Υπάρχουν συστήματα που κράτησαν για δεκαετίες την ελληνική αεράμυνα, χωρίς να μπουν ποτέ στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αλλά χωρίς αυτά το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου θα είχε πολλά κενά. Τα γερμανικά ραντάρ MPDR-90E της Πολεμικής Αεροπορίας ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Για πολλά χρόνια υπήρξαν τα προωθημένα μάτια της πρώτης γραμμής, σε περιοχές όπου η γεωγραφία του Αιγαίου και του Έβρου δημιουργούσε ανάγκη για χαμηλή κάλυψη, έγκαιρη προειδοποίηση και γρήγορη αποκάλυψη στόχων που εμφανίζονταν σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας.
Η ιστορία τους ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν η ΠΑ προχώρησε στην προμήθεια από τη Siemens έξι κινητών ραντάρ 2D μέσης εμβέλειας MPDR-90E, τα οποία τοποθετήθηκαν στους νεοϊδρυθέντες Σταθμούς Αναφοράς του Ανατολικού Αιγαίου, από την Αλεξανδρούπολη έως τη Ρόδο. Παρότι τα συγκεκριμένα υστερούσαν αισθητά απέναντι στα μεγαλύτερα TPS-43 σε εμβέλεια και τρισδιάστατες δυνατότητες, είχαν τεράστια επιχειρησιακή σημασία, επειδή μπορούσαν να επιτηρούν πάνω από τα τουρκικά αεροδρόμια της Μικράς Ασίας και να δίνουν έγκαιρη εικόνα για χαμηλά ιπτάμενες απειλές.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, η ΠΑ έλαβε ως πλεονάζον υλικό πέντε επιπλέον MPDR-90E και ένα TPS-43, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα πιο διευρυμένο πλέγμα προωθημένων αισθητήρων, με θέσεις σε Έβρο, Λέσβο, Σάμο, Κω, Ρόδο, Κάρπαθο και ανατολική Κρήτη. Όπως είχε επισημάνει η ΠΤΗΣΗ ήδη από το 2018, στο πλαίσιο της μεγάλης τότε έρευνας για το πώς μπορεί να εντοπιστεί το F-35, το δίκτυο των Σταθμών Αναφοράς αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο της ελληνικής εικόνας αέρος.
Το πρόβλημα είναι ότι τα MPDR-90E ολοκλήρωσαν τον ιστορικό τους ρόλο. Η ΠΑ τα κράτησε σε υπηρεσία πολύ περισσότερο από όσο θα επέτρεπε ένας φυσιολογικός κύκλος ζωής, τα συντήρησε, τα εκσυγχρόνισε όπου μπορούσε και αναζήτησε εν συνεχεία υποστήριξη. Από όσο γνωρίζουμε, η Hensoldt, ως σημερινός κληρονόμος της γραμμής παραγωγής τους, εξακολουθεί να στηρίζει τα σχετικά συστήματα. Όμως η προσπάθεια συντήρησης ενός αισθητήρα άλλης εποχής ίσως λύνει το τεχνικό πρόβλημα της διαθεσιμότητας, όχι όμως το επιχειρησιακό πρόβλημα της επιβίωσης.
Τα ενεργά ραντάρ είναι στόχοι πρώτης προτεραιότητας
Η πιο σημαντική εμπειρία των τελευταίων πολέμων είναι ότι τα ραντάρ είναι από τους κυριότερους στόχους στο πεδίο μάχης. Στην Ουκρανία, οι ένοπλες δυνάμεις και των δύο πλευρών έχουν μετατρέψει σε σχεδόν εθνικό σπορ την αναζήτηση και καταστροφή ραντάρ αεράμυνας. Η λογική είναι απολύτως ορθή. Αν χτυπήσεις τα μάτια του αντιπάλου, η αεράμυνα του χάνει συνοχή, μειώνει την επίγνωση κατάστασης και αναγκάζεται να πολεμά “ημιτυφλωμένη”. Στην Ουκρανία έχουμε δει και μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, όπου ομοιώματα ραντάρ και εκτοξευτών IRIS-T χρησιμοποιούνται για να “τραβήξουν” επάνω τους πυρά, προστατεύοντας τα πραγματικά συστήματα.
Το ίδιο μάθημα προκύπτει και από τη Μέση Ανατολή. Οι Ισραηλινοί, σε κάθε μεγάλη επιχείρηση κατά ιρανικών συστημάτων αεράμυνας, προτάσσουν την εξουδετέρωση των ραντάρ, των παρεμφερών αισθητήρων και κόμβων των διοίκησης. Και βέβαια το αντίστροφο, και το Ιράν στις πρόσφατες συγκρούσεις αναζήτησε και πέτυχε σοβαρά πλήγματα σε αμερικανικά ραντάρ. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι ότι το ενεργό ραντάρ αποτελεί ταυτόχρονα εργαλείο αλλά και “μαγνήτη” πυρών.
Αν αυτά ισχύουν για υπερσύγχρονα συστήματα, γίνονται ακόμη πιο πιεστικά για τα MPDR-90E, τα οποία είναι ενεργά 2D και περιορισμένης εμβέλειας με τα σημερινά δεδομένα. Οτιδήποτε εκπέμπει από νησί του Ανατολικού Αιγαίου ή από θέση κοντά στον Έβρο θα εντοπιστεί εύκολα και θα γίνει στόχος πολύ γρηγορότερα από ό,τι συνέβαινε πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια. Και μάλιστα ειδικά τώρα, όταν ο αντίπαλος έχει ήδη επενδύσει σε βαλλιστικά βλήματα μεγάλου βεληνεκούς, που θα χτυπήσουν σε περίπτωση σύγκρουσης, όλο το ελληνικό δίκτυο αισθητήρων κοντά στην πρώτη γραμμή.

Twinvis, μια σύγχρονη προσέγγιση
Η ΠΤΗΣΗ έχει ασχοληθεί με τα παθητικά ραντάρ αντί-stealth και ειδικά με το γερμανικό Twinvis. Το συγκεκριμένο είναιπαθητικό ραντάρ, το οποίο χρησιμοποιεί εκπομπές τρίτων, όπως ραδιοφωνικά σήματα FM και DAB, τηλεοπτικά DVB-T κ.α., και αξιοποιεί τις ανακλάσεις τους πάνω σε ιπτάμενους ή και θαλάσσιους στόχους.
Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος μπορεί να πετά με αυστηρή σιγή εκπομπών, χωρίς να ανοίγει ραντάρ και χωρίς να δίνει ο ίδιος ηλεκτρομαγνητικό αποτύπωμα, αλλά το Twinvis ανιχνεύει το ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον γύρω του και αντιλαμβάνεται την “διατάραξη” από σήματα με διαφορά χρόνου, γωνία άφιξης κ.ο.κ. Υπάρχουν κι άλλα παθητικά συστήματα, όμως ώριμο, δυτικό, στρατιωτικοποιημένο σύστημα αυτής της κατηγορίας, με γερμανική υπογραφή, δυνατότητα δικτύωσης, κινητές και στατικές διαμορφώσεις και ρεαλιστική προοπτική αποδέσμευσης προς την Ελλάδα, ουσιαστικά προσφέρει μόνο η Hensoldt.

Η οικονομική διάσταση είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό σημείο. Ένα παθητικό ραντάρ τέτοιας φιλοσοφίας εκτιμάται γύρω στα 2 εκατομμύρια ευρώ ανά κόμβο, δηλαδή ελάχιστο σε σύγκριση με ένα μεγάλο ενεργό ραντάρ, ή ακόμη και ένα μόνο μαχητικό αεροσκάφος. Με τέτοιο κόστος, η Ελλάδα θα μπορούσε να οργανώσει ένα σχετικό δίκτυο με μεγάλη διασπορά αλλά εφεδρείες και ομοιώματα, χωρίς να ελκύει την προσοχή του εχθρού.
“Χαμένο” σε ένα νησί
Το Twinvis είναι μικρό, ευέλικτο και πολύ πιο εύκολο να αποκρυβεί από ένα τυπικό ενεργό ραντάρ. Ο βασικός εξοπλισμός είναι πρακτικά ένα rack, μεγέθους μεγάλου ψυγείου, ενώ η εξωτερική εικόνα του είναι μια κεραία σε ιστό. Εγκατεστημένο σε κάποιο καταφύγιο, σε όχημα ή σε ημιμόνιμη διάταξη, μπορεί να αλλάζει θέση, να αναπτύσσεται γρήγορα και να εντάσσεται σε φυσικό ή τεχνητό περιβάλλον με μεγάλη ευκολία, καθώς δεν διαθέτει τον αναγνωρίσιμο όγκο και σχεδίαση των μεγάλων κεραιών ενός ραντάρ.
Αυτό είναι κρίσιμο για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Εκεί το Twinvis μπορεί να λειτουργεί ως σιωπηλός αισθητήρας. Η Τουρκία μπορεί να κυνηγήσει κεραίες, ιστούς και ύποπτες θέσεις, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να εξουδετερώσει πλήρως ένα δίκτυο πολλών φθηνών, παθητικών κόμβων, ειδικά όταν γύρω τους υπάρχουν ομοιώματα, ψεύτικοι ιστοί και εφεδρικές θέσεις.
Ακόμη και στο ακραίο σενάριο όπου η τουρκική πλευρά θα επιχειρούσε να προσβάλει συστηματικά τις πολιτικές πηγές εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών σημάτων (που όμως έχουν πάρα πολλές κεραίες), η ΠΑ θα μπορούσε με ελάχιστο κόστος να δημιουργήσει πρόσθετες πηγές εκπομπών σε άσχετα σημεία. Μικροί, φθηνοί και εύκολα μετακινούμενοι πομποί FM, μπορούν να τροφοδοτήσουν το παθητικό δίκτυο και να αποκαταστήσουν το περιβάλλον που χρειάζεται για λειτουργία. Με άλλα λόγια, ακόμη και η προσπάθεια τύφλωσης του Twinvis μπορεί να αντιμετωπιστεί οικονομικά και με ευελιξία.

Η χρήση του συστήματος σε θαλάσσιο περιβάλλον προσθέτει μία ακόμη διάσταση. Σε παράκτιο και νησιωτικό χώρο, όπου υπάρχει έντονο ηλεκτρομαγνητικό υπόβαθρο, το Hensoldt Twinvis μπορεί να συμβάλει και στην επιτήρηση στόχων επιφανείας. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου αεράμυνα, θαλάσσια επιτήρηση και προστασία κρίσιμων υποδομών αλληλεπικαλύπτονται, η δυνατότητα να παρακολουθείς αεροπορικούς και ναυτικούς στόχους με παθητικό τρόπο έχει πολλαπλασιαστική αξία.

Από τα MPDR-90E σε μια έξυπνη νέα πρώτη γραμμή
Η πρόταση βέβαια δεν είναι να εξαφανιστούν τα ενεργά ραντάρ, ούτε να αντιμετωπιστεί το Twinvis ως μαγική λύση για τα πάντα. Η λογική είναι να αντικατασταθούν τα MPDR-90E στον ρόλο του προωθημένου αισθητήρα πρώτης γραμμής, αφήνοντας τα σύγχρονα ενεργά ραντάρ τεχνολογίας AESA να αναλάβουν τον ρόλο της επιβεβαίωσης, της ακριβούς τρισδιάστατης εικόνας και της τροφοδότησης των όπλων με αξιόπιστο ίχνος.
Σε μια τέτοια αρχιτεκτονική, το Twinvis της Hensoldt θα έδινε την πρώτη, σιωπηλή προειδοποίηση. Ένα ενεργό ραντάρ ή άλλο αντίστοιχο σύστημα θα άνοιγε επιλεκτικά, όταν και όπου χρειαζόταν. Στη συνέχεια, συστήματα όπως οι μελλοντικές λύσεις του ελληνικού Θόλου ή ακόμη και τα μαχητικά με Link 16 θα αξιοποιούσαν αυτή την κοινή εικόνα.
Κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτούμε πιο καινοτομικά. Η ΠΑ κράτησε και συντηρεί ακόμη τα MPDR-90E, επειδή αυτό επιβάλλει η πραγματικότητα όταν δεν υπάρχει διάδοχος. Όμως σήμερα υπάρχει μια λύση που ταιριάζει περισσότερο στις ελληνικές ανάγκες της πρώτης γραμμής. Φθηνή, διασπειρόμενη, δύσκολα εντοπίσιμη, εύκολα παραπλανητική και απολύτως συμβατή με μια νέα φιλοσοφία αεράμυνας, η οποία θα βλέπει περισσότερο και θα φαίνεται λιγότερο.