Η απόφαση της Αυστραλίας να αποσύρει τα μεταγωγικά C-27J Spartan της δημιουργεί μια ευκαιρία που η ελληνική πλευρά οφείλει να εξετάσει με προσοχή, ταχύτητα και επιχειρησιακή λογική. Το κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης βρίσκεται στην ουσία της αυστραλιανής απόφασης. Τα αεροσκάφη δεν απομακρύνονται επειδή κρίθηκαν αποτυχημένα, ούτε επειδή βρέθηκαν σε αδιέξοδο αντίστοιχο με άλλες γνωστές περιπτώσεις προβληματικών προγραμμάτων. Η Αυστραλία τα απέκτησε για έναν συγκεκριμένο στρατιωτικό ρόλο, ως τακτικό μεταγωγικό που θα κάλυπτε το κενό ανάμεσα στα ελικόπτερα και στα μεγαλύτερα μεταγωγικά της, και τελικά τα χρησιμοποίησε όλο και περισσότερο σε αποστολές περιφερειακής μεταφοράς, ανθρωπιστικής βοήθειας και υποστήριξης νησιωτικών κρατών του Ειρηνικού. Για αυτόν ακριβώς τον ρόλο, η Καμπέρα κατέληξε στο συμπέρασμα πως το C-27J είναι ακριβό για τα αυστραλιανά δεδομένα, άρα επιδιώκει μια φθηνότερη λύση. Για την Ελλάδα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς οι ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη φιλοσοφία με την οποία σχεδιάστηκε και αποκτήθηκε το αεροσκάφος.

Η Αυστραλία αναζητούσε επί χρόνια αντικαταστάτη για τα DHC-4 Caribou, ένα αεροσκάφος με ιδιαίτερη αξία για αποστολές τακτικής μεταφοράς σε δύσκολα περιβάλλοντα του Ειρηνικού. Το ζητούμενο ήταν μια νέα πλατφόρμα με ικανότητα μεταφοράς προσωπικού, εφοδίων και ελαφρών φορτίων, με δυνατότητα χρήσης από μικρούς, περιορισμένους και δύσκολους διαδρόμους, με αυξημένη διαλειτουργικότητα με τα C-130J και C-17A, και με συνολική διαμόρφωση στρατιωτικής χρήσης. Έτσι οι Αυστραλοί κατέληξαν στο C-27J, επιλέγοντας μια λύση που θεωρήθηκε κατάλληλη για να υπηρετήσει αποστολές άμεσης υποστήριξης, ταχείας μεταφοράς και ευέλικτης αντίδρασης.

Η πορεία ένταξης του τύπου στην αυστραλιανή υπηρεσία, βέβαια, υπήρξε πιο σύνθετη από την αρχική εκτίμηση. Η γρήγορη αμερικανική απομάκρυνση από το πρόγραμμα αφαίρεσε από την αυστραλιανή πλευρά μέρος του αναμενόμενου βάθους υποστήριξης, περιόρισε τις οικονομίες κλίμακας και μετέφερε μεγαλύτερο βάρος στην εθνική διαχείριση πιστοποίησης, υποστήριξης και ωρίμανσης του στόλου. Παράλληλα εμφανίστηκαν καθυστερήσεις, ζητήματα εκπαίδευσης, εκκρεμότητες στην τεχνική ολοκλήρωση και μάλλον άσχημα “νούμερα” στη διαθεσιμότητα. Αυτά τα στοιχεία αύξησαν το κόστος και δυσχέραναν την πλήρη επιχειρησιακή ωρίμανση του στόλου, χωρίς όμως να αναιρούν τη απόδοση στο πεδίο. Το C-27J στην αυστραλιανή υπηρεσία πέταξε, υπηρέτησε και παρήγαγε σημαντικό έργο. Η εικόνα του δεν είναι εκείνη μιας πλατφόρμας που κατέρρευσε όπως έγινε με τα ΝΗ90 της χώρας, αλλά ενός αεροσκάφους που εντάχθηκε με δυσκολίες, λειτούργησε σε πραγματικές αποστολές και τελικά βρέθηκε να υπηρετεί έναν ρόλο διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο είχε αγοραστεί.
Τα αυστραλιανά C-27J χρησιμοποιήθηκαν σε αποστολές διασύνδεσης απομακρυσμένων περιοχών, σε μεταφορές προσωπικού και εφοδίων, σε αεροδιακομιδές, σε αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας και σε στήριξη κρατών του Ειρηνικού μετά από φυσικές καταστροφές. Άρα, η χρησιμότητά τους επιβεβαιώθηκε στην πράξη. Η αυστραλιανή στρατιωτική ηγεσία, όμως, έκρινε ότι για αυτό το σημερινό πλέγμα αποστολών, ένα τόσο στρατιωτικοποιημένο αεροσκάφος με τα χαρακτηριστικά του Spartan κοστίζει περισσότερο από όσο δικαιολογεί το συγκεκριμένο εύρος χρήσης.

Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία, από την πλευρά της, έχει εδώ και χρόνια σαφή ανάγκη από μεγαλύτερη μεταφορική ευελιξία. Το καθημερινό έργο των αερομεταφορών στην ελληνική πραγματικότητα περιλαμβάνει μετακίνηση προσωπικού, τεχνικών κλιμακίων, ανταλλακτικών, υγειονομικού υλικού, ειδικών ομάδων, εξοπλισμού υποστήριξης και μικρομεσαίων φορτίων σε ολόκληρο το τόξο από την ηπειρωτική χώρα έως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τη Δωδεκάνησο, την Κρήτη και την ευρύτερη περιοχή ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το C-27J μπορεί να αποτελέσει τον βασικό κορμό του καθημερινού τακτικού μεταφορικού έργου, ακριβώς επειδή συνδυάζει επαρκή μεταφορική ικανότητα, καλή ευελιξία, πρόσβαση σε υποδομές που δεν ευνοούν πάντοτε μεγαλύτερα αεροσκάφη και συνολική προσαρμοστικότητα σε στρατιωτική χρήση. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως η χώρα θα μπορούσε να αξιοποιεί εντατικά τα C-27J, να τα «λιώνει» στο καθημερινό έργο, και να κρατά τα C-130H για εκεί όπου πραγματικά αναδεικνύεται η αξία του μεγαλύτερου μεταγωγικού.
Αυτός ο καταμερισμός ρόλων έχει ουσιαστική σημασία. Στο ελληνικό περιβάλλον, ο “Ηρακλής” παραμένει πολύτιμος για βαρύτερα φορτία, για μακρύτερες αποστολές και για μεταφορές που απαιτούν όγκο και εμβέλεια. Όταν απαιτείται η μεταφορά ενός ογκώδους και βαρέος φορτίου, όπως για παράδειγμα ενός κινητήρα F-16, το φυσικό μέσο παραμένει το C-130H. Όταν όμως το ζητούμενο είναι η συνεχής καθημερινή κυκλοφορία προσωπικού, υλικών, υποσυστημάτων, τεχνικής υποστήριξης και επειγουσών αποστολών εντός του ελληνικού χώρου ή και εντός του ευρωπαϊκού θεάτρου, το C-27J μπορεί να αναλάβει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο έργου.

Η αυστραλιανή αποδέσμευση των αεροσκαφών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή η ΠΑ ήδη επιχειρεί με τον τύπο. Η -υπό συζήτηση- απόκτηση νέων C-390 ή C-130J έχει ασφαλώς τη δική της λογική ως επιλογή ανώτερης κατηγορίας, με μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα και σημαντικές επιδόσεις, όμως προϋποθέτει πολύ μεγάλο κόστος, μακρά περίοδο υλοποίησης, νέα αλυσίδα ένταξης, νέα εκπαιδευτική και τεχνική υποδομή και, στην περίπτωση νέου τύπου, συνολική προσαρμογή σε ένα διαφορετικό σύστημα υποστήριξης. Η απόκτηση όμως των αυστραλιανών C-27J, αντίθετα, θα μπορούσε να ενισχύσει την ΠΑ με έναν ήδη γνωστό και ήδη ενταγμένο τύπο, με χαμηλότερο κόστος και με σαφώς ταχύτερο χρονικό ορίζοντα απόδοσης. Αυτό είναι και το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της λύσης. Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια ευκαιρία μαζικής, σχετικά γρήγορης και οικονομικά αποδοτικής ενίσχυσης υφιστάμενης ικανότητας.
Η συζήτηση αποκτά πραγματικά στρατηγικό βάθος όταν εξεταστεί το ενδεχόμενο απόκτησης και των 10 αυστραλιανών αεροσκαφών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Πολεμική Αεροπορία θα μπορούσε να φθάσει σε μια κρίσιμη μάζα 18 μεταγωγικών C-27J, εφόσον προστεθούν τα αυστραλιανά. Ένας τέτοιος αριθμός αλλάζει τα δεδομένα. Πρώτον, γιατί παρέχει την απαραίτητη αριθμητική βάση ώστε ο τύπος να αποτελέσει πραγματικό κορμό των τακτικών αερομεταφορών και όχι συμπληρωματική δύναμη περιορισμένης μάζας. Δεύτερον, γιατί επιτρέπει καλύτερη διαχείριση των ωρών πτήσης, μεγαλύτερη ευχέρεια προγραμματισμού συντήρησης και αυξημένη επιχειρησιακή ελαστικότητα. Τρίτον, γιατί ένας στόλος τέτοιου μεγέθους δημιουργεί χώρο για εξειδικεύσεις, κάτι που σε μικρότερους αριθμούς παραμένει δύσκολο ή και ανεφάρμοστο.

Λόγω αυτής της κρίσιμης μάζας, η Ελλάδα θα μπορούσε να δει σε δεύτερο χρόνο το C-27J και ως βάση για ειδικούς ρόλους υψηλής αξίας. Ένα μέρος του στόλου θα μπορούσε, με τη δέουσα μελέτη και εφόσον αυτό κριθεί τεχνικά και οικονομικά λογικό, να προσανατολιστεί σε αποστολές ναυτικής συνεργασίας, ιδίως σε μια περίοδο όπου η ανάγκη για διαρκή θαλάσσια επιτήρηση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Αντίστοιχα, ένας τέτοιος στόλος θα μπορούσε να δημιουργήσει τη βάση για περιορισμένο αριθμό αεροσκαφών ELINT/SIGINT, που θα παρείχαν στην ελληνική πλευρά πολύτιμες δυνατότητες συλλογής και αξιολόγησης ηλεκτρονικών εκπομπών. Ακόμη και στον τομέα της αεροπυρόσβεσης, όπου η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερες λύσεις, μια μεγάλη ομοιογενής δύναμη ίδιου τύπου θα μπορούσε να δώσει περιθώριο εξέτασης ειδικών διαμορφώσεων, χωρίς να επηρεάζεται ο πυρήνας του μεταφορικού έργου.
Ασφαλώς, μια τέτοια επιλογή θέλει σοβαρή μελέτη. Η ελληνική πλευρά θα χρειαστεί να εξετάσει ώρες πτήσης, κατάσταση κινητήρων και ελίκων, υπόλοιπο δομικής ζωής, επίπεδο ηλεκτρονικών, ιστορικό συντήρησης, πακέτο ανταλλακτικών, τεχνική τεκμηρίωση και γενικότερες παραμέτρους συνέχειας υποστήριξης από τη βιομηχανία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η υπόθεση των αυστραλιανών C-27J αξίζει να ιδωθεί. Η Ελλάδα έχει μπροστά της τη δυνατότητα να αυξήσει ουσιαστικά τη μεταφορική της ισχύ, να εξορθολογίσει τον καταμερισμό έργου ανάμεσα στα C-27J και στα C-130H, να μειώσει τη φθορά των βαρύτερων μεταγωγικών της στις καθημερινές αποστολές, να αποκτήσει κρίσιμη μάζα αεροσκαφών του ίδιου τύπου και, σε δεύτερο χρόνο, να ανοίξει τον δρόμο και για ειδικές αποστολές υψηλής αξίας.