Στο πρώτο μέρος παρουσιάστηκε η ανακατασκευή των κλάσεων Allen M. Sumner και Gearing. Το δεύτερο μέρος περνά από τη γάστρα στη λειτουργία. Η βαθύτερη έκδοση FRAM I συνέδεε ενεργό σόναρ γάστρας, κέντρο μάχης, πύραυλο μεταφοράς τορπίλης, τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο και τορπιλοσωλήνες για την εγγύς ζώνη. Το FRAM II ακολουθούσε μετασκευή περιορισμένης έκτασης, με διαφορετικό συνδυασμό αισθητήρων και όπλων.Προηγούμενα μέρη της σειράς
- Μέρος 1ο – Η γέννηση ενός θρύλου
Από τις κλάσεις Allen M. Sumner και Gearing έως το πρόγραμμα Fleet Rehabilitation and Modernization.
Κάθε σύστημα κάλυπτε ένα μέρος της αποστολής. Το σόναρ έδινε επαφή με μεταβαλλόμενη ακρίβεια. Το κέντρο μάχης εκτιμούσε πορεία και ταχύτητα του στόχου. Ο πυραυλικός φορέας μετέφερε γρήγορα μια τορπίλη σε μεσαία απόσταση. Το τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο κάλυπτε μεγαλύτερη εμβέλεια όταν βρισκόταν σε διαθεσιμότητα, ενώ οι τορπιλοσωλήνες υπηρετούσαν την εγγύς ζώνη. Η επιχειρησιακή αξία προερχόταν από τη συνεργασία των μέσων και την εκπαίδευση των ανθρώπων.

Το AN/SQS-23 και η ακουστική εικόνα
Η λέξη σόναρ προέρχεται από το Sound Navigation and Ranging και περιγράφει τον εντοπισμό και τη μέτρηση απόστασης με ήχο. Το AN/SQS-23 ήταν ενεργό σόναρ γάστρας. Ο μετατροπέας του βρισκόταν μέσα σε θόλο κάτω από την πλώρη. Κατά την εκπομπή έστελνε ακουστικό παλμό στο νερό και έπειτα λάμβανε την ηχώ. Ο χρόνος επιστροφής έδινε την απόσταση και η κατεύθυνση της ηχούς τη διόπτευση προς τον στόχο.
Η πραγματική απόδοση μεταβαλλόταν με τη θερμοκρασία, την αλατότητα, την πίεση, το βάθος και τον θόρυβο. Το θερμοκλινές, δηλαδή στρώμα νερού με απότομη μεταβολή θερμοκρασίας, καμπύλωνε τη διάδοση του ήχου και μπορούσε να δημιουργήσει ακουστική σκιά. Ο βυθός και η επιφάνεια προκαλούσαν ανακλάσεις. Εμπορικά πλοία, κοπάδια ψαριών και έλικες πρόσθεταν ενδείξεις, ενώ οι δύο άξονες και τα βοηθητικά μηχανήματα του ίδιου του αντιτορπιλικού αύξαναν τον θόρυβο. Η εκπαίδευση του χειριστή μετέτρεπε αυτές τις μεταβλητές σε εκτίμηση επαφής χρήσιμη για το CIC.
Η θεωρητική εμβέλεια αποτελούσε σημείο αναφοράς και η κατάσταση της θάλασσας καθόριζε την αξιοποιήσιμη απόσταση. Η ομάδα σόναρ αξιολογούσε τη μορφή της ηχούς, τη σταθερότητα της διόπτευσης και τη συμπεριφορά της επαφής στις αλλαγές πορείας. Οι ενδείξεις απαιτούσαν διαδοχικές μετρήσεις και σύγκριση με τον ακουστικό θόρυβο της περιοχής.
Στο Αιγαίο, τα νησιωτικά περάσματα, οι μεταβολές βάθους και η πυκνή ναυσιπλοΐα δημιουργούσαν σύνθετη εικόνα. Η ομάδα έπρεπε να διακρίνει υποβρύχιο από πλοίο επιφανείας, βυθολογική ανωμαλία ή φυσικό φαινόμενο. Η ταξινόμηση της επαφής συχνά απαιτούσε περισσότερο χρόνο από την εκτέλεση της βολής.
Το CIC ως κέντρο της εμπλοκής
Το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης ήταν γνωστό με το αγγλικό ακρωνύμιο CIC, από το Combat Information Center. Εκεί συγκεντρώνονταν οι επαφές του σόναρ, τα ίχνη ραντάρ, οι αναφορές άλλων μονάδων και οι επικοινωνίες του σχηματισμού. Η εικόνα σχηματιζόταν με επαναλήπτες, πίνακες, χαρτογράφηση, εσωτερικά τηλέφωνα και προφορικές αναφορές. Οι διαδικασίες απαιτούσαν σαφή ορολογία και συνεχή ενημέρωση.

Μία διόπτευση έδειχνε κατεύθυνση. Η εκτίμηση πορείας και ταχύτητας του υποβρυχίου χρειαζόταν διαδοχικές παρατηρήσεις. Οι χειριστές συνέκριναν τα νέα στοιχεία και υπολόγιζαν τη θέση του στόχου κατά την άφιξη του όπλου. Μια καθυστέρηση ή ένα λανθασμένο ψηφίο μπορούσαν να μετακινήσουν το προβλεπόμενο σημείο επίθεσης κατά εκατοντάδες μέτρα.
Η γέφυρα χειριζόταν το πλοίο για να βελτιώσει τη γεωμετρία της επαφής. Η ομάδα σόναρ διατηρούσε την παρακολούθηση μέσα στις στροφές και στις αλλαγές ακουστικού στρώματος. Το CIC ενημέρωνε τη λύση, ενώ ο κυβερνήτης αξιολογούσε την πιθανότητα επιτυχίας, τη θέση φίλιων μονάδων και τους κανόνες εμπλοκής. Το ολοκληρωμένο σύστημα μάχης των FRAM βασιζόταν σε κοινή διαδικασία μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων.
Η τακτική εικόνα ανανεωνόταν με κάθε νέα ηχώ. Οι διαδοχικές μετρήσεις διόρθωναν την εκτίμηση πορείας και ταχύτητας, ενώ οι ελιγμοί του αντιτορπιλικού βοηθούσαν στον υπολογισμό της κίνησης του στόχου. Η λύση βολής προέβλεπε τη θέση που θα είχε το υποβρύχιο όταν θα έφθανε το όπλο. Συνυπολογίζονταν ο χρόνος προετοιμασίας, η πτήση του φορέα και η κίνηση της τορπίλης μετά την είσοδο στο νερό. Η ακρίβεια κάθε σταδίου εξαρτιόταν από τη συνέχεια της επαφής.
Το ASROC μεταφέρει την τορπίλη
Ο οκταπλός εκτοξευτής Mk 112 βρισκόταν ανάμεσα στις καπνοδόχους των Gearing FRAM I. Εκτόξευε το RUR-5, την αμερικανική κωδική ονομασία της συγκεκριμένης έκδοσης ASROC. Το ακρωνύμιο ASROC προερχόταν από το Anti-Submarine Rocket, δηλαδή ανθυποβρυχιακό πύραυλο. Αποστολή του ήταν η ταχεία μεταφορά ελαφράς τορπίλης προς την υπολογισμένη θέση του υποβρυχίου.
Μετά τη βολή ο πύραυλος ακολουθούσε βαλλιστική τροχιά, με πορεία υπολογισμένη πριν από την εκτόξευση. Στο προβλεπόμενο σημείο αποδέσμευε την τορπίλη, η οποία επιβραδυνόταν, έμπαινε στο νερό και άρχιζε αυτόνομη ακουστική αναζήτηση. Η τορπίλη αναλάμβανε την τελική καθοδήγηση μέσα στη θάλασσα.
Οι παλαιότερες βόμβες βυθού απαιτούσαν προσέγγιση επάνω ή πολύ κοντά στον στόχο. Το ASROC επέτρεπε επίθεση σε μεσαία απόσταση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο μειωμένος χρόνος πτήσης περιόριζε το περιθώριο αλλαγής βάθους ή πορείας του υποβρυχίου. Πριν από τη βολή η ομάδα επιβεβαίωνε την ασφάλεια της τροχιάς, τη θέση φίλιων μονάδων και τη σταθερότητα της επαφής.

Το QH-50 DASH και η εξωτερική ζώνη
Το Gyrodyne QH-50 έφερε την ονομασία DASH, από το Drone Anti-Submarine Helicopter, δηλαδή τηλεκατευθυνόμενο ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο. Χρησιμοποιούσε δύο ομοαξονικούς ρότορες που περιστρέφονταν σε αντίθετες κατευθύνσεις. Μετέφερε μία ή δύο ελαφρές τορπίλες σε απόσταση μεγαλύτερη από την εμβέλεια του ASROC, με τον χειριστή να παραμένει στο πλοίο.
Η εγκατάσταση του DASH άλλαξε την πρύμνη. Περιλάμβανε κατάστρωμα απονήωσης, υπόστεγο, χώρο συντήρησης, καύσιμα, ανταλλακτικά και κονσόλες ελέγχου. Πριν από την πτήση το προσωπικό επιθεωρούσε κινητήρα, ρότορες, ραδιοζεύξη και τορπίλη. Το μη επανδρωμένο μέσο απαιτούσε ομάδα τεχνικής και επιχειρησιακής υποστήριξης.
Η τεχνολογία της δεκαετίας του 1960 πρόσφερε περιορισμένη τηλεμετρία. Ο χειριστής βασιζόταν σε όργανα και ραδιοζεύξη για την εκτίμηση θέσης και συμπεριφοράς του αεροχήματος. Αστοχία του αυτόματου ελέγχου, βλάβη εξαρτήματος ή απώλεια ζεύξης μπορούσαν να οδηγήσουν το QH-50 στη θάλασσα. Η χαμηλή αξιοπιστία περιόρισε την επιχειρησιακή εμπιστοσύνη και οδήγησε το αμερικανικό Ναυτικό στην απόσυρση του συστήματος.
Η σύλληψη του DASH προανήγγειλε τη χρήση μη επανδρωμένων αεροχημάτων από πολεμικά πλοία. Ένα οργανικό μέσο μετέφερε αισθητήρα ή όπλο έξω από την άμεση ακτίνα της μονάδας. Η επιχειρησιακή ανάγκη παραμένει επίκαιρη, ενώ οι σημερινές ζεύξεις δεδομένων και τα συστήματα ναυτιλίας προσφέρουν μεγαλύτερη ακρίβεια.
Όταν τα αντιτορπιλικά πέρασαν στο ΠΝ, το DASH είχε ήδη αποσυρθεί από την ενεργό αμερικανική υπηρεσία. Η ελληνική διαμόρφωση διατήρησε την πρυμναία υποδομή του συστήματος. Τα QH-50 ανήκαν πλέον στην προηγούμενη περίοδο αμερικανικής υπηρεσίας. Ο χώρος του υπόστεγου και του καταστρώματος απέκτησε αργότερα άλλη αξία, καθώς οι ελληνικές μετασκευές αξιοποίησαν την πρυμναία περιοχή για νέο εξοπλισμό.
Οι Mk 32 και οι τρεις ζώνες προσβολής
Η ένδειξη Mk αποτελεί σύντμηση της λέξης Mark και δηλώνει τον τύπο ενός αμερικανικού συστήματος. Οι δύο τριπλοί τορπιλοσωλήνες Mk 32 εκτόξευαν τορπίλες διαμετρήματος 12,75 ιντσών, δηλαδή περίπου 324 χιλιοστών. Η Mk 44 αποτέλεσε το αρχικό όπλο και η Mk 46 πρόσφερε αργότερα μεγαλύτερη ταχύτητα και δυνατότητες αναζήτησης. Πρόκειται για ελαφρές αυτοκατευθυνόμενες ανθυποβρυχιακές τορπίλες, σχεδιασμένες να αναζητούν τον στόχο μετά την είσοδό τους στο νερό.
Το FRAM I διέθετε έτσι τρεις ζώνες προσβολής. Το DASH κάλυπτε τη μακρινή παράδοση, το ASROC τη μεσαία απόσταση και οι Mk 32 την εγγύς εμπλοκή. Τα όρια μεταβάλλονταν ανά έκδοση όπλου, ποιότητα επαφής και κατάσταση θάλασσας. Ο κυβερνήτης επέλεγε το μέσο που ταίριαζε στην απόσταση, στον διαθέσιμο χρόνο και στη θέση των φίλιων μονάδων.

Οι τρεις ζώνες έδιναν εναλλακτικές λύσεις στην ίδια τακτική αλυσίδα. Σε μεγαλύτερη απόσταση η χρήση του DASH προϋπέθετε διαθέσιμο αερόχημα και χρόνο προετοιμασίας. Στη μεσαία ζώνη το ASROC πρόσφερε ταχεία μεταφορά της τορπίλης, ενώ σε εγγύς επαφή οι Mk 32 έδιναν άμεση επιλογή. Η απόσταση αποτελούσε ένα μόνο κριτήριο, καθώς η ποιότητα της λύσης, ο διαθέσιμος χρόνος και η θέση του σχηματισμού καθόριζαν την τελική απόφαση.
Το FRAM II και το σόναρ μεταβλητού βάθους
Τα FRAM II διατηρούσαν μεγαλύτερο μέρος της αρχικής πυροβολικής ισχύος και κατά κανόνα απουσίαζε ο οκταπλός εκτοξευτής ASROC. Σε αρκετά πλοία η ανθυποβρυχιακή ενίσχυση περιλάμβανε σόναρ μεταβλητού βάθους. Ο αισθητήρας κατέβαινε πίσω από το πλοίο σε επιλεγμένο βάθος για έρευνα κάτω από το θερμοκλινές.
Η πόντιση και η ανάκτηση του ρυμουλκούμενου σώματος απαιτούσαν χρόνο, κατάλληλη ταχύτητα και προσεκτικό χειρισμό. Το καλώδιο και ο αισθητήρας χρειάζονταν προστασία στις στροφές και στην κακοκαιρία. Το σύστημα πρόσφερε πρόσβαση σε ακουστικά στρώματα που περιόριζαν το σόναρ γάστρας, με επιχειρησιακό κόστος σε χρόνο και ελευθερία ελιγμών.
Το ατμοκίνητο εργοστάσιο του πλοίου
Οι αισθητήρες και τα όπλα ταξίδευαν πάνω σε μηχανική εγκατάσταση της δεκαετίας του 1940. Τέσσερις λέβητες τροφοδοτούσαν δύο σύνολα ατμοστροβίλων και δύο άξονες με συνολική ισχύ περίπου 60.000 ίππων. Πριν από τον απόπλου η πίεση ανέβαινε σταδιακά, οι γραμμές ατμού θερμαίνονταν και οι αντλίες, οι γεννήτριες και τα βοηθητικά συστήματα υποβάλλονταν σε δοκιμές.
Στη θάλασσα οι φυλακές μηχανής εργάζονταν μέσα σε θερμότητα, θόρυβο και δόνηση. Οι μηχανικοί παρακολουθούσαν τον ήχο των αντλιών, τις πιέσεις και τις θερμοκρασίες για πρώιμες ενδείξεις βλάβης. Οι ώρες ανάμεσα στις ασκήσεις γέμιζαν με καθαρισμό φίλτρων, λίπανση μηχανισμών, ελέγχους βαλβίδων, δοκιμές ασυρμάτων και επιθεώρηση καλωδίων. Η αλμύρα και η υγρασία έκαναν τη συντήρηση καθημερινή εργασία.
Φυλακές, πυροβολικό και έλεγχος βλαβών
Η γέφυρα, το CIC, το μηχανοστάσιο, οι σταθμοί ασυρμάτου και οι θέσεις επιτήρησης λειτουργούσαν όλο το εικοσιτετράωρο. Τα μέλη του πληρώματος εναλλάσσονταν στις φυλακές, στη συντήρηση και στα γυμνάσια, συχνά με διακεκομμένο ύπνο. Τα στενά περάσματα και η πυκνή κίνηση του Αιγαίου απαιτούσαν συνεχή συγκέντρωση στη γέφυρα. Σε βαριά θάλασσα η γάστρα έπαιρνε απότομες κλίσεις και το νερό σάρωνε τα καταστρώματα.

Η ένδειξη 5/38 δήλωνε διάμετρο κάννης 5 ιντσών, δηλαδή 127 χιλιοστών, και μήκος κάννης ίσο με 38 διαμετρήματα. Τα δίδυμα πυροβόλα αυτού του τύπου παρέμεναν βασικό μέρος του πλοίου. Βλήματα και προωθητικές γομώσεις ανέβαιναν από τα υποκείμενα διαμερίσματα, ενώ πύργοι, ανελκυστήρες και διεύθυνση πυρός απαιτούσαν πολυμελή συνεργεία. Ένα FRAM μπορούσε στην ίδια έξοδο να συνοδεύσει σχηματισμό, να αναζητήσει υποβρύχιο και να εκτελέσει πυρά κατά ακτής.
Κάθε μέλος του πληρώματος είχε θέση στον έλεγχο βλαβών. Πυρκαγιά, εισροή νερού, θραύση σωλήνα ατμού ή απώλεια ηλεκτρικής ισχύος μπορούσαν να επεκταθούν γρήγορα. Τα γυμνάσια περιλάμβαναν κλείσιμο στεγανών θυρών, ανάπτυξη μανικών, χρήση αναπνευστικών συσκευών και ενίσχυση ρηγμάτων. Ο έλεγχος βλαβών αποτελούσε κοινή δεξιότητα ολόκληρου του πληρώματος.
Οι άνθρωποι ως μέρος του συστήματος μάχης
Οι χώροι ενδιαίτησης ακολουθούσαν τις προδιαγραφές της δεκαετίας του 1940, με πυκνές κουκέτες, στενούς διαδρόμους και ελάχιστη ιδιωτικότητα. Στον γενικό συναγερμό οι θέσεις μάχης παρέμεναν επανδρωμένες επί ώρες. Η κόπωση αύξανε τον κίνδυνο λάθους και μαζί την αξία της τυποποιημένης διαδικασίας.
Ο χειριστής σόναρ χρειαζόταν την κατάλληλη πορεία από τη γέφυρα, το CIC ακριβή αναφορά από τον χειριστή και όλοι μαζί αξιόπιστη πρόωση και ηλεκτρική ισχύ από τη μηχανή. Η αλληλεξάρτηση των ειδικοτήτων δημιουργούσε επιχειρησιακή συνοχή και κοινή αντίληψη αποστολής μέσα στο πλήρωμα.
Για το Πολεμικό Ναυτικό τα FRAM έγιναν σχολείο μετάβασης από το αντιτορπιλικό πυροβολικού στη σύνθετη ανθυποβρυχιακή μονάδα. Τα πληρώματα έμαθαν να συντονίζουν αισθητήρες, κέντρο επιχειρήσεων και όπλα και να λειτουργούν μέσα σε διαδικασίες συμμαχικού σχηματισμού. Η εμπειρία αυτή δημιούργησε τεχνικό και επιχειρησιακό υπόβαθρο για τις μεταγενέστερες φρεγάτες κλάσης Έλλη και Ύδρα.
Το τρίτο μέρος περνά στα πρώτα τέσσερα πλοία που ύψωσαν την ελληνική σημαία. Τα ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ έφθασαν στο ΠΝ με διαφορετικό αμερικανικό παρελθόν και κοινή αποστολή. Η ιστορία τους δείχνει πώς η τεχνολογία και οι διαδικασίες του FRAM προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του ελληνικού Στόλου.

Υπηρετήσατε σε ελληνικό FRAM;
Αν υπηρετήσατε σε κάποιο από τα ελληνικά αντιτορπιλικά FRAM, αν διαθέτετε φωτογραφίες, ημερολόγια, έγγραφα ή θέλετε να μοιραστείτε μια προσωπική ιστορία από τη ζωή και τις αποστολές τους, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο [email protected]. Η αποστολή και οποιαδήποτε πιθανή δημοσίευση υλικού θα γίνεται μόνο κατόπιν συνεννόησης, με πλήρη αναφορά στον δημιουργό, στον κάτοχο και στα αντίστοιχα δικαιώματα χρήσης.