Το McDonnell F3H Demon ήταν προϊόν μιας πολύ συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής: της πρώτης δεκαετίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το Αμερικανικό Ναυτικό έπρεπε να περάσει από τα πρώτα αεριωθούμενα αεροσκάφη σε μαχητικά με ραντάρ, κατευθυνόμενα όπλα και δυνατότητα αναχαίτισης ημέρα και νύχτα, σε κάθε καιρό. Η απαίτηση αυτή γεννήθηκε την εποχή του Πολέμου της Κορέας, σε μια περίοδο όπου η ταχύτητα των αεριωθουμένων αυξανόταν, τα αεροπλανοφόρα μεγάλωναν, η απειλή βομβαρδιστικών και αεροσκαφών υψηλής ταχύτητας έμπαινε στο κέντρο της ναυτικής αεράμυνας και η τεχνολογία των πυραύλων αέρος-αέρος περνούσε από το πεδίο των δοκιμών στην επιχειρησιακή ανάπτυξη.

Σχεδίαση και εξέλιξη
Η McDonnell ξεκίνησε να σχεδιάζει το Model 58 ως απάντηση σε απαίτηση του Αμερικανικού Ναυτικού για νέο μαχητικό υψηλών επιδόσεων με οπισθοκλινή πτέρυγα, μεγάλη ισχύ και δυνατότητα νυχτερινής/παντός καιρού αναχαίτισης. Η αρχική σχεδίαση στηριζόταν στον κινητήρα Westinghouse J40, που στα χαρτιά θα έδινε την απαιτούμενη ώση. Στην πράξη αυτός παρουσίασε ελλείψεις ισχύος, αξιοπιστίας και θερμικής συμπεριφοράς, ενώ το ίδιο το αεροσκάφος βάρυνε, όσο η αποστολή του μετατρεπόταν από απλό αναχαιτιστικό ημέρας σε μαχητικό παντός καιρού.
Το πρωτότυπο XF3H-1 πέταξε για πρώτη φορά στις 7 Αυγούστου 1951. Η πρώτη φάση δοκιμών έδειξε ότι η γενική αεροδυναμική λύση είχε βάση, όμως ο κινητήρας αποτελούσε κεντρικό περιορισμό του προγράμματος. Η έκδοση F3H-1N που ακολούθησε μπήκε σε περιορισμένη παραγωγή, όμως τα προβλήματα του J40 οδήγησαν σε καθηλώσεις και ακυρώσεις.

Η σωτηρία του προγράμματος ήρθε με την ανασχεδίαση γύρω από τον Allison J71. Ο νέος κινητήρας είχε μεγαλύτερη διάμετρο και διαφορετικές απαιτήσεις εγκατάστασης, άρα το Demon έπρεπε να ανασχεδιαστεί. Η άτρακτος μεγάλωσε, οι εισαγωγές αέρα προσαρμόστηκαν, η πτέρυγα απέκτησε μεγαλύτερη επιφάνεια και το αεροσκάφος απέκτησε τη μορφή που γνωρίζουμε στις εκδόσεις F3H-2N, F3H-2M και F3H-2. Το αποτέλεσμα ήταν βαρύτερο από την αρχική φιλοσοφία, με μέτρια επιτάχυνση και περιορισμένη περίσσεια ισχύος, όμως είχε σταθερότητα, ευρυχωρία, καλή ορατότητα και συμπεριφορά κατάλληλη για αεροπλανοφόρο.
Το κόκπιτ τοποθετήθηκε ψηλά για ορατότητα στο κατάστρωμα και στην τελική προσέγγιση, οι εισαγωγές αέρα ήταν στα πλάγια της ατράκτου, ενώ η πτέρυγα είχε μηχανισμούς αναδίπλωσης για αποθήκευση σε υπόστεγα αεροπλανοφόρων. Το σύστημα προσγείωσης ήταν ενισχυμένο, υπήρχε γάντζος ανάσχεσης και η δομή ήταν ικανή να αντέξει τις επαναλαμβανόμενες προσνηώσεις.

Το F3H-2N ήταν η κύρια έκδοση αναχαίτισης με ραντάρ και πυροβόλα, το F3H-2M ήταν η έκδοση με ολοκλήρωση των πυραύλων Sparrow, ενώ το F3H-2 έδωσε μεγαλύτερη έμφαση σε εξωτερικό φορτίο. Κατασκευάστηκαν 140 F3H-2N, 80 F3H-2M και 239 F3H-2, ενώ μαζί με τις πρώτες παρτίδες και τα πρωτότυπα ο συνολικός αριθμός έφτασε τα 519 αεροσκάφη. Η παραγωγή ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ο τύπος έλαβε τη νέα ονομασία F-3 με την ενιαία ονοματολογία του 1962.

Αεροδυναμική, κινητήρας, ραντάρ και οπλισμός
Το F3H Demon ήταν μεγάλο για μονοκινητήριο μαχητικό καταστρώματος. Η τυπική έκδοση F3H-2 είχε μήκος 17,96 μέτρα, εκπέτασμα 10,77 μέτρα, ύψος 4,45 μέτρα και επιφάνεια πτέρυγας 51 τετραγωνικά μέτρα. Το κενό βάρος βρισκόταν περίπου στους 9,6 με 10 τόνους και το μέγιστο απογείωσης στους 17,7 τόνους.
Ο κινητήρας των επιχειρησιακών εκδόσεων ήταν ο Allison J71, στη ναυτική διαμόρφωση J71-A-2 ή J71-A-2E, με ώση 10.200 λίβρες ξηρά και 14.250 λίβρες με μετάκαυση. Η μέγιστη ταχύτητα του τύπου δινόταν στα 1.100 με 1.150 χλμ/ώρα, δηλαδή στο όριο της υποηχητικής περιοχής, με επιχειρησιακή οροφή τα 42.000 πόδια.

Η πτέρυγα είχε μέτρια γωνία οπισθόκλισης και μεγάλη επιφάνεια. Η επιλογή αυτή ευνοούσε την προσέγγιση σε αεροπλανοφόρο, την ευστάθεια και τον έλεγχο σε χαμηλότερες ταχύτητες, με τίμημα την οπισθέλκουσα και το βάρος. Τα πτερύγια καμπυλότητας, τα αεροδυναμικά βοηθήματα και η στιβαρή ναυτική δομή έδιναν στον πιλότο ένα αεροσκάφος που, όταν είχε αρκετή ενέργεια, ήταν προβλέψιμο.

Το ραντάρ AN/APG-51 στο ρύγχος έδινε δυνατότητα εντοπισμού, παρακολούθησης και εμπλοκής στόχων σε συνθήκες χαμηλής ορατότητας ή νύχτας. Η τεχνολογία παρέμενε αναλογική, με μηχανική σάρωση και περιορισμούς επεξεργασίας στόχων, όμως για τη δεκαετία του 1950 ήταν κρίσιμο βήμα.
Ο αρχικός οπλισμός στηριζόταν σε τέσσερα πυροβόλα Colt Mk 12 των 20 χιλιοστών, τοποθετημένα στην άτρακτο. Σε ορισμένες διαμορφώσεις αφαιρούνταν τα δύο επάνω πυροβόλα για μείωση βάρους και διευκόλυνση της συντήρησης. Η μετάβαση σε πυραύλους έγινε παράλληλα με την εξέλιξη του μαχητικού. Το Demon οπλίστηκε με τον AIM-9B Sidewinder για εμπλοκές μικρής εμβέλειας με υπέρυθρη καθοδήγηση και με τους πρώιμους Sparrow, αρχικά ως AAM-N-2 Sparrow I και στη συνέχεια με νεότερες εκδόσεις, για εμπλοκές με ραντάρ.

Το εξωτερικό φορτίο έφθανε περίπου τις 6.000 λίβρες σε διαμόρφωση κρούσης. Το αεροσκάφος μπορούσε να φέρει δεξαμενές καυσίμου, ρουκέτες, βόμβες και πυραύλους.

Το Demon στο Αμερικανικό Ναυτικό
Η πρώτη επιχειρησιακή μονάδα ήταν η VF-14 Tophatters τον Μάρτιο του 1956. Από εκεί και πέρα, ο τύπος διαδόθηκε σε μοίρες των στόλων Ατλαντικού και Ειρηνικού και σε Πτέρυγες εκπαίδευσης και διαμόρφωσης τακτικών. Μέχρι την απόσυρσή του, εκδόσεις του F3H πέταξαν σε 23 Μοίρες μαχητικών του Ναυτικού.
Ανάμεσα τους ήταν οι VF-14 Tophatters, VF-21, VF-24, VF-31 Tomcatters, VF-41 Black Aces, VF-61, VF-64, VF-92, VF-112, VF-114 Executioners, VF-121, VF-122, VF-124, VF-131, VF-141, VF-151, VF-161 Chargers, VF-193 και VF-213 Black Lions, ενώ αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν και σε μονάδες δοκιμών και αξιολόγησης όπως η VX-4.

Η καθημερινή χρήση του Demon είχε ως βάση την προστασία του στόλου. Το αεροσκάφος απογειωνόταν σε ζεύγη ή τετράδες, έφθανε σε υψόμετρο περιπολίας, έπαιρνε κατεύθυνση από τους ελεγκτές κυκλοφορίας και χρησιμοποιούσε το δικό του ραντάρ στην τελική φάση της αναχαίτισης. Το αεροπλανοφόρο λειτουργούσε ως κέντρο του συστήματος, με τα ραντάρ του πλοίου, τα αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και τα μαχητικά να σχηματίζουν αλληλοϋποστηριζόμενη ομπρέλα.
Το 1958 υπήρξε έτος είσόδου του τύπου σε διεθνείς εντάσεις. Το Demon πέταξε σε αποστολές αεράμυνας στόλου στη Μεσόγειο κατά την κρίση του Λιβάνου και στην Άπω Ανατολή κατά την κρίση γύρω από τα νησιά Quemoy. Οι αποστολές αυτές περιλάμβαναν περιπολίες, αναχαιτίσεις αλλά χωρίς να γίνει κάποια εμπλοκή και κατάρριψη.

Στο κατάστρωμα, το Demon απαιτούσε προσοχή λόγω μεγέθους, όμως οι χειριστές εκτιμούσαν την ευστάθεια και την ορατότητα. Στην προσνήωση, η πλατφόρμα ήταν προβλέψιμη, στοιχείο κρίσιμο όταν το αεροσκάφος επέστρεφε νύχτα, με καύσιμο στο όριο και με το κατάστρωμα να κινείται.

Η αλλαγή ονομασίας του 1962 μετέτρεψε το F3H σε F-3, με τις βασικές εκδόσεις να ονομάζονται F-3B, F-3C και MF-3B. Η αλλαγή χρονικά συνέπεσε με το τέλος της επιχειρησιακής ζωής του τύπου. Νέα αεροσκάφη μεγαλύτερων επιδόσεων, ισχυρότερων ραντάρ και καλύτερης σχέσης φορτίου/ώσης είχαν ήδη αρχίσει να αναλαμβάνουν ρόλο. Το Demon συνέχισε να πετά μέχρι να ολοκληρωθούν οι μεταπτώσεις των Μοιρών, επειδή το Ναυτικό είχε ανάγκη από διαθέσιμες πλατφόρμες αεράμυνας σε όλα τα αεροπλανοφόρα και επειδή η εκπαίδευση, η υποδομή και το απόθεμα ανταλλακτικών υπήρχαν ήδη.
Η τελευταία μοίρα που αποχαιρέτησε το Demon ήταν η VF-161 Chargers, η οποία πέρασε στο F-4B Phantom II το 1964. Έτσι έκλεισε μια υπηρεσιακή ζωή περίπου οκτώ ετών. Για τα σημερινά δεδομένα μοιάζει πολύ μικρή, όμως για τη δεκαετία του 1950 και τις αρχές του 1960 ήταν φυσιολογική: η τεχνολογία των ναυτικών τζετ άλλαζε με φοβερό ρυθμό, τα ραντάρ και οι πύραυλοι ωρίμαζαν γρήγορα, ενώ οι απαιτήσεις ταχύτητας και ακτίνας ανέβαιναν συνεχώς.

Το F3H Demon ήταν επιτυχημένο επειδή κάλυψε ένα κενό τη στιγμή που υπήρχε η σχετική ανάγκη στο Αμερικανικό Ναυτικό. Έδωσε στις Πτέρυγες μάχης ένα μαχητικό με ραντάρ, δυνατότητα πυραυλικής εμπλοκής, καλή συμπεριφορά σε αεροπλανοφόρο και επαρκή εμβέλεια για περιπολίες αεράμυνας. Εκπαίδευσε χειριστές, τεχνικούς και επιτελεία στη λογική της αναχαίτισης με αισθητήρες και κατευθυνόμενα όπλα. Και έβαλε τον Sparrow και τον Sidewinder μέσα στην αεροπορική καθημερινότητα σε μια εποχή που η αξιοπιστία των πρώτων πυραύλων χρειαζόταν εμπειρία, δοκιμές και πειθαρχία συντήρησης.

Συνοπτικά χαρακτηριστικά F3H-2 / F-3B
| Κατηγορία | Στοιχεία |
|---|---|
| Κατασκευαστής | McDonnell Aircraft Corporation |
| Τύπος | Μονοθέσιο ναυτικό μαχητικό αναχαίτισης παντός καιρού |
| Πρώτη πτήση | 7 Αυγούστου 1951 |
| Επιχειρησιακή ένταξη | 1956 |
| Χρήστης | Αμερικανικό Ναυτικό |
| Παραγωγή | 519 αεροσκάφη όλων των εκδόσεων |
| Κινητήρας | 1 × Allison J71-A-2 / J71-A-2E με μετάκαυση |
| Ώση | 10.200 lb ξηρά, 14.250 lb με μετάκαυση |
| Μήκος | 17,96 μ. |
| Εκπέτασμα | 10,77 μ. |
| Ύψος | 4,45 μ. |
| Βάρος | Κενό 9,6–10 τόνοι, μέγιστο απογείωσης 17,7 τόνοι |
| Μέγιστη ταχύτητα | Περίπου 1.100–1.150 χλμ/ώρα |
| Οροφή | 42.000 πόδια |
| Ραντάρ | Οικογένεια AN/APG-51 με αναβαθμίσεις ανά έκδοση |
| Πυροβόλα | Έως 4 × 20 χιλ. Colt Mk 12, συχνά με αφαίρεση δύο πυροβόλων σε μεταγενέστερες διαμορφώσεις |
| Πύραυλοι | AIM-9 Sidewinder, Sparrow/AAM-N |
| Εξωτερικό φορτίο | Έως 6.000 lb σε διαμόρφωση κρούσης |
| Απόσυρση | 1964 |