Το Grumman F9F Panther ανήκει σε εκείνη τη μικρή κατηγορία αεροσκαφών που δεν χρειάστηκαν εξωτικές λύσεις για να γράψουν ιστορία. Δεν ήταν το ταχύτερο τζετ της εποχής του, δεν ήταν το πιο προηγμένο αεροδυναμικά, δεν είχε πτέρυγες με κλίση, δεν έφερε ραντάρ αναχαίτισης και δεν μπορούσε να ακολουθήσει το MiG-15 στα μεγάλα ύψη με ίσους όρους.
Όμως ήταν το πρώτο πραγματικά επιτυχημένο αεριωθούμενο μαχητικό του Αμερικανικού Ναυτικού και το πρώτο τζετ της Grumman που μπήκε σε μαζική παραγωγή. Και κυρίως ήταν το αεροσκάφος που έφερε την αμερικανική ναυτική αεροπορία από την εποχή του εμβολοφόρου F6F Hellcat και του F8F Bearcat στην εποχή του αεριωθούμενου πολέμου.

Το Panther γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου το Αμερικανικό Ναυτικό ήθελε τζετ, όμως η ναυτική χρήση αεριωθούμενων μαχητικών έμοιαζε ακόμη δύσκολη υπόθεση. Τα πρώτα turbojet είχαν περιορισμένη ώση, υψηλή κατανάλωση, αργή απόκριση ισχύος και απαιτούσαν προσεκτικό χειρισμό. Το αεροπλανοφόρο, από την άλλη πλευρά, ζητούσε το αντίθετο. Ζητούσε στιβαρότητα, προβλέψιμη συμπεριφορά σε χαμηλές ταχύτητες, καλή ορατότητα, ανθεκτικό σύστημα προσγείωσης, άγκιστρο ανάσχεσης και απλότητα συντήρησης.

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια της Grumman προς ένα ναυτικό τζετ άρχισε με μελέτες που έφταναν ακόμη και σε διατάξεις με πολλούς μικρούς κινητήρες. Οι πρώτοι αμερικανικοί υστερούσαν σε ώση, άρα οι σχεδιαστές έψαχναν τρόπους να δώσουν στο αεροπλάνο αρκετή ισχύ για ασφαλείς απονηώσεις. Η τεχνολογία όμως κινήθηκε γρήγορα. Η επιλογή ισχυρότερων, βρετανικής προέλευσης turbojet, που στις ΗΠΑ παρήχθησαν με άδεια, επέτρεψε στην Grumman να εγκαταλείψει πιο περίπλοκες λύσεις και να καταλήξει σε ένα μονοκινητήριο, απλό, στιβαρό και καθαρό αεροδυναμικά αεροσκάφος.

Το πρωτότυπο XF9F-2 πέταξε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και πολύ γρήγορα φάνηκε ότι η Grumman είχε πετύχει κάτι σημαντικό. Το Panther είχε ευθύγραμμη πτέρυγα, μεγάλες δεξαμενές στα ακροπτερύγια, πλαϊνές εισαγωγές αέρα στις ρίζες της πτέρυγας, κλασικό ουραίο, ενισχυμένο σύστημα προσγείωσης και τέσσερα πυροβόλα των 20 χιλιοστών στο ρύγχος.

Το F9F-2 ήταν η βασική αρχική έκδοση. Χρησιμοποιούσε κινητήρα Pratt & Whitney J42, αμερικανική παραγωγή του Rolls-Royce Nene. Ο J42 έδινε περίπου 5.000 λίβρες ώσης, αρκετές για να μετατρέψει το Panther σε αξιόπιστο ναυτικό day fighter. Το F9F-3 αποτέλεσε παραλλαγή με κινητήρα Allison J33, ως εναλλακτική λύση σε περίπτωση προβλημάτων διαθεσιμότητας του J42. Η εμπειρία όμως ευνόησε τελικά τις εκδόσεις με J42 και στη συνέχεια τις ισχυρότερες εκδόσεις με J48.
Το F9F-4 αποτέλεσε βελτιωμένη έκδοση με μεγαλύτερη άτρακτο, περισσότερα καύσιμα και κινητήρα Allison J33, όμως η σημαντικότερη εξέλιξη ήρθε με το F9F-5. Αυτή ήταν η ωριμότερη και πιο χαρακτηριστική μορφή του Panther. Το -5 έφερε κινητήρα Pratt & Whitney J48, αμερικανική έκδοση του Rolls-Royce Tay, με μεγαλύτερη ώση και καλύτερες επιδόσεις. Η άτρακτος είχε επιμηκυνθεί, η χωρητικότητα καυσίμου είχε αυξηθεί και η ευελιξία ήταν καλύτερη.

Υπήρξαν και φωτοαναγνωριστικές εκδόσεις, όπως τα F9F-2P και F9F-5P. Σε αυτές αφαιρέθηκε ο οπλισμός του ρύγχους και εγκαταστάθηκε φωτογραφικός εξοπλισμός. Η αποστολή τους ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς απαιτούσε πτήσεις πάνω ή κοντά σε εχθρική περιοχή, συχνά σε περιβάλλον όπου υπήρχε αντιαεροπορικό πυρ, αντίπαλα μαχητικά και πολύ περιορισμένο περιθώριο λάθους. Το Panther αποδείχθηκε κατάλληλη βάση και για αυτόν τον ρόλο, ακριβώς επειδή ήταν σταθερό, ανθεκτικό και αρκετά γρήγορο για τις απαιτήσεις της εποχής.
Το F9F-5 είχε μήκος 11,4 μέτρα, το άνοιγμα πτέρυγας ήταν 11,6 μέτρα και το ύψος 3,45. Το μέγιστο βάρος απογείωσης έφθανε περίπου τους 8,8 τόνους. Η μέγιστη ταχύτητα ήταν 575 με 579 μίλια ανά ώρα, δηλαδή περίπου 925 με 932 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η επιχειρησιακή οροφή ήταν στα 42.000 πόδια. Ενώ η μεγίστη εμβέλεια έφθανε τα 1.100 ναυτικά μίλια.
Ο οπλισμός ήταν ένα από τα δυνατά του σημεία. Το Panther έφερε τέσσερα πυροβόλα AN/M3 των 20 χιλιοστών στο ρύγχος, με συνολικά 760 βλήματα. Σε σχέση με πολυβόλα των 12,7 χιλιοστών, τα 20 χιλιοστά έδιναν πολύ ισχυρότερο πλήγμα ανά βολή και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε προσβολές ελαφρών στόχων στο έδαφος.

Στις πτέρυγες μπορούσε να μεταφέρει ρουκέτες, βόμβες και δεξαμενές. Τυπικές διαμορφώσεις περιλάμβαναν ρουκέτες των 5 ή 6 ιντσών, καθώς και βόμβες των 500 ή 1.000 λιβρών. Το συνολικό εξωτερικό φορτίο μπορούσε να φθάσει περίπου τις 3.000 λίβρες.
Η ένταξη σε υπηρεσία ήρθε σε μια στιγμή που το Ναυτικό αναζητούσε τον ρόλο του στον αεριωθούμενο πόλεμο. Η Αμερικανική Αεροπορία προχωρούσε με τα F-80 Shooting Star, F-84 Thunderjet και στη συνέχεια τα F-86 Sabre. Το Ναυτικό είχε τις δικές του ανάγκες. Το North American FJ-1 Fury ήταν σημαντικό ως βήμα μετάβασης, όμως περιορισμένο. Το McDonnell FH Phantom ήταν πρωτοπόρο, αλλά επίσης μεταβατικό. Το F2H Banshee πρόσφερε μεγαλύτερη εμβέλεια και καλύτερες δυνατότητες σε ορισμένους ρόλους. Το Panther όμως ήταν το αεροσκάφος που έδωσε κρίσιμη μάζα και καθημερινή επιχειρησιακή αξία στη ναυτική αεριωθούμενη αεροπορία.
Η Κορέα το μετέτρεψε από καλό αεροπλάνο σε ιστορικό. Από το καλοκαίρι του 1950, τα Panther των αεροπλανοφόρων USS Valley Forge, USS Philippine Sea, USS Boxer, USS Princeton και άλλων μονάδων βρέθηκαν πάνω από την Κορεατική Χερσόνησο. Πέταξαν σε αποστολές κρούσης, συνοδείας, ένοπλης αναγνώρισης και προστασίας σχηματισμών. Με απονηώσεις σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, πτήσεις πάνω από ορεινό έδαφος, με αντιαεροπορικό πυρ, κίνδυνο από αντίπαλα μαχητικά και επιστροφή συχνά με ζημιές ή ελάχιστα καύσιμα.

Το Panther πέτυχε και αεροπορικές νίκες. Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, κατέρριψαν βορειοκορεατικά αεροσκάφη, ανάμεσά τους Yak-9. Αργότερα, Panther συγκρούστηκαν και με MiG-15. Εκεί φάνηκε καθαρά το όριο της σχεδίασης. Το MiG-15 είχε πτέρυγες με κλίση, υψηλότερη ταχύτητα, καλύτερη απόδοση σε ύψος και γενικότερα ανώτερη αεροδυναμική για αερομαχία υψηλών επιδόσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τακτική, η εμπειρία του πιλότου και η συγκυρία έδωσαν στο F9F τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει ακόμη και πολύ ταχύτερους αντιπάλους.
Η πιο γνωστή φυσιογνωμία που συνδέθηκε με το Panther ήταν ο Neil Armstrong. Πριν γίνει ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στη Σελήνη, υπηρέτησε ως αεροπόρος του Ναυτικού και πέταξε 78 πολεμικές αποστολές με F9F Panther στην Κορέα.

Σε σύγκριση με το McDonnell F2H Banshee, το Panther ήταν μικρότερο, πιο συμπαγές και πιο καθαρά προσανατολισμένο στον ρόλο του day fighter και fighter bomber. Το Banshee είχε δύο κινητήρες, μεγαλύτερη εμβέλεια και εξελίχθηκε σε σημαντική πλατφόρμα αναχαίτισης και αναγνώρισης. Το Panther, από την άλλη πλευρά, ήταν πιο απλό, πιο άμεσο και πιο κατάλληλο για μαζική καθημερινή χρήση από καταστρώματα. Το ένα συμπλήρωνε το άλλο, όμως το F9F έγινε το πιο εμβληματικό αμερικανικό ναυτικό jet της Κορέας.

Σε σχέση με το North American FJ-1 Fury, το Panther ήταν σαφώς πιο ώριμο. Το FJ-1 είχε αξία ως πρώιμο ναυτικό τζετ, όμως έδειχνε τις αδυναμίες της μεταβατικής περιόδου. Το F9F ήταν πιο ολοκληρωμένο αεροσκάφος, με καλύτερη επιχειρησιακή αξία και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.

Η ακροβατική ομάδα του Αμερικανικού Ναυτικού Blue Angels χρησιμοποίησε F9F Panther στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, μεταφέροντας στο κοινό την εικόνα του ναυτικού τζετ ως ασφαλούς, εντυπωσιακού και ελεγχόμενου αεροσκάφους.
Το Panther γνώρισε και εξαγωγική χρήση. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν η Αργεντινή, η οποία απέκτησε F9F για τη ναυτική της αεροπορία. Αν και οι αριθμοί ήταν περιορισμένοι σε σχέση με τις αμερικανικές δυνάμεις, η απόκτηση του τύπου έδωσε σε μια μεσαία ναυτική δύναμη της εποχής πρόσβαση σε αεριωθούμενο μαχητικό.

Η παραγωγή του τύπου έφτασε σε μεγάλους αριθμούς για τα δεδομένα ενός πρώιμου ναυτικού τζετ με 1.382 αεροσκάφη. Το Panther υπηρέτησε σε μονάδες πρώτης γραμμής και στη συνέχεια πέρασε σε εφεδρικές, κυρίως για εκπαιδευτικές χρήσεις, καθώς νεότερα μαχητικά άρχισαν να το αντικαθιστούν. Η απόσυρσή του από την πρώτη γραμμή ήταν φυσιολογική, επειδή η τεχνολογία των τζετ εξελισσόταν με ρυθμό που μέσα σε λίγα χρόνια απαξίωνε ολόκληρες γενιές αεροσκαφών.
