Σε εκτεταμένη αναθεώρηση του εξοπλισμού των 15 νέων αντιτορπιλικών κλάσης River προχωρά ο Καναδάς, εγκαταλείποντας αρκετές από τις αρχικές επιλογές οπλικών και ηλεκτρονικών συστημάτων υπέρ δοκιμασμένων λύσεων, κυρίως αμερικανικής προέλευσης. Η αλλαγή αποσκοπεί στον περιορισμό του κόστους και των τεχνικών κινδύνων, αλλά και στην αποφυγή νέων καθυστερήσεων σε ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας.

Σύμφωνα με το Naval News, αλλά και άλλα καναδικά δημοσιεύματα  η σημαντικότερη μεταβολή αφορά την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής του αμερικανικού συστήματος μάχης Aegis, αντί της αρχικής υβριδικής λύσης που συνδύαζε το καναδικό CMS 330 της Lockheed Martin Canada με επιμέρους λειτουργίες του Aegis. Στη νέα διαμόρφωση διατηρούνται στοιχεία του CMS 330 μέσω καναδικής τακτικής διεπαφής, αλλά το Aegis αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο.

Η επιλογή επιτρέπει την αξιοποίηση ήδη δοκιμασμένων διασυνδέσεων με το ραντάρ AN/SPY-7(V)3, τους πυραύλους SM-2 και ESSM και άλλα αμερικανικά συστήματα. Το καναδικό υπουργείο Άμυνας χαρακτηρίζει την απόφαση σημαντικό μέτρο περιορισμού του τεχνικού κινδύνου, καθώς μειώνει την ανάγκη ανάπτυξης και πιστοποίησης νέων συνδυασμών συστημάτων.

Η αναθεώρηση δεν αποτελεί αιφνιδιαστική αλλαγή. Ήδη από τον Μάρτιο του 2026, η παρουσίαση νέου μοντέλου των River είχε αποκαλύψει σημαντικές τροποποιήσεις. Όπως επισήμαινε τότε το Canadian Naval Review, είχαν αλλάξει η διάταξη των αντιπλοϊκών πυραύλων Naval Strike Missile (NSM), η θέση του συστήματος εγγύς αεράμυνας RAM και η διαμόρφωση των πυροβόλων. Οι νεότερες επίσημες απεικονίσεις επιβεβαιώνουν ότι η ανασχεδίαση αφορά πλέον μεγάλο μέρος του εξοπλισμού μάχης.  

Μία από τις πρώτες σημαντικές αλλαγές ήταν η εγκατάλειψη του βρετανικού Sea Ceptor της MBDA, που είχε αρχικά επιλεγεί για την εγγύς αντιαεροπορική προστασία, υπέρ του αμερικανικού RIM-116 Rolling Airframe Missile (RAM). Παράλληλα, το ιταλικό πυροβόλο Leonardo 127/64 LW Vulcano αντικαθίσταται στη νέα σχεδίαση από το αμερικανικό Mk 45 των 127 mm, ενώ τα πυροβόλα Leonardo Lionfish 30/X δίνουν τη θέση τους σε συστήματα Mk38Mod 4.

Οι νεότερες απεικονίσεις υποδεικνύουν επίσης την ενσωμάτωση του ραντάρ επιτήρησης επιφανείας AN/SPS-73(V)18 και του ηλεκτροοπτικού συστήματος Mk 20 Mod 1, αν και για αυτές τις επιμέρους αλλαγές  το καναδικό υπουργείο Άμυνας θα πρέπει να επιβεβαιώσει κάθε συγκεκριμένη επιλογή.

Ανάλογη αναθεώρηση πραγματοποιείται στον ηλεκτρονικό πόλεμο. Το αρχικό σχέδιο αντικαθίσταται από μια αρχιτεκτονική βασισμένη στο AN/SLQ-32(V)6, το οποίο χρησιμοποιεί ήδη το Αμερικανικό Ναυτικό, και στο σύστημα ηλεκτρονικών αντιμέτρων Long Endurance Electronic Decoy (LEED). Παράλληλα, εγκαταλείπεται η επιλογή των γαλλικών εκτοξευτών αντιμέτρων NGDS της Safran.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αλλαγή του ανθυποβρυχιακού εξοπλισμού. Το υπό ανάπτυξη συρόμενο σόναρ TLFAS της Ultra Maritime αντικαθίσταται από το δοκιμασμένο Thales Sonar 2087, το οποίο χρησιμοποιείται ήδη από το Βρετανικό Ναυτικό. Η Lockheed Martin Canada έχει αναθέσει στη Thales Canada την προμήθεια των συστημάτων για τα τρία πρώτα αντιτορπιλικά.

Η επιλογή ενισχύει την ομοιοτυπία με τις άλλες ναυτικές δυνάμεις που χρησιμοποιούν ή αναπτύσσουν πλοία βασισμένα στη σχεδίαση Type 26, όπως η Βρετανία και η Αυστραλία. Σύμφωνα με το καναδικό υπουργείο Άμυνας, το S2087 καλύπτει πλήρως τις επιχειρησιακές απαιτήσεις και η αντικατάσταση δεν συνεπάγεται πρόσθετο κόστος για το πρόγραμμα.  

Παρά τις αλλαγές, τα River διατηρούν τον χαρακτήρα μεγάλων πολεμικών πλοίων πολλαπλών αποστολών. Η προβλεπόμενη διαμόρφωση περιλαμβάνει 24 κελιά κατακόρυφης εκτόξευσης Mk 41, πυραύλους SM-2 και ESSM, αντιπλοϊκούς NSM και δυνατότητα ενσωμάτωσης πυραύλων cruise Tomahawk. Το ραντάρ SPY-7 και η δυνατότητα Cooperative Engagement Capability (CEC) θα επιτρέπουν τη διασύνδεση των αισθητήρων και των όπλων με άλλες συμμαχικές μονάδες.

Στον εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης τορπίλες Mk 54, σόναρ τρόπιδας S2150, αντίμετρα τορπιλών και δυνατότητα επιχειρήσεων με ελικόπτερο CH-148 Cyclone. Η πρόωση θα βασίζεται σε συνδυασμό ηλεκτροκινητήρων και αεριοστροβίλου Rolls-Royce MT30, με στόχο την υποστήριξη τόσο επιχειρήσεων υψηλής ταχύτητας όσο και ανθυποβρυχιακών αποστολών με περιορισμένο ακουστικό ίχνος.  

Το πρόγραμμα προβλέπει την κατασκευή 15 αντιτορπιλικών, τα οποία θα αντικαταστήσουν τις 12 φρεγάτες Halifax και τα τέσσερα αντιτορπιλικά Iroquois που έχουν ήδη αποσυρθεί. Η σχεδίαση βασίζεται στη βρετανική Type 26, αλλά με εκτεταμένες καναδικές τροποποιήσεις. Τη ναυπήγηση έχει αναλάβει η Irving Shipbuilding στο Χάλιφαξ, ενώ η Lockheed Martin Canada ηγείται της ομάδας σχεδίασης και ολοκλήρωσης των συστημάτων μάχης.

Η κατασκευή του πρώτου πλοίου, HMCS Fraser, άρχισε τον Απρίλιο του 2025 και η επίσημη τελετή τοποθέτησης τρόπιδας πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2026. Η πρώτη παρτίδα περιλαμβάνει επίσης τα HMCS Saint-Laurent και HMCS Mackenzie, με τις αρχικές παραδόσεις να προβλέπονται στις αρχές της δεκαετίας του 2030.  

Η οικονομική διάσταση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στροφή σε έτοιμες τεχνολογικές λύσεις. Το κόστος της πρώτης τριάδας εκτιμάται σε 22,2 δισ. δολάρια Καναδά, ποσό που περιλαμβάνει όχι μόνο τη ναυπήγηση, αλλά και εξοπλισμό, πυρομαχικά, ανταλλακτικά, εκπαίδευση και αρχική υποστήριξη. Ο αρχικός προϋπολογισμός για τα 15 πλοία κυμαινόταν μεταξύ 56 και 60 δισ. δολαρίων Καναδά, αλλά το συνολικό κόστος βρίσκεται υπό επανεξέταση.  

Η προσπάθεια περιορισμού του τεχνικού κινδύνου αποτυπώνεται και στις διαδικασίες ολοκλήρωσης. Η Lockheed Martin έχει δημιουργήσει ειδικό κέντρο δοκιμών του Aegis στο Moorestown του Νιου Τζέρσεϊ, ενώ στον Καναδά κατασκευάζεται χερσαία εγκατάσταση δοκιμών στο Hartlen Point της Νέας Σκωτίας. Εκεί θα ελέγχεται η συνεργασία των ηλεκτρονικών και των συστημάτων μάχης πριν από την εγκατάστασή τους στα πλοία.

Η κρίσιμη ανασκόπηση της σχεδίασης ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2026, με την τελική ανασκόπηση να προγραμματίζεται για τις αρχές του 2028. Στο μεταξύ, η ναυπήγηση προχωρά παράλληλα με την οριστικοποίηση των τεχνικών λεπτομερειών, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό τον περιορισμό νέων αλλαγών.