ενεργού καθοδήγησης και προσβολής πέρα από τον ορίζοντα αποδίδει το ποιοτικό άλμα. Ένα FRAM χωρίς Harpoon έπρεπε να πλησιάσει τον αντίπαλο αρκετά ώστε να χρησιμοποιήσει το πυροβολικό του. Με τέσσερα κάνιστρα Mk 141, μια επιλεγμένη ελληνική μονάδα μπορούσε να συμμετάσχει σε συνδυασμένη πυραυλική επίθεση μαζί με φρεγάτες ή πυραυλακάτους, παραμένοντας σε απόσταση πολύ μεγαλύτερη από τη βολή των πυροβόλων.
Ο Harpoon πετούσε χαμηλά, χρησιμοποιούσε αδρανειακή καθοδήγηση στην πορεία και ενεργοποιούσε τον δικό του ερευνητή ραντάρ στην τελική φάση. Αυτό έδινε στο πλοίο φορέα σημαντική απόσταση ασφαλείας, ενώ η ακριβής θέση του στόχου εξακολουθούσε να εξαρτάται από την εξωτερική εικόνα. Η καμπυλότητα της Γης περιορίζει ένα ραντάρ επιφανείας όπως το SPS-10 στον ραδιοορίζοντα. Για βολή σε μεγαλύτερη απόσταση χρειαζόταν αξιόπιστη εξωτερική πληροφορία από άλλη μονάδα, αεροσκάφος ή την ανώτερη διοίκηση, καθώς και εκτίμηση για το πού θα βρισκόταν ο στόχος όταν το βλήμα έφθανε στην περιοχή αναζήτησης.
Εδώ βρισκόταν και ο ρόλος του AN/SWG-1A, της κονσόλας που απαντά στην ελληνική χρήση ως «Χαρπουνιέρα». Το σύστημα εκτελούσε τους ελέγχους πριν από τη βολή και φόρτωνε στο βλήμα τις εγκεκριμένες παραμέτρους αποστολής, όπως τη διεύθυνση εκτόξευσης, το προφίλ πτήσης και την περιοχή στην οποία θα άρχιζε η αναζήτηση του στόχου, ανάλογα με την έκδοση του όπλου. Η «Χαρπουνιέρα» λειτουργούσε ως κονσόλα προγραμματισμού βολής και στηριζόταν στην τακτική εικόνα άλλων αισθητήρων. Μετέτρεπε την απόφαση του Κέντρου Πληροφοριών Μάχης σε δεδομένα εκτόξευσης.
Η δύσκολη στοχοποίηση στο Αιγαίο
Στο Αιγαίο η διαδικασία ήταν απαιτητικότερη από όσο υπονοεί η απλή φράση «βολή πέρα από τον ορίζοντα». Νησιά και ακτές περιόριζαν την ορατότητα των ραντάρ, ενώ εμπορικά πλοία, αλιευτικά και φίλιες μονάδες μπορούσαν να βρίσκονται κοντά στην προβλεπόμενη θέση του στόχου. Ο ενεργός ερευνητής του Harpoon εντόπιζε ανακλάσεις ραντάρ, ενώ η ταυτοποίηση του στόχου και η εφαρμογή των κανόνων εμπλοκής παρέμεναν ευθύνη του πλοίου και της διοίκησης. Η ποιότητα της λύσης βολής εξαρτιόταν από την ταυτότητα του ίχνους, την ακρίβεια και την ηλικία των στοιχείων, την πορεία και την ταχύτητα του στόχου, αλλά και από τον σωστό καθορισμό της περιοχής αναζήτησης.
Σε ένα σύγχρονο πλοίο αυτές οι πληροφορίες συντίθενται από το σύστημα διαχείρισης μάχης και διακινούνται με ψηφιακές ζεύξεις. Στο FRAM μεγάλο μέρος της εικόνας σχηματιζόταν σε αναλογικές κονσόλες και τραπέζια υποτύπωσης, με χειροκίνητους συσχετισμούς και φωνητικές εντολές. Ο Harpoon διατηρούσε την αξία του, με μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητας να εξαρτάται από τους ανθρώπους. Τα πληρώματα έπρεπε να κρατούν συνεχή και καθαρή εικόνα, να αναγνωρίζουν τις αβεβαιότητες των στοιχείων και να αποφεύγουν την ψευδαίσθηση ότι η μεγάλη εμβέλεια του όπλου ισοδυναμούσε αυτομάτως με μεγάλη εμβέλεια αισθητήρων.

Αισθητήρες και ηλεκτρονικός πόλεμος με χρήσιμες προσθήκες και σαφή όρια
Στα Gearing FRAM I που εξετάζονται εδώ, τα SPS-10 και SPS-40 παρέμειναν ο βασικός κορμός επιτήρησης επιφανείας και αέρος, πλαισιωμένος από τα συστήματα διεύθυνσης πυρός και τις κεραίες επικοινωνιών. Σε φωτογραφίες ελληνικών πλοίων διακρίνονται επίσης αλλαγές σε κεραίες και μέσα ηλεκτρονικών αντιμέτρων, μεταξύ των οποίων αναφέρεται το AN/ULQ-6. Η προσθήκη τέτοιου εξοπλισμού βελτίωνε την προειδοποίηση και έδινε επιλογές παρεμβολής απέναντι σε ορισμένες απειλές. Η συνολική αυτοπροστασία παρέμενε κατώτερη από εκείνη ενός νεότερου πλοίου με σύγχρονο δέκτη ηλεκτρονικής υποστήριξης, εκτοξευτές αναλωσίμων, CIWS και ολοκληρωμένο σύστημα μάχης.

Η αντιαεροπορική άμυνα παρέμεινε η σοβαρότερη αδυναμία. Τα ελληνικά FRAM παρέμειναν χωρίς κατευθυνόμενους αντιαεροπορικούς πυραύλους και Phalanx. Τα πυροβόλα τους μπορούσαν να συνεισφέρουν υπό κατάλληλες συνθήκες και κάλυπταν μόνο μέρος του κενού απέναντι σε σύγχρονα αεροσκάφη και αντιπλοϊκά βλήματα. Συνεπώς, η επιβίωσή τους βασιζόταν στον σχηματισμό, με στην έγκαιρη προειδοποίηση από άλλες μονάδες, στην αεροπορική κάλυψη, στα ηλεκτρονικά αντίμετρα και στη σωστή τακτική θέση. Αυτό είναι απαραίτητο για μια νηφάλια αποτίμηση. Ο Harpoon αύξησε πολύ την επιθετική τους ισχύ, χωρίς να θεραπεύσει αντίστοιχα την αμυντική τους ευπάθεια.
Αλουμίνιο, καλωδιώσεις και η αθέατη εργασία της συντήρησης
Οι φωτογραφίες προβάλλουν τα νέα όπλα και αφήνουν αθέατο το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας που τα κρατούσε διαθέσιμα. Η αλουμινένια υπερκατασκευή είχε επιλεγεί στο FRAM για να περιοριστεί το βάρος ψηλά. Η συνύπαρξή της με τη χαλύβδινη γάστρα απαιτούσε προσεκτική προστασία των ενώσεων διαφορετικών μετάλλων από τη γαλβανική διάβρωση, ιδίως σε περιβάλλον αλατιού και υγρασίας. Βάσεις κεραιών, περάσματα καλωδίων και περιοχές με κραδασμούς χρειάζονταν τακτικό έλεγχο. Σε περίπτωση πυρκαγιάς, το αλουμίνιο ήταν άκαυστο ως δομικό υλικό και έχανε ταχύτερα τη μηχανική του αντοχή όταν θερμαινόταν έντονα.

Παράλληλα, τα νέα συστήματα έπρεπε να συμβιώσουν με ηλεκτρικούς πίνακες, σωληνώσεις και βοηθητικά μηχανήματα διαφορετικών γενεών. Η βίδωση της βάσης ενός εκτοξευτή στο κατάστρωμα αποτελούσε μόνο την αρχή της εγκατάστασης. Απαιτούσε τροφοδοσία, γείωση, προστασία από ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές, ελέγχους ασφαλείας και τεχνική τεκμηρίωση που να μπορεί να χρησιμοποιήσει το πλήρωμα. Η υποστήριξη γινόταν δυσκολότερη όσο τα αμερικανικά ανταλλακτικά σπάνιζαν. Έτσι, η πραγματική διαθεσιμότητα ενός εντυπωσιακά οπλισμένου πλοίου μπορούσε να εξαρτάται από μια αντλία λέβητα, μια βαλβίδα ή ένα ηλεκτρονικό εξάρτημα που είχε πάψει να κατασκευάζεται.
Περισσότερες από μία ελληνικές διαμορφώσεις
Οι φωτογραφίες τεκμηριώνουν καθαρά τον συνδυασμό OTO Melara, Harpoon, ASROC και Mk 32 στον ΚΑΝΑΡΗ και τον ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ, ενώ αντίστοιχες προσθήκες εμφανίζονται και στον ΣΑΧΤΟΥΡΗ. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή όταν η εικόνα μιας συγκεκριμένης ημέρας μετατρέπεται σε συμπέρασμα για ολόκληρη την υπηρεσιακή ζωή ενός πλοίου. Η διαμόρφωση μπορούσε να μεταβάλλεται σε διαφορετικές χρονικές φάσεις, ενώ επιμέρους εξοπλισμός μπορούσε να απουσιάζει προσωρινά για συντήρηση.

Γι’ αυτό είναι ακριβέστερο να μιλάμε για ελληνικές διαμορφώσεις αποφεύγοντας την έννοια ενός ενιαίου προτύπου που ίσχυε ταυτόχρονα και μόνιμα για όλες τις μονάδες. Ακόμη και πλοία της ίδιας αμερικανικής κλάσης είχαν διαφορετικό ιστορικό επισκευών, αισθητήρων και φθοράς πριν φθάσουν στην Ελλάδα. Η αξία της φωτογραφικής έρευνας βρίσκεται ακριβώς στη χρονολόγηση αυτών των διαφορών και καταγράφει ποιο πλοίο έφερε ποιον εξοπλισμό, σε ποια περίοδο και με ποια διάταξη. Όπου η εικόνα ή το υπηρεσιακό έγγραφο αφήνει αβεβαιότητα, η έντιμη διατύπωση είναι προτιμότερη από έναν απόλυτο κατάλογο.

Τι διατηρήθηκε από τον αρχικό ρόλο των FRAM
Η προσθήκη Harpoon διατήρησε τον ανθυποβρυχιακό πυρήνα της μετασκευής FRAM. Το SQS-23, ο ASROC και οι τορπιλοσωλήνες Mk 32 εξακολουθούσαν να παρέχουν μέσα εντοπισμού και προσβολής υποβρυχίων, μολονότι η ηλικία του σόναρ, ο θόρυβος της ατμοκίνητης εγκατάστασης και η απουσία οργανικού ελικοπτέρου περιόριζαν την απόδοση σε σχέση με μια νεότερη φρεγάτα. Σε συνεργασία με άλλες μονάδες και αεροσκάφη, πάντως, το αντιτορπιλικό μπορούσε ακόμη να αναλάβει συνοδεία και να ενισχύσει την ανθυποβρυχιακή προστασία ενός σχηματισμού.
Το βαρύ πυροβολικό παρέμενε επίσης ιδιαίτερο πλεονέκτημα. Οι δύο δίδυμοι πύργοι των 127 mm πρόσφεραν όγκο πυρός για προσβολή επιφανείας και υποστήριξη ακτής, ενώ το OTO Melara κάλυπτε ταχύτερες εμπλοκές και μικρότερους στόχους. Το τίμημα ήταν η πολυτυπία, με δύο διαμετρήματα, δύο συστήματα διεύθυνσης πυρός, διαφορετικά πυρομαχικά και πρόσθετες απαιτήσεις εκπαίδευσης. Η ελληνική λύση αποτελούσε πρακτική προσαρμογή για έναν Στόλο που χρειαζόταν ταυτόχρονα αριθμούς, βαριά πυρά, ανθυποβρυχιακή παρουσία και δυνατότητα πυραυλικής κρούσης.
Γιατί η επένδυση είχε νόημα – και πότε έπαψε να έχει
Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 η άμεση αντικατάσταση όλων των παλαιών αντιτορπιλικών με ισάριθμες νέες φρεγάτες ήταν οικονομικά και επιχειρησιακά ανέφικτη. Οι ανάγκες παρουσίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η εκπαίδευση, οι συνοδείες και οι νατοϊκές υποχρεώσεις απαιτούσαν πολλές διαθέσιμες γάστρες. Η αναβάθμιση επιλεγμένων FRAM αύξανε την επιχειρησιακή τους χρησιμότητα με κόστος μικρότερο από μια νέα ναυπήγηση και επέτρεπε στις νεότερες μονάδες να αναλαμβάνουν τις αποστολές που απαιτούσαν καλύτερη αεράμυνα και οργανικό ελικόπτερο.
Η οικονομία κρίνεται από το συνολικό κόστος, πέρα από την τιμή αγοράς ενός όπλου. Οι λέβητες, οι ατμοστρόβιλοι, το μεγάλο πλήρωμα, η κατανάλωση καυσίμου και οι συνεχώς αυξανόμενες επισκευές επιβάρυναν κάθε ημέρα διαθεσιμότητας. Όσο οι φρεγάτες τύπου Kortenaer και αργότερα οι MEKO 200 εντάσσονταν στον Στόλο, η σχέση κόστους και απόδοσης άλλαζε. Οι νεότερες μονάδες είχαν σχεδιαστεί εξαρχής γύρω από πυραύλους, ελικόπτερα και ολοκληρωμένα ηλεκτρονικά, μέσα σε ενιαία αρχιτεκτονική, ενώ στα FRAM ο εξοπλισμός προστέθηκε σε διαδοχικά στρώματα επάνω σε μια γάστρα πολέμου.
Η απόσυρση των τελευταίων FRAM έως το 1997 επιβεβαιώνει ότι η μετασκευή είχε συγκεκριμένο χρονικό σκοπό – να διατηρήσει αξιόμαχες μονάδες κατά τη μακρά μετάβαση από τα μεταπολεμικά αντιτορπιλικά στις σύγχρονες φρεγάτες. Η επένδυση έπαψε να είναι λογική όταν η τεχνική φθορά, οι ανάγκες προσωπικού και η αμυντική υστέρηση βάρυναν περισσότερο από τα όπλα που μπορούσε ακόμη να μεταφέρει η γάστρα.
Η κληρονομιά ως χρήσιμη ελληνική εμπειρία
Η σημασία των ελληνικών FRAM προκύπτει από την υπηρεσιακή τους διαδρομή. Στα τελευταία τους χρόνια ήταν ευάλωτα σε σύγχρονες αεροπορικές και πυραυλικές απειλές, απαιτούσαν δυσανάλογη τεχνική φροντίδα και είχαν χαμηλότερο επίπεδο αυτοματοποίησης από μια νεότερη φρεγάτα. Παρ’ όλα αυτά, συνδύασαν σε μία πλατφόρμα βαρύ πυροβολικό, ανθυποβρυχιακά όπλα και, σε επιλεγμένες διαμορφώσεις, δυνατότητα προσβολής επιφανείας πέρα από τον ορίζοντα. Αυτό αρκούσε για να διατηρούν πραγματική στρατιωτική αξία και να αντιμετωπίζονται ως μονάδες με συγκεκριμένο επιχειρησιακό ρόλο.
Η βαθύτερη κληρονομιά ήταν τεχνική και ανθρώπινη. Τα πληρώματα έμαθαν να συνδυάζουν αισθητήρες και όπλα διαφορετικών γενεών, να χειρίζονται πυραυλική στοχοποίηση με περιορισμένη αυτοματοποίηση και να λειτουργούν ένα απαιτητικό πλοίο σε πυκνό επιχειρησιακό περιβάλλον. Τα συνεργεία του Ναυστάθμου απέκτησαν εμπειρία στην ενσωμάτωση αμερικανικών και ιταλικών συστημάτων, στη διαχείριση της παλαιότητας και στην κατασκευή λύσεων υποστήριξης όταν η αρχική εφοδιαστική αλυσίδα είχε πλέον συρρικνωθεί.
Ανάλογα με την έκδοση και την ελληνική διαμόρφωση, ο Harpoon και η «Χαρπουνιέρα» έδωσαν σε αντιτορπιλικά σχεδιασμένα το 1944 τη δυνατότητα να πολεμήσουν στην πυραυλική εποχή, το OTO Melara πρόσθεσε ταχεία και ευέλικτη ισχύ πυρός, ενώ ο ASROC, τα Mk 32 και τα πυροβόλα των 127 mm διατήρησαν χρήσιμες παλαιότερες δυνατότητες. Η επιτυχία βρισκόταν στην αναγνώριση από το Πολεμικό Ναυτικό των δυνατοτήτων και των ορίων τους και στη χρήση τους ως γέφυρα προς τον επόμενο Στόλο.
Η έρευνα συνεχίζεται – βοηθήστε μας να συμπληρώσουμε την ιστορία
Υπηρετήσατε σε κάποιο από τα ελληνικά FRAM ή διαθέτετε φωτογραφίες, τεχνικά στοιχεία, ημερολόγια και προσωπικές μαρτυρίες από τη ζωή και τις μετασκευές τους; Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τεκμήρια για το OTO Melara, τους Harpoon, τη «Χαρπουνιέρα», το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης και τις εργασίες στις αλουμινένιες υπερκατασκευές. Μπορείτε να στείλετε το υλικό σας στο [email protected], αναφέροντας το πλοίο, τη χρονολογία και όσα ονόματα γνωρίζετε. Η αξιοποίηση θα γίνεται μόνο κατόπιν συνεννόησης. Παρακαλούμε να δηλώνετε επίσης τον δημιουργό ή τον νόμιμο κάτοχο και τους όρους με τους οποίους επιτρέπεται η δημοσίευση, ώστε κάθε φωτογραφία και μαρτυρία να συνοδεύεται από τη σωστή αναφορά δικαιωμάτων.