Η Μόσχα δηλώνει ότι δεν θέλει μια προσωρινή εκεχειρία, αλλά μια οριστική και μακροχρόνια ειρήνη. Ακούγεται λογικό, ίσως και θετικό. Μόνο που πίσω από αυτή τη διατύπωση κρύβεται μια παγίδα: οι διαπραγματεύσεις για μια συνθήκη ειρήνης μπορεί να διαρκέσουν χρόνια, ενώ στο μεταξύ ο πόλεμος συνεχίζεται κανονικά.
Ο Γιγκάλ Λεβίν (Yigal Levin), Ισραηλινός στρατιωτικός αναλυτής με προηγούμενη υπηρεσία στις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF), παρακολουθεί στενά τον πόλεμο στην Ουκρανία και αναλύει τις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. Σε ένα παλαιότερο κείμενό του είχε εξηγήσει γιατί η άρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν να δεχτεί άμεση κατάπαυση του πυρός, με το επιχείρημα ότι προτιμά μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία, δεν είναι καθόλου αθώα.
Η ανάλυσή του αποκτά ξανά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά τις τελευταίες δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ. Σχολιάζοντας την πρόταση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι για κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών, ο Πεσκόφ επανέλαβε ότι η Ρωσία δεν επιδιώκει μια προσωρινή εκεχειρία, αλλά μια μακροχρόνια ειρήνη. Είναι ουσιαστικά το ίδιο επιχείρημα που είχε χρησιμοποιήσει ο Πούτιν απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Τι σημαίνει όμως στην πράξη αυτή η θέση και γιατί το Κίεβο και οι Ευρωπαίοι επιμένουν ότι πρέπει πρώτα να σταματήσουν οι εχθροπραξίες;
Ακολουθεί η ανάλυση του Γιγκάλ Λεβίν, σε ελληνική απόδοση.
Γιατί ο Πούτιν απορρίπτει την κατάπαυση του πυρός και επιμένει σε μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία;
Γιατί ο Πούτιν, στη συνάντησή του με τον Τραμπ, τάχθηκε κατά της κατάπαυσης του πυρός και πρότεινε, αντί γι’ αυτήν, την υπογραφή μιας συνολικής συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου;
Δηλαδή, μιας συνθήκης ειρήνης.
Υπάρχει εδώ μια λεπτομέρεια που, απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει, κάποιοι δεν λαμβάνουν υπόψη.
Μια κατάπαυση του πυρός μπορεί να συμφωνηθεί κυριολεκτικά από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται μόνο μια διαταγή και από εκεί και πέρα όλα εξαρτώνται από τους διοικητές στο πεδίο της μάχης, από το αν θα την τηρήσουν.
Η κατάπαυση του πυρός μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο σχεδόν με ένα χτύπημα των δαχτύλων, εφόσον οι ανώτεροι αξιωματικοί και οι διοικητές και των δύο πλευρών τηρούν τη συμφωνία. Ή, στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί τουλάχιστον να περιορίσει τη βία στο μέτωπο στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.
Μια συμφωνία ειρήνης, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρόκειται για μια πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία, που μπορεί να κρατήσει χρόνια, ακόμη και δεκαετίες.
Μερικά παραδείγματα:
Αίγυπτος και Ισραήλ: κατάπαυση του πυρός το 1973, συνθήκη ειρήνης το 1979. Έξι χρόνια.
Ιορδανία και Ισραήλ: ανακωχή το 1949, συνθήκη ειρήνης το 1994. Σαράντα πέντε χρόνια.
Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν: κατάπαυση του πυρός το 2020, συμφωνία ειρήνης το 2025. Πέντε χρόνια.
Βόρεια και Νότια Κορέα: ανακωχή το 1953, την οποία μάλιστα υπέγραψαν η διοίκηση του ΟΗΕ, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα, όχι η Νότια. Συνθήκη ειρήνης δεν υπάρχει μέχρι σήμερα.
Και θα μπορούσα να συνεχίσω με πολλά ακόμη παραδείγματα, αλλά νομίζω ότι η λογική είναι ξεκάθαρη. Μια συνθήκη ειρήνης και ο οριστικός τερματισμός ενός πολέμου δεν είναι σαν να πηγαίνεις στην αγορά να αγοράσεις μια κότα. Είναι μια διαδικασία που μπορεί να τραβήξει ακόμη και μισό αιώνα.
Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συμφωνίες υπογράφονται σχετικά «γρήγορα», μιλάμε για πέντε χρόνια και πάνω.
Ο Πούτιν, λοιπόν, αρνείται το πρώτο βήμα, δηλαδή να σταματήσει ο ίδιος ο πόλεμος μέσω μιας κατάπαυσης του πυρός, και προτείνει να παρακαμφθούν όλα τα ενδιάμεσα στάδια και να πάμε κατευθείαν στην οριστική ειρήνη.
Μόνο που αυτή είναι μια μακρά διαδικασία. Άρα, η ειρήνη μετατίθεται για κάποια στιγμή στο μέλλον. Το 2030, για παράδειγμα. Ίσως και αργότερα.
Μέχρι να αντιμετωπιστούν οι περιβόητες «βαθύτερες αιτίες της ουκρανικής κρίσης», όπως λέει η Μόσχα.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Από τη στιγμή που δεν έχει συμφωνηθεί καμία κατάπαυση του πυρός, η Ρωσία μπορεί όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο να συνεχίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και να κατηγορεί διαρκώς την Ουκρανία ότι υπονομεύει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Το επιχείρημα θα είναι περίπου το εξής:
«Εμείς θέλουμε ειρήνη. Αλλά το Κίεβο εξακολουθεί να κατέχει δικά μας εδάφη και πόλεις, όπως τη Ζαπορίζια και τη Χερσώνα.
Αν το Κίεβο θέλει πραγματικά ειρήνη και τερματισμό του πολέμου, γιατί συνεχίζει να κατέχει πόλεις που, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, είναι ρωσικές;
Άρα, το Κίεβο δεν ενδιαφέρεται για την ειρήνη. Θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο.
Και γιατί συμβαίνει αυτό;
Επειδή δεν έχουν αντιμετωπιστεί οι βαθύτερες αιτίες της ουκρανικής κρίσης».
Νομίζω ότι καταλαβαίνετε τη λογική.
Ο Πούτιν, όταν λέει στον Τραμπ ότι είναι αντίθετος στην κατάπαυση του πυρός, αλλά υπέρ της ειρήνης και του τερματισμού του πολέμου, στην πραγματικότητα του λέει ότι θέλει και σκοπεύει να συνεχίσει να πολεμά.
Μέχρι να επιτευχθεί αυτή η περιβόητη ειρήνη. Δηλαδή, μέχρι να συνθηκολογήσει η Ουκρανία.
Οι Ευρωπαίοι, όπως και το Κίεβο, το καταλαβαίνουν πολύ καλά. Γι’ αυτό και επιμένουν πρώτα απ’ όλα στην κατάπαυση του πυρός.
Το τι ακριβώς έχει στο μυαλό της η αμερικανική κυβέρνηση είναι μια άλλη, πολύ καλή ερώτηση. Πέρα, φυσικά, από την επιθυμία της να βγάλει τη Ρωσία από αυτόν τον πόλεμο και να καταφέρει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να παγώσει τη σύγκρουση.
Το σημαντικό είναι να μην υποχωρήσουμε σε καμία περίπτωση από αυτή την ελάχιστη απαίτηση: πλήρη κατάπαυση του πυρός και καμία παράδοση εδαφών χωρίς μάχη. Γιατί σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν παραχωρείται χωρίς αγώνα.
Όλα τα υπόλοιπα είναι παγίδα.
Η ειρήνη ως υπόσχεση και ο πόλεμος ως πραγματικότητα
Η ανάλυση του Λεβίν αναδεικνύει μια βασική αντίφαση της ρωσικής θέσης. Η Μόσχα δηλώνει έτοιμη να συζητήσει τον οριστικό τερματισμό του πολέμου, αλλά δεν δέχεται να σταματήσει πρώτα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον, ενώ στο μέτωπο εξακολουθούν να σκοτώνονται άνθρωποι και οι ουκρανικές πόλεις να δέχονται επιθέσεις.
Φυσικά, μια κατάπαυση του πυρός δεν εγγυάται από μόνη της μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη. Ούτε λύνει αυτομάτως τα ζητήματα των κατεχόμενων εδαφών, των εγγυήσεων ασφαλείας ή της ευθύνης για τον πόλεμο. Μπορεί όμως να σταματήσει άμεσα την αιματοχυσία, εφόσον τηρηθεί. Και αυτό είναι κάτι που μια υπόσχεση για μελλοντική ειρήνη δεν μπορεί να προσφέρει.
Έναν χρόνο μετά, το Κρεμλίνο επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ίδια θέση. Αλλάζει ο συνομιλητής, αλλάζουν οι διπλωματικές συνθήκες, όμως το βασικό επιχείρημα παραμένει το ίδιο: πρώτα μια συνολική συμφωνία και μετά το τέλος των εχθροπραξιών.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει η ανάλυση του Λεβίν: όταν μια χώρα λέει ότι θέλει ειρήνη, αλλά αρνείται να σταματήσει να πολεμά μέχρι να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της, ζητά πραγματικά τον τερματισμό του πολέμου ή απλώς περισσότερο χρόνο για να πετύχει τους στόχους της;
Γιατί η ειρήνη δεν κρίνεται μόνο από τις δηλώσεις και τα διπλωματικά κείμενα. Κρίνεται και από το αν σταματούν οι πύραυλοι, οι βομβαρδισμοί και οι θάνατοι.
Και όσο αυτά συνεχίζονται, η «μακροχρόνια ειρήνη» που υπόσχεται η Μόσχα παραμένει μια υπόσχεση για το μέλλον. Ο πόλεμος, αντίθετα, είναι η πραγματικότητα του σήμερα.