Όταν έφερα καινούργια χαρμάνια από ένα φοβερό καφεκοπτείο στον Ταύρο, έγινε χαμός στο ΚαΨιΜί. Ήταν και χειμώνας τότε, ουρές ο κόσμος, έστω και για να μυρίσουν τον φρεσκοκομμένο καφέ. Κάπως έτσι έγινε και με το άρθρο για τα νοικιασμένα της Πυροσβεστικής. Να συμπληρώσω πως η Πυροσβεστική, δεν πρέπει να βασίζεται τόσο στα νοικιασμένα, όσο στα δικά της μέσα. Κι όταν λέω δικά της, εννοώ και τα ΣΛ-215 και ΣΛ-415 της ΠΑ, αλλά και τα νέα που προβλέπεται να αγοραστούν από το φοβερό και τρομερό πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ.

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της Πολιτικής Προστασίας

Μιλώντας για το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ, πρέπει πρώτα να πούμε πως η Πολιτική Προστασία και το Πυροσβεστικό Σώμα βρέθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους μπροστά σε ένα πραγματικά μεγάλο πορτοφόλι. Το 2021 το πρόγραμμα παρουσιάστηκε στα 1,76 δισ. ευρώ, με χρήματα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ. Ήταν η στιγμή που η Ελλάδα μπορούσε να σταματήσει να αντιμετωπίζει την αεροπυρόσβεση σαν εποχική ενοικίαση ομπρελοκαθισμάτων στην παραλία.

Η γραμμή παραγωγής των νέων ΚΑΝΑΝΤΑΙΡ βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της επανεκκίνησης, άρα κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν περίμενε δεκάδες αμφίβια αεροσκάφη μέσα σε δύο καλοκαίρια. Υπήρχε όμως ως προοπτική μια απολύτως λογική γέφυρα μέχρι να έρθουν τα νέα αεροσκάφη: ένας μεγάλος αριθμός ιδιόκτητων πυροσβεστικών ελικοπτέρων, με εσωτερική δεξαμενή και σωλήνα αναρρόφησης ή με εξωτερικό κάδο. Θα γέμιζαν από θάλασσα, λίμνες και ειδικές δεξαμενές και θα παρέμεναν στην Ελλάδα όταν τελείωνε ο Αύγουστος.

Μια τέτοια επιλογή θα δημιουργούσε εθνικό στόλο, ελληνικά πληρώματα, δικούς μας τεχνικούς, αποθήκες ανταλλακτικών και πραγματική εμπειρία μέσα στο Πυροσβεστικό Σώμα. Κάθε ευρώ θα άφηνε πίσω του ένα ελικόπτερο, έναν εκπαιδευμένο μηχανικό και μία επιπλέον ώρα εθνικής αυτονομίας, αντί για ακόμη ένα τιμολόγιο ενοικίασης.

Το ΑΙΓΙΣ άρχισε να γίνεται λάστιχο

Μιλώντας για την πορεία του προγράμματος, το πρώτο καμπανάκι χτύπησε πριν φτάσουμε καν στα ελικόπτερα. Το ΑΙΓΙΣ ξεκίνησε από τα 1,76 δισ. ευρώ και μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια παρουσιάστηκε πλέον ως πρόγραμμα 2,1 δισ. ευρώ. Η αύξηση φτάνει περίπου τα 340 εκατ. ευρώ, ποσό αρκετό για έναν σοβαρό συμπληρωματικό στόλο εναέριων μέσων, μαζί με υποδομές, ανταλλακτικά και εκπαίδευση.

Φυσικά, ένα μεγάλο πρόγραμμα μπορεί να αναθεωρηθεί, να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και να ακολουθήσει την αύξηση των τιμών. Όταν όμως ο λογαριασμός φουσκώνει κατά εκατοντάδες εκατομμύρια, οι πολίτες δικαιούνται να δουν έναν πίνακα που να εξηγεί ποια ανάγκη πρόσθεσε κάθε ποσό, ποιο έργο άλλαξε και ποιος εισηγήθηκε την αλλαγή. Στην περίπτωση του ΑΙΓΙΣ βλέπουμε κυρίως ποσοστά προκηρύξεων, νομικές δεσμεύσεις, πανηγυρικές παρουσιάσεις και βίντεο με δραματική μουσική.

Το 2024 η πολιτική ηγεσία ανακοίνωνε ότι μέσα σε λίγους μήνες είχαν δημοπρατηθεί έργα άνω του 1,5 δισ. ευρώ και ότι το ΑΙΓΙΣ προχωρούσε με ταχύτητα. Η λέξη «ολοκληρώνεται» ακούγεται υπέροχα στην τηλεόραση, όμως η φωτιά ενδιαφέρεται μόνο για όσα πετούν πάνω από το μέτωπο και ρίχνουν νερό. Οι διαγωνισμοί μπορούν να σβήσουν μια πολιτική πυρκαγιά, τα πεύκα όμως θέλουν και αεροσκάφη και ελικόπτερα.

Υπήρξε βέβαια το πρόγραμμα των 25 αμφίβιων μονοκινητήριων αεροσκαφών Air Tractor, προϋπολογισμού σχεδόν 155 εκατ. ευρώ, για το οποίο η χρηματοδότηση μπλόκαρε φέτος από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Οπότε τα μόνα αεροπλάνα σταθερής πτέρυγας που έχει αγοράσει το ΑΙΓΙΣ και έχουν εμφανιστεί, είναι κάτι δικινητήρια επιτήρησης ΝΤΑΪΜΟΝΤ, άνευ αξίας στην αεροπυρόσβεση. Το συμπέρασμα είναι πως το ΑΙΓΙΣ μεγάλωσε σε χρήματα πολύ γρηγορότερα από όσο μεγάλωσε σε πραγματικές δυνατότητες αεροπυρόσβεσης.

Τα ΝΤΑΪΜΟΝΤ ΝΤΑ —γκασπαζάτ— 62

Μιλώντας για τα τρία ΝΤΑΪΜΟΝΤ ΝΤΑ —γκασπαζάτ— 62, φτάνουμε σε μία από τις πλέον άχρηστες αγορές που έχουν γίνει για τις πραγματικές ανάγκες της δασοπυρόσβεσης. Ο Βασίλης Κικίλιας υπέγραψε τη σύμβαση τον Απρίλιο του 2024, με συνολικό τίμημα άνω των 23 εκατ. ευρώ για τρία μικρά επανδρωμένα δικινητήρια αεροσκάφη, αισθητήρες, σταθμούς εδάφους, εκπαίδευση, ανταλλακτικά και υποστήριξη. Τα αεροσκάφη παραδόθηκαν στην Πυροσβεστική τον Νοέμβριο του 2025 ως εναέρια κέντρα επιτήρησης και συντονισμού.

Το ΝΤΑ62 ΜΡΡ διαθέτει κάμερες ημέρας και νύχτας, ζεύξεις δεδομένων και σύστημα εντοπισμού κινητών τηλεφώνων. Όλα αυτά ακούγονται εντυπωσιακά σε μια παρουσίαση, όμως πρόκειται για ένα ελαφρύ αεροπλάνο με αυτονομία περίπου οκτώ ωρών.

Έχει αγοράσει κανείς άλλος το αεροσκάφος αυτό για παρόμοια αποστολή; Ναι, η… Νιγηρία, που πήρε τέσσερα για στρατιωτική επιτήρηση και επιχειρήσεις ασφαλείας. Αλλά άλλο κράτος που να έχει δημιουργήσει στόλο ΝΤΑ62 ειδικά για επιτήρηση δασικών πυρκαγιών δεν προκύπτει από τις δημοσιοποιημένες αγορές. Η Ελλάδα πήρε μια πλατφόρμα αστυνομικής λογικής για την Αφρική, και της φόρεσε κράνος πυροσβέστη.

Την ίδια στιγμή, ένα ΓΙΟΥ-ΕΪ-ΒΙ όπως το ΧΕΡΟΝ μπορεί να πετά έως 45 ώρες, πάνω από βουνά, δάση και θάλασσες, μεταφέρονταςς πολλαπλούς αισθητήρες και δίνοντας συνεχή εικόνα χωρίς πλήρωμα μέσα στο αεροσκάφος. Η Ελλάδα είχε ήδη μισθώσει ΧΕΡΟΝ από το 2020 για επιτήρηση συνόρων, έρευνα και διάσωση και διαχείριση καταστροφών, άρα ούτε η πλατφόρμα ούτε η φιλοσοφία ήταν άγνωστες. Με τα 23 εκατ. ευρώ άξιζε τουλάχιστον σοβαρή διερεύνηση για αγορά ή πολυετή μίσθωση ενός ή δύο μεγάλων ΓΙΟΥ-ΕΪ-ΒΙ, μαζί με τους απαιτούμενους σταθμούς και αισθητήρες.

Βέβαια και τα μεγάλα μη επανδρωμένα έχουν κόστος, και ανάγκη συντονισμού με τα πυροσβεστικά αεροσκάφη. Αυτά ακριβώς καλείται να λύσει ένα εθνικό πρόγραμμα 2,1 δισ. ευρώ, αντί να επιλέξει την εύκολη επανδρωμένη λύση. Το συμπέρασμα είναι πως πληρώσαμε πάνω από 23 εκατ. ευρώ για τρία αεροπλανάκια που κοιτούν τη φωτιά για μερικές ώρες, ενώ η διαθέσιμη τεχνολογία προσφέρει επιτήρηση σχεδόν δύο ημερών.

Τα Α139 και ο συντονισμός

Μιλώντας για τα τρία Α139, αξίζει να ξεκαθαρίσουμε πως πρόκειται για εξαιρετικά σύγχρονα και ικανά ελικόπτερα. Η σύμβαση των 65,7 εκατ. ευρώ αφορά δύο μέσα για υγειονομικές αποστολές και αντιμετώπιση καταστροφών και ένα για τη μεταφορά ομάδων διαχείρισης κρίσεων, μαζί με τεχνική υποστήριξη και εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, αγοράσαμε πολύ καλά ελικόπτερα για να μεταφέρουν γιατρούς, τραυματίες και συντονιστές, ενώ το βασικό πρόβλημα του καλοκαιριού παραμένει ποιος θα ρίξει το νερό.

Κάπου εδώ αρχίζει το αγαπημένο ελληνικό παιχνίδι των πολλαπλών ρόλων. Ένα Α139 μπορεί να πάρει πυροσβεστικό κάδο. Στην πράξη, η ελληνική προμήθεια σχεδιάστηκε γύρω από τις αεροδιακομιδές, τη μεταφορά προσωπικού και τον συντονισμό, άρα ο κάδος θα εμφανιστεί μάλλον όταν οι φλόγες πλησιάσουν στο Σύνταγμα και έχουν τελειώσει όλα τα υπόλοιπα.

Η Πολιτική Προστασία ασφαλώς χρειάζεται ελικόπτερα για τέτοιους ρόλους. Το ερώτημα αφορά την ιεράρχηση, καθώς τα 65,7 εκατ. ευρώ που κατευθύνθηκαν σε υποστήριξη θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μέσα με κύρια αποστολή τη ρίψη νερού. Το συμπέρασμα είναι πως αγοράσαμε τα μάτια και τα αυτιά, πριν εξασφαλίσουμε αρκετά χέρια που θα κρατούν τη μάνικα από τον αέρα.

Τα Η215 και το κλειδί που μένει στους ξένους

Μιλώντας για τα οκτώ ελικόπτερα Η215 που παραγγέλθηκαν, εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη εναέρια σύμβαση του ΑΙΓΙΣ, αξίας 311,2 εκατ. ευρώ, με δικαίωμα προαίρεσης για άλλα δύο. Το πακέτο περιλαμβάνει 8.700 ώρες πτήσης, εκπαίδευση 16 μελών ιπτάμενου προσωπικού και 16 τεχνικών, πλήρη επιχειρησιακή και τεχνική υποστήριξη και θερινή διαθεσιμότητα 95%. Τα ελικόπτερα θα ανήκουν στην Ελλάδα, ενώ η καθημερινή λειτουργία τους θα στηρίζεται για χρόνια στην κοινοπραξία ΕΡΜΠΑΣ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΣ, ΕΡΤΕΛΙΣ και ΣΑΦ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΣ.

Το Η215 μπορεί να μεταφέρει περίπου τέσσερις τόνους νερού και αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την αεροπυρόσβεση. Παραμένει όμως η σύγχρονη εμπορική μορφή της οικογένειας ΣΟΥΠΕΡ ΠΟΥΜΑ, μιας ώριμης σχεδίασης προηγούμενων δεκαετιών, με νέα ηλεκτρονικά, αυτοματισμούς και σημερινά συστήματα αποστολής.

Το πραγματικό ζήτημα θα εμφανιστεί όταν λήξει το πακέτο υποστήριξης και εξαντληθούν οι 8.700 ώρες. Τότε η Ελλάδα θα χρειαστεί ένα νέο ακριβό συμβόλαιο με ξένους παρόχους ή τη δημιουργία πλήρους ελληνικής ικανότητας συντήρησης, ανταλλακτικών και υποστήριξης. Υπάρχει φυσικά και ο παραδοσιακός τρίτος δρόμος, όπου τα ελικόπτερα θα περιμένουν ανταλλακτικά σε κάποιο υπόστεγο, όπως τόσα άλλα ελληνικά κρατικά μέσα.

Η ιστορική ευκαιρία ζητούσε έναν μεγαλύτερο αριθμό πυροσβεστικών ελικοπτέρων και σταδιακή ανάπτυξη ελληνικής τεχνικής βάσης. Αντί γι’ αυτό, αποκτούμε οκτώ βαριά μέσα δεμένα για χρόνια με ξένη λειτουργία και τεχνική υποστήριξη, ενώ οι υπόλοιπες ανάγκες θα συνεχίσουν να καλύπτονται με μισθώσεις. Το συμπέρασμα είναι πως αγοράζουμε κρατικά ελικόπτερα, αλλά κινδυνεύουμε να νοικιάζουμε για πάντα τη δυνατότητα να πετούν.

Τα αποδημητικά μέσα των 150 έως 200 εκατομμυρίων

Μιλώντας για τις ετήσιες μισθώσεις εναέριων μέσων, το ΑΙΓΙΣ υποτίθεται πως θα θεράπευε ακριβώς αυτή την πληγή. Μόνο για τη μίσθωση ελικοπτέρων το 2024 η επίσημη κυβερνητική παρουσίαση μιλούσε για ποσό άνω των 120 εκατ. ευρώ, πριν προστεθούν τα μισθωμένα αεροσκάφη, οι ώρες πτήσης και οι πρόσθετες υπηρεσίες. Με βάση αυτό το επίσημο σημείο εκκίνησης, ο πλήρης ετήσιος λογαριασμός μπορεί εύλογα να φτάνει στη ζώνη των 150 έως 200 εκατ. ευρώ σε μια βαριά αντιπυρική περίοδο.

Κάθε άνοιξη έρχονται τα ΕΡΙΚΣΟΝ, τα ΜΠΕΛ, τα ΚΑΜΟΦ και τα ΑΙΡ ΤΡΑΚΤΟΡ, στήνονται στις βάσεις, πετούν όσο προβλέπει η σύμβαση και χρεώνουν όσα γράφει το κοντέρ. Κάθε Σεπτέμβριο μαζεύουν πληρώματα, εργαλεία και ανταλλακτικά και φεύγουν σαν αποδημητικά πουλιά, αφήνοντας πίσω τους τα βουνά και έναν φάκελο με παραστατικά. Την επόμενη άνοιξη η Ελλάδα ξεκινά ξανά από την αρχή.

Με 150 έως 200 εκατ. ευρώ τον χρόνο, μια πενταετία σημαίνει από 750 εκατ. έως ένα δισ. ευρώ. Ένα μέρος αυτών των χρημάτων αγοράζει αναγκαία άμεση επιχειρησιακή ισχύ, όμως ύστερα από τόσα χρόνια θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί ένας σοβαρός εθνικός στόλος μέσων, ώστε οι μισθώσεις να καλύπτουν την κορύφωση της ανάγκης και όχι τον βασικό κορμό. Οπότε το ξαναλέω: Η χώρα έχασε την ευκαιρία να μετατρέψει ένα μέρος της ετήσιας αιμορραγίας σε μόνιμο περιουσιακό στοιχείο.

Κικίλιας, Τουρνάς και το ΑΠΕΛΠΙΣ

Το πρόσωπο που ανέλαβε με την ομάδα του το ΑΙΓΙΣ, είναι ουσιαστικά ένα. Ο τότε υπουργός Β. Κικίλιας, που παρέλαβε ένα πρόγραμμα το οποίο είχε ξεκινήσει από το 2021, ενώ ο τότε υφυπουργός και νυν υπουργός, Πτέραρχος ε.α., Ε. Τουρνάς αποτέλεσε το σταθερό επιχειρησιακό πρόσωπο της Πολιτικής Προστασίας και είχε κεντρικό ρόλο στην αναθεώρηση, στις προδιαγραφές και στην προώθηση των διαγωνισμών. Επί της κοινής περιόδου τους υπογράφηκαν οι συμβάσεις των ΝΤΑ62 και των Α139, ενώ βγήκαν στον αέρα τα Η215 και τα 25 αμφίβια μονοκινητήρια.

Η δυσκολότερη ερώτηση αφορά το αποτέλεσμα του ΑΙΓΙΣ: πώς ένα πρόγραμμα που γεννήθηκε για να αποκτήσει η χώρα δικά της μέσα κατέληξε να συνδυάζει αεροπλανάκια επιτήρησης, ελικόπτερα συντονισμού, βαριά ελικόπτερα με ξένη υποστήριξη, ΚΑΝΑΝΤΑΙΡ που θα έρθουν έπειτα από χρόνια και μισθώσεις που συνεχίζουν να καταπίνουν εκατοντάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο.

Κάθε επιμέρους επιλογή σίγουρα συνοδεύεται από μια τεχνική και οικονομική αιτιολογία. Το συνολικό σχέδιο, όμως, μοιάζει βολικό για όσους πουλούν ώρες πτήσης, αισθητήρες, τεχνικές υπηρεσίες και μακροχρόνια υποστήριξη, ενώ αφήνει το Δημόσιο να πληρώνει πρώτα την ιδιοκτησία και έπειτα τη δυνατότητα χρήσης. Το συμπέρασμα είναι πως το ΑΙΓΙΣ είχε την ιστορική ευκαιρία να γίνει η ασπίδα της χώρας, όμως μέχρι στιγμής -και στο αεροπορικό του κομμάτι- μοιάζει με ΑΠΕΛΠΙΣ.