Σημαντικό βάθος προσδίδει στην χθεσινή ανακοίνωση της Σουηδίας ότι θα παραγγείλει 4 γαλλικές φρεγάτες FDI για κάπου 40 δις κορώνες (3,7 δις ευρώ), το σημερινό δημοσίευμα του γαλλικού La Lettre. Καθώς αναφέρει πως η Γαλλία με τη σειρά της, θα αγοράσει σειρά σουηδικών αμυντικών συστημάτων, όπως τα σκάφη ειδικών δυνάμεων CB90 της Saab, αλλά και φορητούς αντιαρματικούς πυραύλους NLAW.
Στα παραπάνω να προσθέσουμε και την σημερινή παραγγελία 17 ραντάρ Giraffe 1X από τη Γαλλία (επίσης παραγωγής Saab), αλλά και την πρόσφατη 2 ιπταμένων ραντάρ Global Eye… από την Saab (μάλλον δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε) αξίας περίπου 1,2 δις ευρώ.
Ειδικά για τα σκάφη CB90, τουλάχιστον 3 έχουν παραχωρηθεί από την Σουηδία στους Γάλλους Πεζοναύτες για διάστημα 18 μηνών από πέρυσι, ώστε να δοκιμαστούν σε ρόλο προστασίας λιμένων. Οι Πεζοναύτες ήδη τα αξιοποιούν στους κεντρικούς ναυστάθμους του Γαλλικού Ναυτικού, σε Βρέστη και Τουλόν, οπότε είναι πολύ πιθανό να προχωρήσουν και σε παραγγελία -κάπου 10 σκαφών- όπως αναφέρεται, καθώς είναι γνωστή η ανάγκη τους για ένα τέτοιο ταχύ σκάφος ειδικών επιχειρήσεων.

Η πιθανή προμήθεια αντιαρματικών NLAW της Saab Bofors επίσης έχει νόημα, καθώς το όπλο είναι σχετικά ελαφρύ και μικρής ακτίνας δράσης (κάπου 800 μέτρα), ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχο στο γαλλικό οπλοστάσιο για χρήση από ομάδες πεζικού. Ο πύραυλος Akeron MP που παράγεται στη Γαλλία από την MBDA, είναι βαρύτερος και μεγάλης εμβελείας, και ανήκει σε ανώτερη κατηγορία, οπότε τα δύο όπλα -γαλλικό και σουηδικό- αλληλοσυμπληρώνονται.
Για τα κινητά ραντάρ Giraffe 1X έχουμε ήδη γράψει, κι αυτά σαφώς χρησιμεύουν για την ενίσχυση της τοπικής αεράμυνας της Γαλλίας ειδικά κατά drone.
Η Γαλλία ως “πάτρωνας” ασφαλείας
Εφόσον υλοποιηθούν τα παραπάνω, βλέπουμε να σκιαγραφείται όχι μια τυπική πώληση αμυντικού συστήματος (των φρεγατών FDI στην Σουηδία), η οποία εν μέρει εξισσοροπείται από αντίστροφες παραγγελίες υψηλής αξίας -αν μετρηθούν συνολικά. Πολύ πιο πέρα, το σκηνικό δείχνει κάτι σαφώς ουσιαστικότερο και έχει μεγάλη γεωπολιτική βαρύτητα.
Θυμίζουμε εδώ πως η Σουηδία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ πολύ πρόσφατα, και είναι τώρα σε μια διαδικασία έντασης να προσαρμοστεί στα σχετικά πρότυπα και προδιαγραφές, στις δομές διοίκησης, επικοινωνιών, οργάνωσης, στις κοινές ασκήσεις και σχεδιασμούς, στην συγκρότηση πολυεθνικών σχηματισμών και βέβαια το ουσιαστικότερο, στην αντίληψη μιας κοινής Άμυνας.
Εδώ λοιπόν η εμφάνιση της Γαλλίας, ως “πυλώνας στήριξης” αυτής της σουηδικής ένταξης στη Συμμαχία, μαζί με μεγάλη διμερή συνεργασία σε εξοπλιστικά συστήματα, καθώς και οι δύο μοιάζουν, παράγοντας μεγάλη ποικιλία “εθνικών όπλων”, με εκατέρωθεν αγορές δισεκατομμυρίων, ξεπερνά το καθαρά εμπορικό μέρος. Και δείχνει τη γαλλική και παγιωμένη πρόθεση να “ηγηθεί της Ευρώπης” σε ότι αφορά την άμυνα της.
Η αμερικανική μάλιστα σταδιακή απεξάρτηση από το ΝΑΤΟ, η διαφαινόμενη απόσυρση δυνάμεων της Ουάσιγκτον μαζί με επιλεκτική στήριξη κάποιων χωρών στην Γηραιά Ήπειρο και όχι πλέον της συλλογικής άμυνας, στην πράξη ανοίγει το χώρο στην Γαλλία, να αναλάβει να καλύψει το κενό.
Έτσι το Παρίσι – υποθέτουμε – κάνει με την Σουηδία ένα ακόμη “ελληνικό” πείραμα. Δηλαδή εμφανίζεται ως ο φιλικός “πάτρωνας” που μπορεί να εγγυηθεί σε μικρότερη περιφερειακή χώρα, εντός ΝΑΤΟ αρχικά αλλά και ειδικά σε διμερές επίπεδο, την ασφάλεια και την παροχή εξοπλισμών και γενικότερα τη συστηματική πολιτική και οικονομική συνέργεια.
Στην Ελλάδα το είδαμε αυτό με τη σύναψη της κοινής στρατηγικής συμφωνίας με ρήτρα στρατιωτικής βοήθειας -κάτι πρωτοφανές για την μεταπολεμική Ευρώπη και βέβαια με ελληνικές αγορές γαλλικών όπλων (δυστυχώς δεν παράγουμε τίποτα για να ζητήσουμε ανταπόδοση…). Στην Σουηδία ήδη βλέπουμε μια έναλλακτική της ίδιας στρατηγικής, με ανταλλαγή εξοπλισμών, με συγκλίσεις πολιτικές και ότι άλλο βέβαια ανακύψει σε βάθος χρόνου.
Και στις δύο περιπτώσεις το κύριο σχήμα (πέρα από το εξοπλιστικό) είναι το ίδιο: μια “Μεγάλη Δύναμη”, με τον ιστορικό ορισμό της πυρηνικής ισχύος και της διεθνούς επιρροής, πολιτικής, θεσμικής, πολιτισμικής και οικονομικής, προσεταιρίζεται μικρότερες χώρες στον κοινό γεωγραφικό χώρο συνάπτοντας μια ιδιόμορφη συμμαχία, με τις όποιες αναμενόμενες διαφοροποιήσεις. Κάτι που από την μια εμφανίζεται “διασπαστικό” εντός ενιαίας Ευρώπης, αλλά από άλλη σκοπιά, ως “συσπειρωτικό”, σε μια ήπειρο που αναζητά νέους άξονες συμπόρευσης.
Τέλος εποχής ή νέα δύσκολη αρχή;
Να διατυπώσουμε καταληκτικά – γιατί το θέμα είναι τεράστιο και υποχρεωτικά θα επανέλθουμε- μια επισήμανση: Η Ευρώπη δικαίως τονίζεται από όλους μας, πως βρίσκεται σε μια φάση ύφεσης, κυρίως στο ζήτημα της κοινής πορείας, των κοινών αξιών και της εσωτερικής συνοχής της, όπως αυτή είχε δομηθεί μεταπολεμικά με τις συγκλονιστικές προσπάθειες της ΕΟΚ (μετά Ε.Ε.), και με ένα αχανές πλέγμα διμερών-πολυμερών συμφωνιών και συνεννοήσεων.
Όποια διαφωνία και να έχει κανείς με την “γραφειοκρατία των Βρυξελλών” και τις πολλές εσωτερικές τριβές και εσφαλμένες πολιτικές, όπως και την εν μέρει υποταγή σε συμφέροντα ολίγων, το γεγονός παραμένει πως η Γηραία Ήπειρος, για πρώτη φορά στην ιστορία της, κλείνει κάπου 80 χρόνια “εσωτερικής ειρήνης”. Και όχι μόνο ειρήνης αλλά και μεγάλης συνεννόησης και κοινής πορείας (με δυστυχώς τη Ρωσία να ακολουθεί ένα δρόμο επιθετικού εθνικισμού). Αυτό λοιπόν ούτε λίγο είναι, ούτε αναμενόμενο, ούτε μπορεί να διακυβευθεί. Και το αναγνωρίζουν και οι λαοί της ηπείρου αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος. Οπότε ας μην προτρέχουμε να κηρύξουμε το “Fin de siècle”, δηλαδή το “τέλος εποχής” της.
Δεν είναι γνωστό αν η Ευρώπη, ως “ιδέα” και ως “πολιτισμός” έχει μέλλον. Σαφώς και μπορεί να καταρρεύσει όπως η ιστορία έχει αποδείξει ότι συμβαίνει ανά μεγάλη περίοδο. Αλλά δεν είναι και κάποιος αυτοματισμός μη αναστρέψιμος. Άρα η γαλλική φιλοδοξία, η γερμανική εσωστρέφεια που τελειώνει, οι ανακατατάξεις ισχύος, ακόμη και η διαπάλη με την ιδεολογική ακρότητα και τον νοσηρό εθνικισμό, η κοινωνική απελπισία που στρέφεται και προς το επικίνδυνα γελοίο και το εξώφθαλμα επικίνδυνο αναζητώντας “σωτήρες”, ο διάχυτος λαϊκισμός και η αυτοπροβολή διαφόρων ακκιζόμενων ήγετίσκων, όλα αυτά, στην δραματικότητα τους, μπορεί-ίσως-πιθανά να φέρουν και κάτι νέο και ίσως θετικό. Τι θα είναι αυτό; Ποιος γνωρίζει και ποιος έχει την απαντοχή και την ψυχραιμία να το διακρίνει…