Με την υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στις 31 Αυγούστου, το πρόγραμμα περνά πλέον από το στάδιο της έγκρισης στην υλοποίηση, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου αισθητήρων, διοίκησης και μονάδων πυρός. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είχε περιγράψει ήδη από τις 23 Ιουλίου ένα σύστημα που θα συλλέγει δεδομένα από αισθητήρες σε όλη τη χώρα, θα τα επεξεργάζεται και θα προτείνει την κατάλληλη απόκριση. Στην ίδια ενημέρωση είχε χαρακτηρίσει τους S-300 ως σύστημα «υπό αποχώρηση».
Ωστόσο, η ουκρανική εμπειρία δημιουργεί μια διαφορετική επιλογή: την παράταση της υπηρεσίας των S-300PMU-1, την ανανέωση του αποθέματος βλημάτων και την ένταξή τους στη νέα αρχιτεκτονική του Θόλου.
Τι μπορεί να διασωθεί από τους S-300
Η Ελλάδα έχει ήδη επενδύσει σημαντικά στους S-300PMU-1, αποκτώντας (έστω και ως “κληρονομία” από την Κύπρο) εκτοξευτές, ραντάρ, κέντρα διοίκησης και τις απαραίτητες υποδομές, ενώ έχει εκπαιδεύσει και το προσωπικό που τα χειρίζεται. Σήμερα, όμως, η επιχειρησιακή τους αξία περιορίζεται από την παλαιότητα των ηλεκτρονικών τους συστημάτων, την ηλικία των διαθέσιμων βλημάτων 48N6E και τις περιορισμένες δυνατότητες διασύνδεσής τους με νεότερα συστήματα αεράμυνας. Φυσικά κυρίαρχος παράγοντας που συνηγορεί (αν όχι και υποχρεώνει) την απόσυρσή τους είναι η ουσιαστική αδυναμία υποστήριξής του.
Ένα ενδεχόμενο πρόγραμμα συνεργασίας με την Ουκρανία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα. Σε ό,τι αφορά τα ραντάρ, οι S-300 θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν δεδομένα από νεότερα συστήματα επιτήρησης, όπως τα ELM-2084 που προβλέπονται στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Παράλληλα, η προμήθεια TRML-4D θα μπορούσε να προσφέρει μια επιπλέον πηγή δεδομένων και να διευκολύνει την ένταξη των S-300 στο ευρύτερο δίκτυο αεράμυνας.
Ταυτόχρονα, τα ρωσικής κατασκευής ραντάρ των S-300 θα μπορούσαν να υποβληθούν σε εργασίες συντήρησης και εκσυγχρονισμού των ηλεκτρονικών τους.

Ουκρανική τεχνογνωσία στα συστήματα και τα βλήματα
Η Ουκρανία έχει μεγάλη εμπειρία στη συντήρηση και την επισκευή συστημάτων της οικογένειας S-300, τα οποία χρησιμοποιεί εδώ και δεκαετίες. Έχει αναπτύξει δικές της δυνατότητες επισκευής και παράτασης της επιχειρησιακής ζωής τους, χωρίς να εξαρτάται από τη ρωσική βιομηχανική υποστήριξη. Από το 2004, η Ukroboronservice πραγματοποιεί εργασίες επισκευής και παράτασης ζωής σε συστήματα S-300 και στα βλήματα 5V55. Μετά το 2014, η ουκρανική τεχνογνωσία στα S-300 απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η Ουκρανία αναγκάστηκε να διατηρήσει σε επιχειρησιακή κατάσταση σοβιετικής προέλευσης συστήματα με δικά της μέσα και τεχνικές λύσεις.
Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται στους εκτοξευτές και τα βλήματα, αλλά επεκτείνεται και στα ηλεκτρονικά των συστημάτων. Ουκρανικές εταιρείες έχουν αναπτύξει λύσεις για την επισκευή εξαρτημάτων των ραντάρ, ενώ έχουν εργαστεί επίσης σε υπολογιστές, μνήμες, συστήματα αυτοδιάγνωσης και επικοινωνίες των S-300, καθώς και στην ψηφιοποίηση παλαιότερων σοβιετικών ραντάρ. Ενδεικτικό είναι το 35D6M, το οποίο μπορεί να συνεργάζεται με S-300PS και να μεταφέρει δεδομένα από έναν εκσυγχρονισμένο αισθητήρα σε ένα παλαιότερο αντιαεροπορικό σύστημα.
Για την Ελλάδα, αυτή η εμπειρία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των S-300PMU-1. Σε αυτό θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ο έλεγχος και η επισκευή των επιμέρους μονάδων, η αντικατάσταση παλαιότερων ηλεκτρονικών, η εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων πλοήγησης και ασφαλών επικοινωνιών, καθώς και η προσθήκη κατάλληλης «πύλης» για την ανταλλαγή δεδομένων με τα υπόλοιπα συστήματα αεράμυνας.
Το πρόβλημα των βλημάτων
Τα ελληνικά S-300PMU-1 χρησιμοποιούν το 48N6E, ενώ η ουκρανική εμπειρία αφορά κυρίως τα παλαιότερα 5V55. Η οικογένεια PMU-1 έχει, ωστόσο, παρουσιαστεί με δυνατότητα χρήσης 5V55R και 5V55K, προσφέροντας τεχνική βάση για την ανάπτυξη ή ανακατασκευή συμβατού βλήματος. Η χρήση του από τους ελληνικούς S-300 θα απαιτούσε δοκιμές και πιστοποίηση.

Ένα τέτοιο βλήμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση στόχων όπως αεροσκάφη και πύραυλοι cruise, διατηρώντας τα 48N6E για εμπλοκές μεγαλύτερης ακτίνας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα που ανέδειξε το πρόγραμμα, οι ΗΠΑ και η Ουκρανία εργάζονται στην επισκευή υφιστάμενων βλημάτων και στην ανάπτυξη ενός νέου βλήματος για S-300. Ο απόστρατος συνταγματάρχης Robert Hamilton εκτιμά ότι η έναρξη θα μπορούσε να γίνει προς το τέλος του 2026, με παραγωγή από περίπου 100 έως μερικές εκατοντάδες βλήματα ετησίως. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση σχετικά με ένα πρόγραμμα που βρίσκεται υπό ανάπτυξη, καθώς το κόστος και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του νέου βλήματος δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.
Μια πιθανή συμφωνία ανταλλαγής θα μπορούσε να δώσει στην ουκρανική πλευρά πρόσβαση σε παλαιά ελληνικά βλήματα για τεχνική αξιολόγηση, αξιοποίηση εξαρτημάτων και δοκιμές, με την Ελλάδα να λαμβάνει ανακατασκευασμένα ή νέας παραγωγής βλήματα. Έτσι, το νέο απόθεμα θα είχε γνωστή ηλικία, ελεγχόμενο ιστορικό και πιστοποιημένο κύκλο αποθήκευσης.
Παράλληλα, η ουκρανική εταιρεία Fire Point έχει αναφερθεί σε εργασίες πάνω σε τμήματα βλημάτων των οικογενειών S-300 και S-400, ενώ τον Ιούνιο του 2026 υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τη HENSOLDT για το νέο σύστημα αεράμυνας FREYJA. Στο FREYJA, η HENSOLDT παρέχει το ραντάρ και η Fire Point αναλαμβάνει τον αναχαιτιστή FP-7, τον εκτοξευτή και την ολοκλήρωση του συστήματος.
Το FREYJA αποτελεί διαφορετική σχεδίαση από τον S-300, όμως η συνεργασία έχει ενδιαφέρον επειδή συνδέει την ουκρανική βιομηχανία με τη HENSOLDT, κατασκευάστρια του TRML-4D.

Η διασύνδεση με τον «Θόλο»
Η πρώτη δοκιμή θα μπορούσε να αφορά τη μεταφορά δεδομένων στόχων από το ELM-2084 προς το κέντρο διοίκησης των S-300. Το ELM-2084 θα εντοπίζει και θα παρακολουθεί τον στόχο, μεταφέροντας τα στοιχεία του στην πυροβολαρχία, ενώ το 30N6E1 θα αναλαμβάνει την τελική εμπλοκή και καθοδήγηση του 48N6E. Με αυτόν τον τρόπο, το ραντάρ των S-300 θα μπορούσε να ενεργοποιείται αργότερα και για μικρότερο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας την έκθεσή του σε παρεμβολές και όπλα κατά ραντάρ.
Η υλοποίηση απαιτεί πρόσβαση στα δεδομένα του ELM-2084, κατάλληλη διεπαφή και συμμετοχή των κατασκευαστών. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, μια εναλλακτική θα ήταν η προμήθεια TRML-4D, με διασύνδεση στο ελληνικό κέντρο διοίκησης και ουκρανική συμμετοχή στην ολοκλήρωση.

Στην Ουκρανία, τα TRML-4D χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση της ενιαίας εικόνας του εναέριου χώρου και συμπληρώνουν τα ραντάρ των πυροβολαρχιών IRIS-T SLM. Σύμφωνα με πληροφορίες της ΠΤΗΣΗΣ, τα δεδομένα τους διανέμονται μέσω του δικτύου διοίκησης σε διαφορετικά συστήματα αεράμυνας, μεταξύ άλλων S-300, S-200 και Aspide. Η HENSOLDT έχει επίσης αναφέρει ότι τα TRML-4D εντάσσονται στο ουκρανικό δίκτυο αεράμυνας και μπορούν να συνεργάζονται με παλαιότερα συστήματα. Άλλο είναι, ωστόσο, η μεταφορά των στοιχείων ενός στόχου και άλλο η τελική καθοδήγηση ενός βλήματος.
Το TRML-4D χρησιμοποιεί κεραία AESA και, σύμφωνα με τη HENSOLDT, μπορεί να παρακολουθεί περίπου 1.500 στόχους σε απόσταση έως 250 χιλιομέτρων. Η ένταξή του στην ελληνική αεράμυνα θα προσέφερε μια επιπλέον πηγή δεδομένων, διαφορετική από το ELM-2084, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του δικτύου απέναντι σε παρεμβολές και διαφορετικές κατηγορίες απειλών.

Το βασικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα του TRML-4D είναι η κινητικότητά του. Σύμφωνα με ενημέρωση της HENSOLDT προς την ΠΤΗΣΗ, μπορεί να περάσει από θέση λειτουργίας σε κίνηση σε περίπου πέντε λεπτά, ενώ δημόσιες αναφορές δίνουν έως δέκα λεπτά για πλήρη ανάπτυξη ή αναδίπλωση. Η ταχύτερη αλλαγή θέσης περιορίζει τον χρόνο παραμονής του ραντάρ στην ίδια περιοχή και, κατά συνέπεια, την έκθεσή του σε εχθρικές ενέργειες.
Το κόστος εκτιμάται σε περίπου 15-18 εκατ. ευρώ ανά ραντάρ, χωρίς να υπολογίζονται εκπαίδευση, ανταλλακτικά, επικοινωνίες και η ένταξη στο ελληνικό δίκτυο. Συμβάσεις για την Ουκρανία έχουν αποτιμήσει πακέτα έξι ραντάρ και υποστήριξης σε πάνω από 100 εκατ. ευρώ. Ο τελικός αριθμός για την Ελλάδα θα εξαρτηθεί από τη μελέτη κάλυψης και τις επιχειρησιακές ανάγκες. Σε κάθε περίπτωση, τα TRML-4D θα μπορούσαν να ενισχύσουν την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως κινητοί αισθητήρες του συνολικού δικτύου αεράμυνας.

Ένα πρόγραμμα τριών αξόνων
Ο πρώτος άξονας θα αφορά τον τεχνικό έλεγχο των S-300 από την Πολεμική Αεροπορία, ουκρανικές εταιρείες και την ελληνική βιομηχανία. Θα εξεταστούν εκτοξευτές, ραντάρ, κέντρα διοίκησης, ανταλλακτικά και βλήματα, ώστε να διαπιστωθεί ποια συστήματα μπορούν να επισκευαστούν ή να εκσυγχρονιστούν.

Ο δεύτερος άξονας αφορά τη διασύνδεση με το νέο δίκτυο αεράμυνας. Πρώτο βήμα θα ήταν η δοκιμή μεταφοράς δεδομένων από τα ELM-2084 προς τους S-300 και στη συνέχεια η αξιολόγηση του TRML-4D ως δεύτερης πηγής δεδομένων. Στόχος είναι το κέντρο διοίκησης να μπορεί να συνδυάζει πληροφορίες από διαφορετικά ραντάρ και να επιλέγει το καταλληλότερο σύστημα για κάθε απειλή, ακολουθώντας τη λογική της σύντηξης δεδομένων από πολλούς αισθητήρες. Έτσι, οι S-300 θα έπαυαν να λειτουργούν ως απομονωμένες πυροβολαρχίες και θα εντάσσονταν στο ενιαίο δίκτυο αεράμυνας.
Ο τρίτος άξονας αφορά τα βλήματα. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ανακατασκευή μέρους των 48N6E, την ανταλλαγή παλαιότερων βλημάτων και την ανάπτυξη ενός συμβατού νέου πυραύλου-αναχαιτιστή. Οι λύσεις θα δοκιμάζονταν πριν από οποιαδήποτε επιχειρησιακή αξιοποίηση, ενώ η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας σε συναρμολόγηση, δοκιμές και υποστήριξη θα περιόριζε την εξάρτηση από το εξωτερικό.

Το πρώτο πρακτικό βήμα θα μπορούσε να είναι ένα αίτημα πληροφοριών και η συγκρότηση κοινής τεχνικής ομάδας Ελλάδας-Ουκρανίας. Η ομάδα θα αξιολογήσει την κατάσταση των ελληνικών S-300 και θα οργανώσει μια περιορισμένη επίδειξη διασύνδεσης και δοκιμών. Μόνο εφόσον τα αποτελέσματα και το κόστος δικαιολογούν την επένδυση θα ακολουθούσε μια πλήρης αναβάθμιση.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα θα αξιοποιούσε υποδομές, εξοπλισμό και τεχνογνωσία που ήδη διαθέτει, πριν αποφασίσει αν αξίζει να επενδύσει περαιτέρω στους S-300.