Η καναδική αντικατάσταση των CF-18 εξελίσσεται σε στρατηγική επιλογή συμμαχιών και βιομηχανικής ισχύος, και πλέον έχει ξεφύγει από τα στενά όρια που θα είχε ένα ακόμη πρόγραμμα προμήθειας ενός προηγμένου μαχητικού. Η προοπτική των F-35 δείχνει να «κολλάει» πολιτικά και επιχειρησιακά, ενώ οι Σουηδοί επανέρχονται δυναμικά με το Gripen και με ένα αφήγημα που ακούγεται λογικό στα χαρτιά. Έτσι, ο Καναδάς έχει την επιλογή, σύμφωνα με τους Σουηδούς, να αποκτήσει μόνο ένα μικρό αριθμό stealth αεροσκαφών και παράλληλα, μια μεγάλη δύναμη φθηνών 4,5 γενιάς για να συμπληρωθεί ο στόλος. Το ζήτημα είναι ότι ο Καναδάς έχει να εκτελέσει αποστολές NORAD και επιτήρησης σε αποστάσεις που είναι αδύνατες για κάθε ελαφρύ μαχητικό, ακόμη και το πιο σύγχρονο προϊόν της σουηδικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας. Η πραγματικότητα της Αρκτικής, των απέραντων ωκεάνιων διαδρόμων και των ελάχιστων βάσεων απαιτεί μεγάλη ακτίνα δράσης, υψηλή αυτονομία και ισχυρό φορτίο όπλων με ρυθμό εξόδων που να αντέχει άνετα σε κακοκαιρία και απομόνωση.

Σε αυτό το πλαίσιο το Gripen E είναι ένα εξαιρετικό σύστημα για το περιβάλλον στο οποίο σχεδιάστηκε, με έμφαση σε χαμηλό κόστος, ταχεία υποστήριξη, ευφυή δικτύωση και ικανότητα επιχειρήσεων από διάσπαρτες υποδομές. Όμως η κλάση του αεροσκάφους παραμένει ελαφριά για τις καναδικές ανάγκες. Το ενεργειακό ισοζύγιο είναι αμείλικτο, όταν θες μόνιμη παρουσία σε μεγάλες αποστάσεις, χρειάζεσαι καύσιμο, φορείς, χρόνο στον αέρα και όπλα που να δίνουν λύση στο πρώτο πέρασμα. Τα CF-18 στον Καναδά έχουν ήδη μια ιστορία επιχειρησιακής προσαρμογής σε αυτό το μοντέλο, με εξωτερικές δεξαμενές, διαμόρφωση αναχαίτισης και προτεραιότητα στην αντοχή και στη διαθεσιμότητα. Ένα ελαφρύ μαχητικό αναγκάζεται να πληρώνει ακριβά για κάθε κιλό όπλου και κάθε λίτρο καυσίμου με περιορισμούς που σε μια «σφιχτή» γεωγραφία είναι αποδεκτά (πχ Σουηδία), σε μια ηπειρωτική αχανή ζώνη γίνονται άλυτο πρόβλημα.

Εδώ προκύπτει το βασικό επιχείρημα υπέρ ενός Rafale F5, που πραγματεύεται το σημερινό μας άρθρο. Το Rafale είναι πρακτικά ένα Hornet νέας γενιάς ως φιλοσοφία, δικινητήριο, με ισχυρή ηλεκτρική ισχύ και ψύξη για αισθητήρες, με δομή για υψηλό ωφέλιμο φορτίο και με ικανότητα να κουβαλάει πολλά όπλα μεγάλης εμβέλειας χωρίς να χάνει την αυτοπροστασία του. Η δικινητήρια διάταξη έχει επίσης πολιτική και επιχειρησιακή βαρύτητα σε αρκτικό περιβάλλον, όχι ως θεωρία, αλλά ως ψυχολογία αποστολής και ως πρακτικό περιθώριο ασφάλειας. Ένα Rafale με σωστή διαμόρφωση δεξαμενών, αισθητήρων και ατρακτιδίων, λειτουργεί ως μαχητικό επιτήρησης, αναχαίτισης και κρούσης με άνεση που σπανίζει στην κατηγορία του Gripen αλλά και του F-16V.

Στο επίπεδο εμβέλειας, ο δημόσιος διάλογος μπερδεύει συνεχώς ferry range με ακτίνα μάχης. Η ακτίνα μάχης εξαρτάται από ύψος, ταχύτητα, προφίλ αναχαίτισης, χρόνο περιπολίας, εξωτερικές δεξαμενές, φορτίο όπλων και απαιτήσεις επιστροφής. Όμως, ως τάξη μεγέθους, ένα F-35A με εσωτερικό φορτίο και εσωτερικά καύσιμα έχει ακτίνα που θεωρείται πολύ καλή για μαχητικό ενός κινητήρα, ενώ όταν φορτωθεί εξωτερικά για να φέρει πολλά όπλα, χάνει το βασικό του πλεονέκτημα χαμηλής παρατηρησιμότητας. Το Gripen E μπορεί να πετύχει ικανοποιητική εμβέλεια με δεξαμενές, όμως πληρώνει το κόστος σε drag και σε περιορισμούς φορτίου όταν θέλει ταυτόχρονα μεγάλα βλήματα αέρος-αέρος και καύσιμο. Το Rafale παραμένει μακράν ο πιο ισορροπημένος συμβιβασμός, γιατί συνδυάζει μεγάλο απόθεμα ώσης, ισχυρή δομή για πολλαπλές δεξαμενές και ικανότητα να σηκώνει Meteor και MICA μαζί με αισθητήρες και ECM, χωρίς να μετατρέπεται σε «φορτηγό» που θα φοβάται να μπει στη ζώνη απειλής γιατί δεν θα μπορεί να αποφύγει ούτε καν εισερχόμενη ρουκέτα (όχι μόνο πύραυλο).

Το πρόπλασμα ενός Rafale F5, φωτογραφία από το Futura, © Sylvain Biget

Η ουσία είναι ότι για τον Καναδά η κρίσιμη αποστολή δεν είναι να κάνει επίδειξη stealth, είναι να εξασφαλίζει συνεχή αναχαίτιση και ταχεία συγκέντρωση ισχύος όταν ένα ίχνος εμφανιστεί στον Βορρά ή στον ωκεάνιο διάδρομο. Εκεί χρειάζεσαι ένα ραντάρ που να «βλέπει» νωρίς, μια σουίτα ηλεκτρονικού πολέμου που να σε κρατάει ζωντανό και ένα όπλο που να λύνει την εμπλοκή πριν ξεκινήσει η φθορά. Το Rafale ήδη πατάει σε αυτή τη λογική με το RBE2 AESA, το SPECTRA και την ωρίμανση του Meteor. Το F5, αν ακολουθήσει την κατεύθυνση που βλέπουμε μέχρι σήμερα, μπορεί να ενσωματώσει βελτιώσεις χαμηλής παρατηρησιμότητας και ακόμη πιο επιθετική διαχείριση αισθητήρων, ώστε να λειτουργεί ως πλατφόρμα που εντοπίζει στόχους χαμηλού RCS, όχι ως «αόρατο», αλλά ως το μαχητικό που ξεκλειδώνει την αεροπορική εικόνα εκεί που άλλοι δεν βλέπουν τίποτα στις οθόνες τους.

Συχνά ξεχνάμε και κάτι ακόμη, ο Καναδάς δεν προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει αμερικανικά stealth αεροσκάφη. Τα πιθανά σενάρια αφορούν ρωσικά ή κινεζικά μέσα, με προτεραιότητα σε απειλές που έρχονται από βορρά και από ωκεανό. Ακόμη και αν εμφανιστούν πλατφόρμες χαμηλής παρατηρησιμότητας από αυτές τις χώρες, η δυτική 4,5 γενιά με ισχυρά AESA, παθητικούς αισθητήρες, ECM και δικτύωση έχει ρεαλιστικό περιθώριο αντιμετώπισης, ειδικά όταν η εμπλοκή οργανώνεται γύρω από πυραύλους μεγάλης εμβέλειας και όχι γύρω από dogfight. Σε αυτό το περιβάλλον, το Rafale F5 ταιριάζει ως «βαριά» πλατφόρμα αποτροπής, ενώ το Gripen παραμένει πιο κοντά σε ρόλο μαζικής κάλυψης περιοχών με χαμηλότερο επιχειρησιακό βάρος ανά έξοδο.

Η πιο δύσκολη πλευρά για τους Γάλλους δεν είναι η τεχνολογία, είναι η βιομηχανική πολιτική. Η σουηδική πρόταση έχει παραδοσιακά ένα δυνατό χαρτί, τοπική συμπαραγωγή και καναδική συμμετοχή σε βάθος, που δίνει δουλειές, τεχνογνωσία και πολιτική αποδοχή. Αν η Γαλλία θέλει να μπει σοβαρά στο καναδικό παιχνίδι, χρειάζεται πακέτο που να μιλάει τη γλώσσα της Οττάβας, βιομηχανική ένταξη, συντήρηση στο έδαφος, συμμετοχή στο οικοσύστημα όπλων και αισθητήρων. Δυστυχώς η Γαλλία, ανέκαθεν, αντιμετωπίζει τους πελάτες σαν “αγελάδες για άρμεγμα”, κι όχι σαν εταίρους. Το Rafale μπορεί να το υποστηρίξει τεχνικά, όμως απαιτείται μια νέα γαλλική απόφαση αλλαγής της στρατηγικής εξαγωγών, με κίνητρα και παραχωρήσεις αντίστοιχες του σουηδικού μοντέλου.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν κοιτάξουμε το ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ευρωπαϊκό «όνειρο» για ένα μαχητικό 6ης γενιάς μοιάζει να κινείται σε ρυθμούς που δεν καλύπτουν το κενό των επόμενων δεκαετιών. Προγράμματα, συμπράξεις, ανταγωνισμοί, διαφορετικές προτεραιότητες, όλα αυτά σπρώχνουν την Ευρώπη να αναβάλλει την ημέρα που θα έχει ένα πραγματικά κοινό αεροπορικό σύστημα αιχμής. Αν διασπαστεί και ο γαλλο-γερμανικός άξονας, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι Γερμανοί θα πιεστούν να αγοράσουν περισσότερα F-35, όχι μόνο για ρόλους πυρηνικής αποστολής, αλλά και ως «ασφάλεια» για το μέλλον. Και αν κάποια στιγμή η αμερικανική 6η γενιά εξελιχθεί σε ένα αεροσκάφος τύπου F-47, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε θέση όπου θα παρακαλάει για πρόσβαση, πληρώνοντας πολύ ακριβά και αποδεχόμενη όρους που ακυρώνουν κάθε συζήτηση στρατηγικής αυτονομίας.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται το πιο ενδιαφέρον concept, που θα μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία με πολύ πιο ρεαλιστικό τρόπο από ένα αβέβαιο 6ης γενιάς. Αν η Γαλλία στρέψει σημαντικό μέρος των κονδυλίων εξέλιξης προς ένα loyal wingman για το Rafale F5, τότε δημιουργεί ένα σύστημα που συνδυάζει τα καλύτερα δύο κόσμων, stealth μη επανδρωμένα εμπρός και ισχυρά επανδρωμένα μαχητικά πίσω, με κεντρικό κόμβο ένα Rafale που οργανώνει την εικόνα μάχης. Το loyal wingman μπορεί να σχεδιαστεί με προτεραιότητα στο χαμηλό κόστος, στη χαμηλή παρατηρησιμότητα και στη μεταφορά όπλων σε διαμόρφωση που δεν θέλει να πετύχει τα πάντα, θέλει να πετύχει τα κρίσιμα. Αν εμπρός επιχειρούν τέτοια UAV με φθηνότερους πυραύλους μικρότερης κατηγορίας, πχ MICA NG, τότε η πρώτη ζώνη εμπλοκής γίνεται μαζική, φθοράς, με πολλαπλές βολές, χωρίς να ρισκάρεις τον πιλότο και χωρίς να σπαταλάς ακριβούς πόρους.

Πίσω, το Rafale F5 λειτουργεί ως «εκκαθαριστής» και ως o βασικός κόμβος, δημιουργός για μια αρχιτεκτονική αισθητήρων. Με ένα πανίσχυρο AESA, με παθητικές δυνατότητες εντοπισμού, με βελτιωμένη ηλεκτρονική αυτοπροστασία και με όπλα μεγάλης εμβέλειας, το Rafale μπορεί να κρατάει τον αντίπαλο σε απόσταση, ενώ τα loyal wingmen ανοίγουν διαδρόμους, αποκαλύπτουν εκπομπές, προκαλούν ενεργοποίηση ραντάρ, σπάνε σχηματισμούς, επιβάλλουν τους όρους του εναέριου αγώνα. Και εδώ μπαίνει το δεύτερο σκέλος του concept, το Rafale F5 με Meteor NG. Ακόμη και αν το Meteor NG παραμένει μελλοντική εξέλιξη, η λογική είναι ξεκάθαρη, ένα βλήμα αέρος-αέρος με ακόμη καλύτερη απόδοση σε ζώνες μεγάλης απόστασης, συνδυασμένο με αισθητήρες που βρίσκουν στόχους χαμηλού RCS νωρίτερα, δίνει στον αμυνόμενο μια μορφή αντιαεροπορικής ομπρέλας στον αέρα, κάτι που ο Καναδάς χρειάζεται και η Ευρώπη στερείται.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι πώς αυτή η κατανομή ρόλων «κουμπώνει» με τα ευρωπαϊκά F-35. Αντί να ζητάς από το F-35 να κάνει τα πάντα, του δίνεις ρόλο εκεί που ξεχωρίζει, κρούση και διείσδυση με έμφαση στην απόκρυψη και στη συλλογή πληροφορίας. Το βάρος της εναέριας υπεροχής και της μαζικής αναχαίτισης πέφτει σε ένα ευρωπαϊκό δίπολο, Rafale F5 συν loyal wingman, που είναι ευέλικτο, επεκτάσιμο και βιομηχανικά ελέγξιμο από την ήπειρο. Έτσι τα F-35 των ευρωπαϊκών χωρών αφοσιώνονται σε αποστολές που απαιτούν stealth προφίλ και όπλα ακριβείας, ενώ το «σκούπισμα» των απειλών, η εξουδετέρωση μαχητικών, η απομάκρυνση εχθρικών AEW και η καταστολή αεράμυνας με φθηνότερα όπλα, περνά σε ένα σύστημα που δεν εξαρτάται από αμερικανικά κλειδιά.

Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ίσως η πιο θετική ευρωπαϊκή αεροπορική προοπτική της επόμενης εικοσαετίας. Το Αιγαίο δεν είναι μόνο μικρές αποστάσεις, είναι πυκνότητα απειλών, μικροκλίμακες χρόνου αντίδρασης, πολλαπλά νησιά, περιορισμένα παράθυρα εμπλοκής και ένα περιβάλλον όπου η πρώτη εικόνα και η πρώτη βολή έχουν δυσανάλογη αξία. Ένα σύστημα Rafale F5 με loyal wingman επιτρέπει στην ΠΑ να σπρώξει εμπρός «αναλώσιμη» ισχύ, stealth UAV που μπαίνουν σε επικίνδυνες ζώνες, προκαλούν ενεργοποίηση αισθητήρων και μεταφέρουν βλήματα για μαζικές καταρρίψεις των εχθρικών loyal wingman. Πίσω, τα Rafale κρατούν ασφαλή ύψη και αποστάσεις, συνδέονται με άλλα μέσα, μοιράζουν στόχους και εξαπολύουν βλήματα μεγάλης εμβέλειας με καλύτερες πιθανότητες εμπλοκής. Σε έναν χώρο όπως το Αιγαίο, όπου η απειλή μπορεί να ξεπροβάλει από πολλές κατευθύνσεις και σε μικρούς χρόνους, η δυνατότητα να έχεις εμπρός «μάτια και δόντια» χωρίς να εκθέτεις επανδρωμένα αεροσκάφη, είναι τεράστια ανατροπή.

Το πλεονέκτημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό, είναι και οικονομικό. Η Ελλάδα έχει ήδη επενδύσει σε ένα οικοσύστημα Rafale, εκπαίδευση, υποστήριξη, όπλα, τακτικές. Αν το Rafale εξελιχθεί σε F5 και συνδεθεί με μια ευρωπαϊκή οικογένεια loyal wingmen, τότε κάθε ευρώ που μπαίνει στο πρόγραμμα αυξάνει την ισχύ του στόλου με τρόπο κλιμακωτό. Αντί να κυνηγάς συνεχώς νέα ακριβά επανδρωμένα αεροσκάφη, ενισχύεις τον στόλο με μη επανδρωμένα πολλαπλασιαστικά, που μπορείς να αγοράζεις σε αριθμούς, να αντικαθιστάς γρήγορα, να εκσυγχρονίζεις ή ακόμη και να παράγεις εύκολα. Και κυρίως, κρατάς την εξέλιξη στην Ευρώπη, με δυνατότητα συμμετοχής, συνεργασιών και πολιτικής στήριξης σε επίπεδο ΕΕ, κάτι που ευνοεί και την ελληνική θέση σε κάθε διαπραγμάτευση.

Αν το δούμε ψυχρά, ο Καναδάς χρειάζεται ένα μαχητικό που να «στέκεται» ως εθνικός κορμός σε τεράστια γεωγραφία. Η Ευρώπη χρειάζεται ένα σύστημα που να κλείνει το κενό μέχρι να ωριμάσει, αν ωριμάσει, η 6η γενιά. Η Ελλάδα χρειάζεται ισχύ στο Αιγαίο με τρόπο που να σέβεται την πραγματικότητα των απειλών και την ανάγκη διαθεσιμότητας. Ένα Rafale F5 μόνο του είναι ήδη μια ισχυρή απάντηση σε πολλά από αυτά. Ένα Rafale F5 μαζί με loyal wingman μετατρέπεται σε ολοκληρωμένη ιπτάμενη αρχιτεκτονική αεροπορικής ισχύος, που μειώνει την εξάρτηση από αμερικανικά κλειδιά, κρατά το κόστος σε κλιμάκωση και δίνει στην Ευρώπη κάτι που σήμερα της λείπει, έναν δικό της, συνεκτικό δρόμο προς την αεροπορική κυριαρχία.

Το πιο ενδιαφέρον, τέλος, είναι ότι αυτό το concept δεν απαιτεί να περιμένεις το «τέλειο» μαχητικό 6ης γενιάς. Απαιτεί να πάρεις ένα ώριμο 4,5 γενιάς, να το σπρώξεις σε μια κορυφή αισθητήρων και δικτύωσης ως F5, και να χτίσεις γύρω του μια οικογένεια stealth μη επανδρωμένων που θα κάνουν τη βρώμικη δουλειά εμπρός. Αν η Γαλλία το τολμήσει, δημιουργεί την απόλυτη λύση για την ίδια, για την Ευρώπη, για τον Καναδά, και για την Ελλάδα, με τρόπο που ενισχύει την αποτροπή σήμερα, όχι σε μια αόριστη υπόσχεση του 2040.