Tου Αντιπτεράρχου (Ι) εα, Δρ. Θωμά Χατζηαθανασίου, επίτιμου διοικητή Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ), αν. γραμματέας Τομέα Άμυνας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, γεν. γραμματέα ΔΣ Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος (Α.ΑΚ.Ε.), αντιπρόεδρου ελληνικής MENSA

Η υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, στο πλαίσιο μιας ήδη εξελισσόμενης στρατηγικής σύγκλισης, αποτελεί εξέλιξη ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, ενισχύοντας τη μεταξύ τους αμυντική συνεργασία και την αρχή της συλλογικής αποτροπής. Οι ακριβείς στρατιωτικές υποχρεώσεις που θα προκύπτουν σε περίπτωση επίθεσης δεν έχουν ακόμη εξειδικευθεί, γεγονός που δεν μειώνει τη συμβολική και στρατηγική σημασία της συμφωνίας.
Η εξέλιξη εντάσσεται σε μια ήδη εξελισσόμενη στρατηγική σύγκλιση και συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας από τον Κόλπο έως τη Νότια Ασία. Για την Ελλάδα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη θέση και την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή.
Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει το ενδεχόμενο διεύρυνσης του σχήματος. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η Αίγυπτος θα μπορούσε να ενταχθεί στη νέα συμφωνία, εφόσον επιλυθούν ορισμένα τεχνικά ζητήματα. Η δήλωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς Αίγυπτος, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν συμμετέχουν ήδη στο τετραμερές σχήμα R4, του οποίου η τέταρτη υπουργική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο στις 21 Ιουνίου 2026.
Η Αίγυπτος δεν έχει μέχρι σήμερα προσχωρήσει στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας. Εάν όμως το πράξει, η εξέλιξη θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Θα συνδέσει ακόμη στενότερα την Τουρκία με έναν ευρύτερο περιφερειακό μηχανισμό στον οποίο θα συμμετέχει και η Αίγυπτος, επηρεάζοντας άμεσα τις ισορροπίες από την Ανατολική Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα έως τον Κόλπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος θα καταστεί αντίπαλος της Ελλάδας ή ότι θα εγκαταλείψει τις στρατηγικές σχέσεις της με την Αθήνα. Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους μηδενικού αθροίσματος. Σημαίνει, όμως, ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένες τις σημερινές ισορροπίες ούτε να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στην περιοχή αποσπασματικά.
Από το 2021, ελληνική πυροβολαρχία Patriot και ελληνικό προσωπικό συμβάλλουν στην προστασία κρίσιμων υποδομών που συνδέονται με την ασφάλεια εφοδιασμού καυσίμων στη Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο της ελληνοσαουδαραβικής αμυντικής συνεργασίας.
Την ίδια στιγμή, η Σαουδική Αραβία συνάπτει με την Τουρκία και το Πακιστάν έναν μηχανισμό αμοιβαίας αμυντικής δέσμευσης, με την Τουρκία να διατηρεί απέναντι στην Ελλάδα την απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και να θέτει ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη αυτή δεν ακυρώνει τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας. Αναδεικνύει, όμως, ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσο οι ελληνικές διμερείς σχέσεις μεταφράζονται σε πραγματικό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Το ίδιο ερώτημα αφορά ακόμη περισσότερο την Αίγυπτο.
Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά στην ελληνοαιγυπτιακή στρατηγική σχέση και στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου. Το Κάιρο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ η γεωγραφική του θέση το καθιστά σημαντικό παράγοντα για τη Λιβύη, την Ερυθρά Θάλασσα και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Εάν η Αίγυπτος ενταχθεί τελικά στη Συμφωνία της Μέκκας, η εξέλιξη δεν θα αφορά πλέον μόνο τον Κόλπο και τη Νότια Ασία. Θα αποκτήσει άμεση διάσταση για την Ανατολική Μεσόγειο και θα ενισχύσει την εκτίμηση ότι η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει το στρατηγικό της αποτύπωμα πολύ πέρα από το άμεσο γεωγραφικό της περιβάλλον.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό δίκτυο σχέσεων με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κύπρο, το Ισραήλ και άλλους περιφερειακούς εταίρους. Είναι ταυτόχρονα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα έχει εταίρους.
Το ερώτημα είναι αν διαθέτει συνεκτική στρατηγική που να συνδέει αυτές τις σχέσεις σε μια ενιαία αντίληψη για την περιφερειακή ασφάλεια.
Η νέα Συμφωνία της Μέκκας δείχνει ότι το περιβάλλον ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή μεταβάλλεται γρήγορα. Η Τουρκία ενισχύει τις σχέσεις της με σημαντικές αραβικές και μουσουλμανικές χώρες και επιδιώκει να διευρύνει το περιφερειακό στρατηγικό της αποτύπωμα.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια μιας εξωτερικής πολιτικής που απλώς αντιδρά εκ των υστέρων στις εξελίξεις. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσει έναν «αντιτουρκικό άξονα». Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζει ποια θέση θέλει να καταλαμβάνει στην αναδυόμενη αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «πού βρίσκεται η ελληνική στρατηγική;». Είναι εάν η Ελλάδα διαμορφώνει τις περιφερειακές εξελίξεις ή απλώς προσαρμόζεται σε αυτές.