Η παραίτηση του Νταν Ντρίσκολ από τη θέση του αρμόδιου υφυπουργού για τον Στρατό Ξηράς, στις 31 Αυγούστου, επιβεβαιώνει ότι η αναταραχή στην κορυφή του Πενταγώνου δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένη διαφωνία, αλλά βαθύτερη σύγκρουση για την κατεύθυνση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Η παραίτηση επιβεβαιώθηκε από τον Λευκό Οίκο, ενώ Reuters και Financial Times τη συνδέουν με μήνες έντασης ανάμεσα στον Ντρίσκολ και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο Ντρίσκολ δεν αποχώρησε επειδή είχε δημοσίως συγκρουστεί με τον πρόεδρο. Αντίθετα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε μεταφέρει στον Λευκό Οίκο ανησυχίες για την πορεία του μετασχηματισμού του Στρατού και για την απομάκρυνση ανώτατων αξιωματικών που συμμετείχαν στον σχεδιασμό του. Η Washington Post αναφέρει μάλιστα ότι ο Τραμπ είχε προσπαθήσει να τον πείσει να παραμείνει.
Η διαφωνία αφορά και το μοντέλο του πολέμου. Ο Ντρίσκολ είχε ταυτιστεί με την ταχύτερη ενσωμάτωση φθηνών drones, νέων τεχνολογιών και ταχύτερων διαδικασιών προμηθειών. Η απομάκρυνση του στρατηγού Κρίστοφερ Ντόναχιου, ο οποίος είχε εργαστεί πάνω σε μονάδα drones με βάση τα διδάγματα της Ουκρανίας, και η μετέπειτα κατάργηση/περιορισμός της συγκεκριμένης προσπάθειας ενίσχυσαν την εικόνα σύγκρουσης.

Η στάση του υπουργού Χέγκσεθ έναντι των στελεχών που προωθούν καινοτόμες ιδέες πολέμου, όπως τα Μη Επανδρωμένα (drones) φαντάζει πως η γραμμή-Τραμπ στρέφεται κατά των νέων τεχνολογιών και τακτικών. Αυτό, όμως δεν είναι ακριβές. Ο Χέγκσεθ δεν μπλοκάρει τα drones, γενικά. Το ίδιο το Πεντάγωνο έχει προωθήσει προγράμματα αντιμετώπισης drones και τον Αύγουστο του 2025 δημιούργησε ειδική διακλαδική ομάδα για φθηνότερες λύσεις αντιμετώπισης των drone. Παράλληλα, ο αμερικανικός Στρατός συνέχισε το 2026 το Project Flytrap, δοκιμάζοντας drones, αντι-drone συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη σε περιβάλλον ΝΑΤΟ.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, είναι ποιος αποφασίζει για τις προτεραιότητες και ποιοι αξιωματικοί θα την υλοποιήσουν. Από την ανάληψη του Χέγκσεθ έχουν απομακρυνθεί ή αποχωρήσει τουλάχιστον 20 ανώτατοι στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι, μεταξύ τους οι αρχηγοί Στρατού, Ναυτικού και σημαντικοί στρατηγοί. Αυτό συνεπάγεται μεγάλο αντίκτυπο στο ηθικό και στην επιχειρησιακή ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων.
Ως προς την επιχειρησιακή ικανότητα, δεν υφίσταται κίνδυνος ότι οι ΗΠΑ ξαφνικά «θα μένουν χωρίς στρατό». Ο κίνδυνος είναι πιο θεσμικός: η συχνή αλλαγή ηγεσίας μπορεί να διακόψει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, να καθυστερήσει τις προαγωγές και να αποδυναμώσει τη θεσμική μνήμη, ακριβώς όταν ο αμερικανικός στρατός καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα απαιτήσεις στη Μέση Ανατολή και τον μετασχηματισμό του για ένα πεδίο μάχης όπου drones, ηλεκτρονικός πόλεμος και φθηνά όπλα αλλάζουν δραματικά τους συσχετισμούς.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της στάσης Τραμπ. Παρά την κριτική ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς, ο πρόεδρος εξακολουθεί να στηρίζει δημόσια τον Χέγκσεθ και να χαρακτηρίζει τη δουλειά του εξαιρετική. Η εξήγηση είναι κυρίως πολιτική: ο Χέγκσεθ εφαρμόζει το μοντέλο που ο Τραμπ θέλει στο Πεντάγωνο — λιγότερη γραφειοκρατία, έμφαση στη «φονικότητα» και στη στρατιωτική ετοιμότητα, αλλά και σαφή απαίτηση προσωπικής εμπιστοσύνης και πολιτικού ελέγχου. Το ίδιο το αμυντικό δόγμα της κυβέρνησης θέτει ως βασικούς στόχους την αποτροπή, την αναδόμηση των ενόπλων δυνάμεων και την ετοιμότητα.
Η υπόθεση Ντρίσκολ, λοιπόν, δεν είναι απλώς άλλη μία παραίτηση στο δυναμικό του κ. Χέγκσεθ. Είναι ένα τεστ για το αν η επιδίωξη πολιτικού ελέγχου και ταχύτητας από τον Τραμπ μπορεί να συνυπάρξει με τη στρατιωτική συνέχεια, την τεχνοκρατική κρίση και τη θεσμική ανεξαρτησία της στρατιωτικής ηγεσίας. Και προς το παρόν, η ισορροπία αυτή φαίνεται όλο και πιο δύσκολη.