Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλούνται το Reuters και αναλύσεις του CSIS (Center for Strategic and International Studies), η Σαουδική Αραβία εισήλθε στη σύγκρουση με περίπου 2.800 πυραύλους αναχαίτισης PAC-3, από τους οποίους φέρεται να χρησιμοποίησε περίπου 2.400, δηλαδή σχεδόν το 86%, μέσα στις πρώτες περίπου 38 ημέρες των επιχειρήσεων.

Μέχρι τον Απρίλιο του 2026, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, στο σαουδαραβικό οπλοστάσιο είχαν απομείνει μόλις περίπου 400 PAC-3. Αντίστοιχη πίεση δέχθηκαν και τα αποθέματα άλλων χωρών του Κόλπου, οι οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μαζικές επιθέσεις βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν επίσημα στοιχεία, καθώς τα ακριβή αποθέματα και οι αναλώσεις των πυραύλων αναχαίτισης παραμένουν διαβαθμισμένα. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις των ανοικτών πηγών και των αναλύσεων του CSIS αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης που δέχθηκε η αρχιτεκτονική αεράμυνας του Κόλπου.

Οι ΗΠΑ δεν έμειναν ανεπηρέαστες

Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε στους περιφερειακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Και οι ίδιες οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις κατανάλωσαν σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πυραύλων Patriot κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Οι σχετικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν περίπου 65% των πυραύλων Patriot που διέθεταν στην αρχή της σύγκρουσης. Από ένα εκτιμώμενο απόθεμα περίπου 2.330 πυραύλων, οι διαθέσιμες ποσότητες φέρεται να μειώθηκαν σε περίπου 759 έως 850 μέχρι τα τέλη Ιουλίου.

Η διαφορά σε σχέση με τη Σαουδική Αραβία είναι κυρίως η χρονική διάρκεια στην οποία πραγματοποιήθηκε η κατανάλωση. Ενώ το Ριάντ φέρεται να εξάντλησε το μεγαλύτερο μέρος του αποθέματός του μέσα σε περίπου ενάμιση μήνα, οι αμερικανικές καταναλώσεις εκτείνονταν σε ολόκληρη την περίοδο από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι παρόμοιο: σημαντική μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων ενός από τα σημαντικότερα συστήματα αντιβαλλιστικής άμυνας στον κόσμο.

Το πρόβλημα είναι ο ρυθμός κατανάλωσης

Η πραγματική διάσταση του προβλήματος γίνεται αντιληπτή όταν συγκριθεί η κατανάλωση έναντι της παραγωγικής ικανότητας.

Οι PAC-3 MSE (Missile Segment Enhancement) θεωρούνται από τα πλέον προηγμένα όπλα της οικογένειας Patriot και χρησιμοποιούνται κυρίως εναντίον βαλλιστικών πυραύλων αλλά και πυραύλων cruise και άλλων αεροπορικών απειλών.

Ωστόσο, η παγκόσμια παραγωγή τους παραμένει σήμερα περιορισμένη σε περίπου 600-620 μονάδες ετησίως.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν η παραγωγή λειτουργούσε αδιάλειπτα με τον σημερινό ρυθμό, η αναπλήρωση περίπου 2.400 πυραύλων που φέρεται να κατανάλωσε μόνο η Σαουδική Αραβία θα απαιτούσε αρκετά χρόνια. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται οι ανάγκες των ΗΠΑ, του Ισραήλ, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας, της Ευρώπης και των υπόλοιπων χρηστών του συστήματος.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βιομηχανικό.

Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη παραγγείλει νέους πυραύλους

Το Ριάντ είχε λάβει ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου έγκριση για την προμήθεια περίπου 730 επιπλέον PAC-3, τον Ιανουάριο του 2026.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η παραγγελία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει άμεσα το πρόβλημα. Οι χρόνοι παραγωγής και παράδοσης είναι πολυετείς, ενώ η ζήτηση για PAC-3 έχει αυξηθεί δραματικά και οι διαθέσιμες παραγωγικές δυνατότητες πρέπει να μοιραστούν μεταξύ πολλών πελατών.

Έτσι, η Σαουδική Αραβία μπορεί να έχει ήδη παραγγείλει εκατοντάδες νέους αναχαιτιστές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτει σήμερα αντίστοιχο απόθεμα στις αποθήκες της.

Η νέα στρατηγική πραγματικότητα

Η εξάντληση των αποθεμάτων φαίνεται ότι επηρέασε ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες του Κόλπου αξιολογούν το ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης κλιμάκωσης με το Ιράν.

Όσο μειώνονται τα διαθέσιμα PAC-3, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μια νέα μεγάλης κλίμακας πυραυλική επίθεση να ξεπεράσει τις δυνατότητες της αντιβαλλιστικής άμυνας. Η αναπλήρωση των αποθεμάτων δεν μπορεί να γίνει μέσα σε εβδομάδες ή μήνες, αλλά απαιτεί πολυετή παραγωγική προσπάθεια.

Αυτό δημιουργεί μια παράδοξη κατάσταση. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει ένα από τα πλέον προηγμένα συστήματα αντιβαλλιστικής άμυνας στον κόσμο και ταυτόχρονα να είναι ευάλωτη σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, όχι επειδή το σύστημα δεν είναι αποτελεσματικό, αλλά επειδή οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι του τελειώνουν.