Την ανάπτυξη δυνατοτήτων που θα απειλούν τα κινεζικά αεροπλανοφόρα προτείνει το αμερικανικό Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS). Στοιχεία της έκθεσης που παρουσιάζει το Defense News, υποστηρίζει ότι η διεύρυνση του κινεζικού στόλου δημιουργεί και νέες ευπάθειες: το Πεκίνο αποκτά περισσότερες δυνατότητες προβολής ισχύος, αλλά επενδύει παράλληλα σε ακριβά πλοία, δύσκολα στην αντικατάσταση και με μεγάλο πολιτικό βάρος.
Η κινεζική προσέγγιση στηρίζεται εδώ και χρόνια στην παρεμπόδιση της πρόσβασης και στον περιορισμό των κινήσεων του αντιπάλου, γνωστά ως A2/AD (Anti-Αccess/Area Denial). Αντιπλοϊκοί βαλλιστικοί πύραυλοι, όπως ο DF-21D και οι αντίστοιχες εκδόσεις του DF-26, εντάσσονται σε αυτή τη λογική. Επιδίωξη είναι να αυξηθεί το «κόστος» μιας αμερικανικής επέμβασης και να δυσκολευτεί η προσέγγιση ισχυρών ναυτικών δυνάμεων στις περιοχές όπου επιχειρεί η Κίνα. Η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων καταγράφεται στις εκθέσεις των υπουργείων Άμυνας των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Τα κινεζικά αεροπλανοφόρα προσθέτουν μια συμπληρωματική δυνατότητα: μεταφέρουν αεροπορική ισχύ πέρα από την άμεση υποστήριξη των χερσαίων βάσεων. Η διάκριση έχει επιχειρησιακή σημασία. Η απειλή πυραυλικού πλήγματος μπορεί να περιορίζει τις κινήσεις ενός αντιπάλου, αλλά η διατήρηση αεροπορικής παρουσίας σε μακρινές θαλάσσιες περιοχές απαιτεί άλλα μέσα. Έτσι εξηγείται το δόγμα του Πεκίνου να αναπτύσσει ταυτόχρονα όπλα κατά αεροπλανοφόρων και δικά του αεροπλανοφόρα.
Στην περίπτωση της Ταϊβάν, το CSIS εξετάζει τη δυνατότητα ανάπτυξης κινεζικών αεροπλανοφόρων ανατολικά του νησιού, για την υποστήριξη αποκλεισμού και την παρεμπόδιση εξωτερικής βοήθειας. Μια τέτοια παρουσία θα διεύρυνε τις κατευθύνσεις από τις οποίες ασκείται πίεση στην Ταϊβάν.
Η επέκταση της κινεζικής δραστηριότητας είναι ήδη μετρήσιμη. Τον Ιούνιο του 2025, η Ιαπωνία επιβεβαίωσε για πρώτη φορά ταυτόχρονη παρουσία των αεροπλανοφόρων Liaoning και Shandong στον Ειρηνικό, καθώς και δραστηριότητα κινεζικού αεροπλανοφόρου ανατολικά της Ίβο Τζίμα. Σύμφωνα με την ιαπωνική αποτίμηση του Μαρτίου 2026, οι καταγεγραμμένες αποπροσνηώσεις κινεζικών αεροσκαφών από αεροπλανοφόρα στον Ειρηνικό αυξήθηκαν από περίπου 320 το 2022 σε 1.460 το 2025. Οι αριθμοί δείχνουν εντατικότερη εκπαίδευση και παρουσία, χωρίς να αποδεικνύουν από μόνοι τους αντίστοιχη αποτελεσματικότητα σε πόλεμο.
Το Fujian, που εντάχθηκε στον στόλο τον Νοέμβριο του 2025, ενισχύει αυτή την προσπάθεια. Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα πλοία, διαθέτει ηλεκτρομαγνητικούς καταπέλτες, οι οποίοι επιτρέπουν τη χρήση ευρύτερου φάσματος αεροσκαφών. Η προβλεπόμενη αεροπορική του δύναμη περιλαμβάνει και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης KJ-600, σημαντικά για την επιτήρηση και τον συντονισμό επιχειρήσεων. Η ένταξη σε υπηρεσία, πάντως εξαρτάται από την πλήρη επιχειρησιακή ωρίμανση του πλοίου και της αεροπορικής του Πτέρυγας.
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, το CSIS προτείνει συνδυασμό υποβρυχίων, αντιπλοϊκών όπλων, μη επανδρωμένων μέσων και ηλεκτρονικού πολέμου. Στόχος είναι να αυξηθούν οι απαιτήσεις προστασίας των κινεζικών αεροπλανοφόρων και να περιοριστεί η ελευθερία χρήσης τους. Η έκθεση αναγνωρίζει, ωστόσο, περιορισμούς στην αμερικανική ναυπηγική παραγωγή και στην επάρκεια πυρομαχικών.