Η Τουρκία συνεχίζει να επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής της βιομηχανίας, με βασικό στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές και την ενίσχυση της στρατηγικής και τεχνολογικής της αυτονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο πρόεδρος της τουρκικής Προεδρίας Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB), Χαλούκ Γκιοργκούν, το ποσοστό εγχώριας συμμετοχής στον αμυντικό τομέα έχει αυξηθεί από περίπου 20% το 2002 σε 83% το 2024. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή μέσα σε δύο δεκαετίες, η οποία αποτυπώνει τη σταδιακή δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εγχώριας αμυντικής βιομηχανικής βάσης.

Η πρόοδος δεν περιορίζεται στην παραγωγή ολοκληρωμένων οπλικών συστημάτων. Η Άγκυρα επιδιώκει πλέον την εγχώρια ανάπτυξη κρίσιμων υποσυστημάτων και τεχνολογιών, όπως αισθητήρες, ηλεκτρονικά συστήματα, κινητήρες, πυρομαχικά, ραντάρ και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Παράλληλα, η τουρκική βιομηχανία έχει αποκτήσει σημαντική παρουσία σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα τεθωρακισμένα οχήματα, τα πολεμικά πλοία και τα συστήματα αεράμυνας.

Το 83% είναι ο μέσος όρος, αλλά ανά Κλάδο διαφοροποιείται, όπου ειδικά στο Στρατό Ξηράς είναι πολύ μεγαλύτερο και προσεγγίζει το 100%. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η Τουρκία σήμερα παράγει σχεδόν το σύνολο όπλων και εξοπλισμού χερσαίας μάχης, από υλικά πεζικάριου, ελαφρά όπλα, βαρέα όπλα, τεθωρακισμένα, ηλεκτρονικό πόλεμο, πυροβόλικο, πυραυλικά συστήματα, αντιαρματικά, όπως και φορτηγά, ελαφρά οχήματα, γεννήτριες, τηλεπικοινωνίες και δίκτυα δεδομένων, υλικά στρατοπέδευσης, πυρομαχικά κάθε τύπου κ.ο.κ. Στο Ναυτικό επίσης το σύνολο των σκαφών επιφανείας και υποβρύχια ναυπηγείται εντός χώρας με πλειάδα τουρκικών συστημάτων (κυρίως οι κινητήρες είναι από άλλες χώρες) ενώ η εγχώρια συμμετοχή είναι μικρότερη στην Αεροπορία, όπου παραμένει μεγάλη η εξάρτηση από διεθνείς πωλήσεις (κυρίως αεροσκαφών και ανταλλακτικών τους). Για αυτό και εκεί, στον αεροπορικό κλάδο γίνεται μεγάλη προσπάθεια για ανάπτυξη “τουρκικών μαχητικών”, όπως το εκπαιδευτικό Hurjet που έχει ήδη μπει σε υπηρεσία και το μαχητικό Kaan που είναι σε φάση εξέλιξης.

Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται από σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών. Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI), οι στρατιωτικές δαπάνες της Τουρκίας ανήλθαν περίπου στα 25 δισ. δολάρια το 2024, έναντι 15,8 δισ. δολαρίων το 2023. Η χώρα κατατάχθηκε έτσι στη 17η θέση παγκοσμίως ως προς τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ το σχετικό μέγεθος αντιστοιχούσε περίπου στο 1,9% του ΑΕΠ. Το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν περαιτέρω κατά 7,2% σε πραγματικούς όρους, φθάνοντας περίπου τα 30 δισ. δολάρια.

Η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης έχει παράλληλα μετατρέψει τις εξαγωγές σε ολοένα σημαντικότερο πυλώνα της τουρκικής αμυντικής στρατηγικής. Οι εξαγωγές αμυντικών και αεροδιαστημικών προϊόντων έφθασαν τα 7,1 δισ. δολάρια το 2024, έναντι 5,5 δισ. το 2023. Το 2025 αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, ξεπερνώντας τα 10 δισ. δολάρια. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο να καλύψει τις ανάγκες των δικών της ενόπλων δυνάμεων, αλλά και να εδραιωθεί ως σημαντικός εξαγωγέας αμυντικών συστημάτων στη διεθνή αγορά.

Κεντρικό ρόλο στη στρατηγική αυτή έχει και η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού. Σύμφωνα με τον Γκιοργκούν, περίπου το 97% των εργαζομένων στον τουρκικό αμυντικό τομέα είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων της χώρας, ενώ επιδιώκεται η στενότερη σύνδεση πανεπιστημίων, βιομηχανίας και νέων μηχανικών.

Συνολικά, η άνοδος της εγχώριας συμμετοχής στο 83%, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και η ταχεία ανάπτυξη των εξαγωγών δείχνουν ότι η αμυντική βιομηχανία έχει αποκτήσει κεντρική θέση στην ευρύτερη στρατηγική της Τουρκίας.