Το ΒΕΛΟΣ είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας σημείου, φτιαγμένο για την προστασία αεροπορικών βάσεων και κρίσιμων εγκαταστάσεων. Συνδυάζει ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, δύο μονάδες ελέγχου πυρός, κατευθυνόμενους πυραύλους και δίδυμα πυροβόλα 35 χιλιοστών. Η φιλοσοφία του παραμένει επίκαιρη, επειδή δημιουργεί διαδοχικές ζώνες εμπλοκής. Ο πύραυλος αναλαμβάνει τον στόχο στην εξωτερική ζώνη και το πυροβόλο σχηματίζει την τελική, πυκνή ασπίδα γύρω από το προστατευόμενο σημείο.
Η τεχνολογική του καταγωγή αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν η ελβετική Oerlikon ανέπτυξε το δίδυμο πυροβόλο GDF των 35×228 χιλιοστών. Το πρώτο λειτουργικό πρωτότυπο εμφανίστηκε το 1959 και οι αρχικές εκδόσεις συνεργάστηκαν με το σύστημα ελέγχου πυρός Superfledermaus. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 το Skyguard διαδέχθηκε αυτή τη λύση, προσφέροντας ολοκληρωμένο ραντάρ έρευνας, ραντάρ παρακολούθησης, υπολογιστή βολής και δυνατότητα ελέγχου πυροβόλων και εκτοξευτών Sparrow από την ίδια μονάδα.

Η ελληνική προμήθεια του ελβετικού συστήματος είχε ήδη δρομολογηθεί έως τις 3 Φεβρουαρίου 1982. Τότε η αμερικανική κοινοποίηση πώλησης κατέγραψε ελληνικό αίτημα για 280 AIM-7M Sparrow με υλικά υποστήριξης και εκτιμώμενη αξία 98 εκατ. δολαρίων, εξηγώντας ότι οι πύραυλοι προορίζονταν για το σύστημα αεράμυνας που η χώρα προμηθευόταν από την Ελβετία. Το ποσό αφορούσε το αμερικανικό πυραυλικό πακέτο. Τον Δεκέμβριο του 1984 πραγματοποιήθηκαν δοκιμαστικές βολές στην Κρήτη και το SIPRI Yearbook 1987 καταγράφει παραδόσεις συστημάτων και πυραύλων το 1985 και το 1986, με ολοκλήρωση των συγκεκριμένων παρτίδων το 1986.
Η επόμενη μεγάλη τομή ήρθε τη δεκαετία του 2000. Το 2006 οριστικοποιήθηκε σύμβαση γενικής επιθεώρησης και εκσυγχρονισμού και τον Οκτώβριο του 2008 το πρώτο αναβαθμισμένο πλήρες σύστημα, αποτελούμενο από δύο μονάδες πυρός, ολοκλήρωσε τη δοκιμή αποδοχής. Η αναβάθμιση βελτίωσε την αποκάλυψη στόχων, τη διεπαφή χειριστή και τα ψηφιακά ηλεκτρονικά των εκτοξευτών, πρόσθεσε Link 11B και πιστοποίησε το προγραμματιζόμενο πυρομαχικό AHEAD. Στο Πεδίο Βολής Κρήτης, ριπή AHEAD κατέστρεψε μικρό μη επανδρωμένο στόχο, αποδεικνύοντας έμπρακτα τη νέα δυνατότητα.
Όσα είναι γνωστά δημόσια για τη σημερινή διαμόρφωση κατονομάζουν Skyguard MI, εκτοξευτή Sparrow και πυροβόλο GDF 006 με ηλεκτρονικά AHEAD. Η τυπική πλήρης διάταξη περιλαμβάνει ένα ραντάρ Super Giraffe και δύο μονάδες πυρός. Κάθε μονάδα ελέγχει δύο δίδυμα πυροβόλα και δύο τετραπλούς εκτοξευτές. Έτσι, ένα πλήρες ΒΕΛΟΣ συγκεντρώνει τέσσερα GDF 006, τέσσερις εκτοξευτές και 16 πυραύλους έτοιμους για βολή.

Από το SUGI στη μονάδα Skyguard
Στην κορυφή της αρχιτεκτονικής βρίσκεται το Ericsson Super Giraffe, γνωστό στην ελληνική ορολογία ως SUGI. Πρόκειται συγκεκριμένα για τη διαμόρφωση του ΒΕΛΟΣ με αναφερόμενη ακτίνα έρευνας 40 χιλιομέτρων, ένα κινητό δισδιάστατο ραντάρ παλμικού Doppler στη ζώνη C, με περιστροφή 360 μοιρών. Η παραβολική κεραία ανυψώνεται σε αρθρωτό ιστό περίπου 12 έως 13 μέτρων, αυξάνοντας τον ραδιοορίζοντα απέναντι σε στόχους που πετούν χαμηλά. Η σαφής ονομασία για το ελληνικό ραντάρ είναι Super Giraffe/SUGI των 40 χιλιομέτρων.

Το SUGI δημιουργεί την τοπική αεροπορική εικόνα, εντοπίζει προσεγγίζοντες στόχους και κατανέμει ίχνη στις δύο μονάδες πυρός. Ο ρόλος του είναι η επιτήρηση, η έγκαιρη προειδοποίηση και η κατάδειξη. Η ακριβής παρακολούθηση για την παραγωγή λύσης βολής περνά στο Skyguard της μονάδας που αναλαμβάνει την εμπλοκή. Αυτός ο διαχωρισμός εξηγεί γιατί το ΒΕΛΟΣ διαθέτει περισσότερα από ένα ραντάρ και γιατί το ψηλό SUGI υπηρετεί διαφορετική αποστολή από τον συμπαγή αισθητήρα του Skyguard.
Κάθε Skyguard MI είναι αυτοτελές κέντρο ελέγχου πυρός σε ρυμουλκούμενο θάλαμο. Φέρει παλμικό ραντάρ έρευνας με αναφερόμενη εμβέλεια περίπου 20 χιλιομέτρων, χωριστό ραντάρ ακριβούς παρακολούθησης και ψηφιακό υπολογιστή που υπολογίζει συνεχώς γωνία, απόσταση, ταχύτητα και μελλοντικό σημείο συνάντησης. Ο χειριστής λαμβάνει την κατάδειξη από το SUGI, αποκτά τον στόχο και αναθέτει την εμπλοκή σε πύραυλο ή πυροβόλο. Η μονάδα μεταδίδει ηλεκτρικά τις εντολές σκόπευσης στα όπλα, ώστε οι κάννες και οι εκτοξευτές να ακολουθούν αυτόματα τη λύση.

Το πακέτο αισθητήρων συμπληρώνουν τηλεοπτική κάμερα, υπέρυθρη κάμερα, πομπός και δέκτης λέιζερ και διάταξη μέτρησης απόστασης. Τα ηλεκτροοπτικά κανάλια επιτρέπουν αναγνώριση και παρακολούθηση με περιορισμένες εκπομπές ραντάρ, ενώ το λέιζερ προσφέρει ακριβή μέτρηση απόστασης. Στην αλυσίδα εντάσσονται ακόμη IFF, μονάδες παροχής ισχύος, γεννήτριες, καλωδιώσεις πεδίου, συλλογές ελέγχου, πάγκοι δοκιμών και όχημα συντήρησης. Οι εξομοιωτές Skybat και Skychamp και ο σταθμός δημιουργίας σεναρίων υποστηρίζουν εκπαίδευση χειριστών και τεχνικού προσωπικού.

Η ρυμουλκούμενη μορφή επιτρέπει διασπορά και αλλαγή θέσης, όμως ο φυσικός ρόλος του συστήματος είναι η οργανωμένη άμυνα μιας βάσης. Οι μονάδες χρειάζονται ανάπτυξη όπλων, γεννητριών και καλωδίων, ευθυγράμμιση και επικοινωνία μεταξύ αισθητήρων. Το Link 11B της αναβάθμισης εντάσσει το ΒΕΛΟΣ σε ευρύτερη εικόνα αεράμυνας, ενώ η τοπική ικανότητα του συγκροτήματος επιτρέπει συνέχιση της αποστολής με τα δικά του μέσα.
Ο RIM-7M και η θέση του Aspide
Στο ελληνικό ΒΕΛΟΣ ο τεκμηριωμένος πυραυλικός φόρτος είναι ο RIM-7M Sea Sparrow, το επίγειο μέλος της οικογένειας AIM-7 Sparrow. Η αμερικανική κοινοποίηση του 1982 χρησιμοποιούσε την ονομασία AIM-7M για την παρτίδα των 280 βλημάτων, ενώ η επιχειρησιακή περιγραφή του χερσαίου εκτοξευτή χρησιμοποιεί RIM-7M. Κάθε εκτοξευτής μεταφέρει τέσσερις πυραύλους σε περιστρεφόμενη βάση και φέρει δικό του καταυγαστή συνεχούς κύματος στη ζώνη X.

Ο RIM-7M έχει μήκος περίπου 3,64 μέτρα, διάμετρο 203 χιλιοστά, μάζα εκτόξευσης περίπου 225 κιλά και δακτυλιοειδή πολεμική κεφαλή θραυσμάτων περίπου 40 κιλών. Ο κινητήρας στερεού προωθητικού Mk 58 διαθέτει φάση επιτάχυνσης και φάση διατήρησης της ώσης. Η ταχύτητα αναφέρεται γύρω στο Mach 2,5 και η ζώνη εμπλοκής του ΒΕΛΟΣ φτάνει περίπου τα 16 χιλιόμετρα. Η πραγματική επίδοση μεταβάλλεται με το ύψος, την ταχύτητα, την πορεία και τους ελιγμούς του στόχου.
Η καθοδήγηση είναι ημιενεργή ραντάρ με αντίστροφο μονοπαλμικό ερευνητή. Ο καταυγαστής του εκτοξευτή φωτίζει τον στόχο με συνεχή ακτινοβολία και ο πύραυλος κατευθύνεται προς την ανακλώμενη ενέργεια, εφαρμόζοντας αναλογική ναυτιλία. Το βλήμα διαθέτει ψηφιακό υπολογιστή καθοδήγησης και ενεργό πυροσωλήνα ραδιοσυχνοτήτων. Ο καταυγαστής παραμένει δεσμευμένος στην αναχαίτιση σε όλη τη φάση καθοδήγησης, ενώ το ραντάρ παρακολούθησης του Skyguard και ο καταυγαστής εκτελούν δύο διακριτές εργασίες.
Ο Aspide της ιταλικής Selenia συνδέεται στενά με την ιστορία του Skyguard, επειδή χρησιμοποιήθηκε σε άλλες εκδόσεις του συστήματος και στο ιταλικό Spada. Η βασική έκδοση έχει μήκος περίπου 3,7 μέτρα, διάμετρο 203 χιλιοστά, μάζα περίπου 220 κιλά, κεφαλή 33 κιλών και ημιενεργή μονοπαλμική καθοδήγηση. Η αναφερόμενη ζώνη φτάνει περίπου τα 15 χιλιόμετρα και το ύψος εμπλοκής περίπου τα 5 χιλιόμετρα.

Η νεότερη έκδοση Aspide 2000 αύξησε τη διάμετρο στα 234 χιλιοστά και τη μάζα στα 240 κιλά. Νέος κινητήρας, βελτιωμένη ευελιξία και αναβαθμισμένη ηλεκτρονική προστασία έφεραν αύξηση έως 40% σε ταχύτητα, πλευρική επιτάχυνση και αποτελεσματικό βεληνεκές. Στο Spada 2000 η ζώνη εμπλοκής δίνεται στα 20 χιλιόμετρα. Ο Aspide παρουσιάζεται εδώ ως μέλος της ευρύτερης οικογένειας Skyguard, ενώ ο RIM-7M αποτελεί το βλήμα που συνδέεται με το ελληνικό ΒΕΛΟΣ.
Το GDF 006 και η ισχύς του AHEAD
Το πραγματικό διαμάντι του ΒΕΛΟΣ είναι το Oerlikon GDF 006 με δύο αυτόματα πυροβόλα KDC των 35×228 χιλιοστών. Κάθε αερόψυκτη κάννη λειτουργεί με αέρια και αποδίδει 550 βολές το λεπτό. Το δίδυμο φτάνει συνολικά τις 1.100 βολές το λεπτό, δηλαδή περίπου 18,3 βλήματα ανά δευτερόλεπτο. Η βάση καλύπτει πλήρη κύκλο, με ταχύτητα περιστροφής έως 120 μοίρες ανά δευτερόλεπτο, και η ανύψωση εκτείνεται περίπου από μείον 5 έως συν 92 μοίρες. Το αποτελεσματικό αντιαεροπορικό βεληνεκές φτάνει περίπου τα 4 χιλιόμετρα.

Η εγκατάσταση ενσωματώνει αυτόματο γεμιστή και ανατροφοδότη, υδραυλικά, ηλεκτρικό έλεγχο διεύθυνσης, μονάδα ισχύος και τοπικό οπτικό σκοπευτικό Ferranti. Το KDC τροφοδοτείται με πυρομαχικά ελεύθερα από μεταλλικούς κρίκους και παρουσιάζει μικρή διασπορά. Ο υπολογιστής του Skyguard προβλέπει το σημείο συνάντησης, στρέφει τις δύο κάννες και καθορίζει τη διάρκεια της ριπής. Η αρχική ταχύτητα συμβατικών πυρομαχικών φτάνει τα 1.175 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ενώ το PMD062 AHEAD αναφέρεται στα 1.050 μέτρα ανά δευτερόλεπτο.
Η επιλογή των 35 χιλιοστών πετυχαίνει μια εξαιρετική ισορροπία. Κάθε βλήμα μεταφέρει αισθητά μεγαλύτερη μάζα και ωφέλιμο φορτίο από ένα πυρομαχικό 20 ή 30 χιλιοστών, ενώ το δίδυμο σύστημα διατηρεί ρυθμό ικανό να δημιουργήσει πυκνή δέσμη προσβολής. Στα συμβατά πυρομαχικά της οικογένειας περιλαμβάνονται HEI, HEI-T, SAPHEI-T, APDS-T και PFHE, ανάλογα με την πιστοποίηση και την αποστολή. Το GDF μπορεί έτσι να αντιμετωπίσει από αεροσκάφη και ελικόπτερα έως ελαφρά θωρακισμένους ή επίγειους στόχους.
Το AHEAD, Advanced Hit Efficiency and Destruction, αλλάζει ριζικά τη σχέση ανάμεσα στη ριπή και στον μικρό εναέριο στόχο. Δύο πηνία στο στόμιο της κάννης μετρούν την πραγματική ταχύτητα κάθε βλήματος. Ο υπολογιστής διορθώνει αμέσως τον χρόνο πτήσης για τη θερμοκρασία, τη φθορά της κάννης και τις αποκλίσεις της παρτίδας και ένα επαγωγικό πηνίο προγραμματίζει τον ηλεκτρονικό πυροσωλήνα καθώς το βλήμα εγκαταλείπει το στόμιο. Η έκρηξη πραγματοποιείται σε προκαθορισμένο σημείο μπροστά από τον στόχο, συνήθως σε απόσταση 10 έως 40 μέτρων.
Το PMD062 μεταφέρει 152 κυλινδρικά υποβλήματα βολφραμίου των 3,3 γραμμαρίων, συνολικής μάζας περίπου 500 γραμμαρίων. Με την ενεργοποίηση, τα υποβλήματα σχηματίζουν έναν πυκνό κώνο προς την πορεία του στόχου. Μια ενδεικτική ριπή 25 βλημάτων διαρκεί περίπου 1,4 δευτερόλεπτα στον ονομαστικό ρυθμό του διδύμου και απελευθερώνει θεωρητικά 3.800 στοιχεία προσβολής. Η προσέγγιση αυξάνει θεαματικά την πιθανότητα πλήγματος σε drone, περιφερόμενο πυρομαχικό, πύραυλο cruise ή όπλο αέρος-εδάφους με μικρή διατομή.

Μετά την έξοδο από την κάννη, το AHEAD ακολουθεί καθαρά βαλλιστική πορεία. Η τελική προσβολή βασίζεται στην ακρίβεια της πρόβλεψης και στην κινητική ενέργεια του βολφραμίου, άρα παρεμβολείς και τεχνικές εξαπάτησης έχουν ελάχιστη επιρροή πάνω στο ίδιο το βλήμα. Τα υποβλήματα μπορούν να πλήξουν αισθητήρες, πτέρυγες, έλικες, κινητήρα, μπαταρίες και καλωδιώσεις, προκαλώντας δομική καταστροφή ή άμεση απώλεια αποστολής. Το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με σύντομη ριπή και κόστος εμπλοκής πολύ χαμηλότερο από εκείνο ενός κατευθυνόμενου πυραύλου.
Αυτή ακριβώς η οικονομία πυρός κάνει το GDF 006 ιδιαίτερα πολύτιμο στη σημερινή εποχή μαζικών drones. Η ακτίνα των 4 χιλιομέτρων απαιτεί έγκαιρη αποκάλυψη, ποιοτική ιχνηλάτηση και σωστή χωροθέτηση, όμως μέσα σε αυτή τη ζώνη το δίδυμο των 35 χιλιοστών προσφέρει ταχύτατη αντίδραση, διαδοχικές εμπλοκές και ισχύ ικανή να διαλύσει τον στόχο. Η επαρκής διαθεσιμότητα AHEAD, η εκπαίδευση των πληρωμάτων και η σύνδεση με σύγχρονους αισθητήρες καθορίζουν την επιχειρησιακή αξία του.

Η Rheinmetall έχει παρουσιάσει στην Πολεμική Αεροπορία πρόταση για μετάβαση στο GDF 009 TREO, με δικτυακό υπολογιστή πυροβόλου, νέο ιχνηλάτη ζώνης X και ηλεκτροοπτικό συγκρότημα. Η πρόταση περιγράφεται αναλυτικά στην παρουσίαση της νεότερης λύσης για το ΒΕΛΟΣ, ενώ η συνεχιζόμενη ανάγκη τεχνικής μέριμνας αποτυπώνεται και στην πρόσκληση για υποστήριξη του συστήματος. Το GDF 009 αποτελεί πρόταση επόμενου βήματος και το σημερινό ελληνικό πυροβόλο παραμένει GDF 006.
Το ΒΕΛΟΣ αποτυπώνει μια αρχιτεκτονική τεσσάρων δεκαετιών που εξακολουθεί να έχει πρακτική αξία. Το SUGI προειδοποιεί, το Skyguard υπολογίζει, ο RIM-7M αναχαιτίζει στην εξωτερική ζώνη και το GDF 006 κλείνει το τελευταίο παράθυρο προσβολής. Με ανανεωμένο ραντάρ, σύγχρονο δίκτυο διοίκησης και επαρκές απόθεμα AHEAD, τα ελληνικά πυροβόλα των 35 χιλιοστών μπορούν να παραμείνουν μια ισχυρή και οικονομικά βιώσιμη ασπίδα απέναντι στις πιο απαιτητικές απειλές χαμηλού ύψους.