Η μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ μπορεί να αλλάξει όχι μόνο την πολιτική ισορροπία στην Ουάσιγκτον, αλλά και την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία. Για πρώτη φορά μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων του Αμερικανού προέδρου.

Στο Κίεβο, όπου η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας έχει προκαλέσει σοβαρή ανησυχία, το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί νέες προσδοκίες. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ελπίζει ότι το νέο Κογκρέσο θα υποστηρίξει περισσότερες παραδόσεις όπλων, οικονομική βοήθεια και μεγαλύτερη πίεση προς τη Ρωσία. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών αρκεί για να αλλάξει την πολιτική του Τραμπ απέναντι στην Ουκρανία.

Σε συνέντευξή του στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF, την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, ο Ουκρανός πρόεδρος εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος. «Είμαι ευγνώμων και στους Ρεπουμπλικανούς, αλλά οι Δημοκρατικοί μιλούν πολύ ξεκάθαρα για τη στήριξη της Ουκρανίας και την παροχή βοήθειας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι επιθυμούν επίσης την αποκατάσταση των στενών σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης. «Υπάρχει λοιπόν ελπίδα ότι θα δημιουργηθεί μια νέα ισορροπία δυνάμεων και ότι θα λάβουμε περισσότερη υποστήριξη».

Ο Ζελένσκι θεωρεί ότι η στάση του Κογκρέσου μπορεί να επηρεάσει και τους υπολογισμούς της Μόσχας. «Αν το Κογκρέσο αρχίσει να μιλά για ισχυρή οικονομική ή στρατιωτική βοήθεια, όπως κάνει σήμερα η Ευρώπη, αυτό θα είναι κάτι θετικό που θα επηρεάσει τον Πούτιν», τόνισε. Για το Κίεβο, η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς η αμερικανική βοήθεια έχει περιοριστεί επί προεδρίας Τραμπ, ενώ η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται συστήματα αεράμυνας, πυραύλους αναχαίτισης και σταθερή χρηματοδότηση για να συνεχίσει να αμύνεται.

Η νίκη των Δημοκρατικών ήταν εντυπωσιακή ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες. Σύμφωνα με το Reuters, οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να κερδίσουν έδρες σε περιοχές που είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024, ενώ στο Κάνσας εξελέγη Δημοκρατικός γερουσιαστής για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το αποτέλεσμα αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για την ακρίβεια, τις οικονομικές επιπτώσεις των δασμών και τον πόλεμο με το Ιράν. Δημοσκοπήσεις κατά την έξοδο από τις κάλπες έδειξαν ότι περίπου επτά στους δέκα ψηφοφόρους επιθυμούν ένα Κογκρέσο που θα ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στον πρόεδρο.

Οι Δημοκρατικοί θα αναλάβουν τον έλεγχο των δύο σωμάτων τον Ιανουάριο του 2027, αποκτώντας τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη νομοθεσία, τις κρατικές δαπάνες και τις αποφάσεις για τη χρηματοδότηση της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλουν αυτομάτως στον Λευκό Οίκο μια νέα στρατηγική για την Ουκρανία. Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρος και διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Η Ευρώπη ελπίζει, αλλά δεν έχει αυταπάτες

Οι αντιδράσεις στην Ευρώπη δείχνουν πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζεται η νέα κατάσταση. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, εξέφρασε την ελπίδα ότι το νέο αμερικανικό Κογκρέσο θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία και θα αυξήσει την πίεση προς τη Ρωσία. Όπως υπογράμμισε, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ ισχυρότερες όταν ενεργούν μαζί. Στη Γερμανία, ωστόσο, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εμφανίστηκε περισσότερο επιφυλακτικός. «Τα τελευταία δύο χρόνια ο Τραμπ κυβερνούσε σε μεγάλο βαθμό παρακάμπτοντας το Κογκρέσο. Γιατί να είναι διαφορετικά τώρα;» αναρωτήθηκε.

Αντίθετα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ εκτίμησε ότι η νίκη των Δημοκρατικών μπορεί να δημιουργήσει μια νέα ευκαιρία για διπλωματικές πρωτοβουλίες και για μεγαλύτερη συζήτηση σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Από την πλευρά της, η υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Μπεάτε Μάινλ-Ράιζινγκερ έθεσε το ζήτημα ακόμη πιο ξεκάθαρα: η ασφάλεια και η ευημερία της Ευρώπης δεν μπορούν να εξαρτώνται από το πώς ψηφίζουν οι πολίτες στο Κάνσας ή στην Αϊόβα. Είναι μια παρατήρηση που αφορά άμεσα και την Ελλάδα, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, καθώς η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις εκάστοτε πολιτικές ισορροπίες της Ουάσιγκτον.

Την ίδια στιγμή, η διπλωματική κινητικότητα συνεχίζεται. Ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, έχει ανακοινώσει συνομιλίες μεταξύ ουκρανικών και ρωσικών αντιπροσωπειών στο Άμπου Ντάμπι στις 10 και 11 Νοεμβρίου, με αντικείμενο τον τερματισμό του πολέμου και τις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία. Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι είχε ήδη αναλυτικές συζητήσεις με τον Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου, ενόψει των επαφών αυτών.

Από τη Μόσχα, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Τραμπ θα συνεχίσει τις ειρηνευτικές του πρωτοβουλίες, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών. Έτσι, ενώ το Κίεβο περιμένει περισσότερη υποστήριξη από το νέο Κογκρέσο, η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να προωθεί τη δική της διπλωματική διαδικασία.

Ο Ζελένσκι παρασημοφόρησε τη Μελάνια Τραμπ

Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, υπήρξε και μια εξέλιξη με έντονο συμβολισμό. Ο Ζελένσκι απένειμε στην πρώτη κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ, το παράσημο της πριγκίπισσας Όλγας Α΄ Τάξεως για τη συμβολή της στην ανθρωπιστική υποστήριξη της Ουκρανίας και στην προστασία των παιδιών που έχουν πληγεί από τον πόλεμο. Η σχετική απόφαση φέρει ημερομηνία 2 Νοεμβρίου και δημοσιοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου.

Η Μελάνια Τραμπ είχε διαδραματίσει ρόλο στη διαμεσολάβηση για μια προσωρινή, τοπική εκεχειρία στην κατεχόμενη πόλη Ολέσκι της περιφέρειας Χερσώνας, ώστε να καταστεί δυνατή η απομάκρυνση αμάχων και η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Σύμφωνα με το Reuters, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε έπειτα από έξι ημέρες, ενώ η ίδια η Μελάνια Τραμπ ανέφερε ότι απομακρύνθηκαν σχεδόν 800 άνθρωποι. Η ανθρωπιστική αυτή συνεργασία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ Κιέβου και Λευκού Οίκου παραμένουν δύσκολες.

Για την Ουκρανία, λοιπόν, η νίκη των Δημοκρατικών αποτελεί μια σημαντική πολιτική εξέλιξη, όχι όμως ακόμη μια εγγύηση για περισσότερα όπλα ή χρήματα. Το νέο Κογκρέσο μπορεί να περιορίσει τις επιλογές του Τραμπ και να ενισχύσει τη φωνή όσων ζητούν μεγαλύτερη στήριξη προς το Κίεβο. Μέχρι να αναλάβει όμως καθήκοντα τον Ιανουάριο, η πορεία του πολέμου και οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις θα συνεχίσουν να επηρεάζονται κυρίως από τις αποφάσεις της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης. Για τον Ζελένσκι, το ζητούμενο είναι αν η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσιγκτον θα μετατραπεί τελικά σε ουσιαστική βοήθεια στο πεδίο της μάχης. Για την Ευρώπη, το ερώτημα είναι ακόμη μεγαλύτερο: πόσο μπορεί να εξαρτά την ασφάλειά της από έναν σύμμαχο του οποίου η εξωτερική πολιτική μπορεί να αλλάζει τόσο έντονα ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα;