Πολιτική θύελλα προκαλεί στο Ισραήλ το «NAZA», το νέο ντοκιμαντέρ των Ισραηλινών κινηματογραφιστών Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ. Μετά τη βράβευσή του με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας (και με θυελλώδη χειροκροτήματα μετά την προβολή της ταινίας), ο υπουργός Πολιτισμού Μίκι Ζοχάρ, ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει την αφαίρεση της ισραηλινής υπηκοότητας από τους δημιουργούς, κατηγορώντας τους για «προδοσία κατά του κράτους».

Η ταινία, διάρκειας 80 λεπτών, επιχειρεί να ανοίξει το «μαύρο κουτί» των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα. Βασίζεται στις μαρτυρίες 24 στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών, τα πρόσωπα και οι φωνές των οποίων έχουν αλλοιωθεί ψηφιακά. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν μυστικά, σε ταράτσες του Τελ Αβίβ, στη διάρκεια τριών ετών.

Ο τίτλος προέρχεται από ισραηλινό στρατιωτικό ακρωνύμιο που, σύμφωνα με τους δημιουργούς, χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αμάχων οι οποίοι αναμένεται να σκοτωθούν σε ένα πλήγμα. Οι μαρτυρίες περιγράφουν πως συστήματα τεχνητής νοημοσύνης παράγουν μεγάλους αριθμούς πιθανών στόχων, περιλαμβανομένων στελεχών της Χαμάς. Αυτοί φέρεται να εντοπίζονταν μέσω ψηφιακής παρακολούθησης και να βομβαρδίζονταν τη νύχτα στα σπίτια τους, παρά τη γνώση ότι μαζί τους βρίσκονταν σύζυγοι και παιδιά.

Ιδιαίτερα βαρύς είναι ο ισχυρισμός ενός συνεντευξιαζόμενου ότι, σε μία περίπτωση, είχε εγκριθεί η πιθανή θανάτωση έως και 500 αμάχων προκειμένου να εξοντωθεί ένα μέλος της Χαμάς. Άλλες καταθέσεις αφορούν υποκλοπές τηλεφωνικών συνομιλιών οικογενειών λίγο πριν από επιθέσεις, την καταστροφή συνοικιών όπου εκτιμάτο ότι παρέμενε έως και το 25% των κατοίκων, συστηματικούς εμπρησμούς κατοικιών και πυρά εναντίον αμάχων σε σημείο διανομής τροφίμων.

Το «NAZA» δεν παρουσιάζει αυτά τα περιστατικά ως μεμονωμένα λάθη μιας στρατιωτικής επιχείρησης που γίνεται μέσα σε αστικό ιστό, όπως δηλαδή αυτή που διαδραματίζεται στη Γάζα από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, τον Οκτώβριο του 2023. Η βασική θέση του ντοκιμαντέρ είναι ότι οι φόνοι παλαιστινίων αμάχων αποτελούσαν μέρος ενός μηχανισμού επιτήρησης, επιλογής στόχων και εξ’ αποστάσεως πληγμάτων, που για να εξοντώσουν μέλη της Χαμάς αδιαφορούσαν για τις παράπλευρες απώλειες. Ένα συμπέρασμα της ταινίας όμως που απορρίπτουν κατηγορηματικά η κυβέρνηση του Ισραήλ και οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας.

Μάλιστα οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ δηλώνουν ότι οι ανώνυμες πηγές δεν μπορούν να επαληθευτούν, ενώ αν και αναγνωρίζουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλει στον εντοπισμό πιθανών στόχων, επιμένουν όμως ότι καμία επίθεση δεν εκτελείται χωρίς ανθρώπινη απόφαση η οποία “πάντα προσπαθεί να κρατήσει κάθε πλήγμα σε περιορισμένο χώρο και με ελάχιστες απώλειες”. Παράλληλα, επαναλαμβάνουν ότι η Χαμάς χρησιμοποιεί κατοικημένες περιοχές και αμάχους ως “ανθρώπινες ασπίδες”.

Σε επόμενο επίπεδο, εντός Ισραήλ, η αντίδραση της κυβερνητικής δεξιάς υπήρξε οργισμένη. Ο Ζοχάρ χαρακτήρισε την ταινία «αποκρουστική» και ισχυρίστηκε ότι οι δημιουργοί βλάπτουν την πατρίδα τους για να αποσπάσουν χειροκροτήματα στο εξωτερικό. Ο ακροδεξιός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ αποκάλεσε τους σκηνοθέτες «ντροπή» για τον ισραηλινό λαό και τους κατηγόρησε ως “υποστηρικτές της Χαμάς”. Σε ότι αφορά την ανάκληση υπηκοότητας, αυτή είναι νομικά δυνατή, αλλά απαιτεί ενέργειες των υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, καθώς και δικαστική έγκριση.

Οι Αμπραχάμ και Σορ, βραβευμένοι ήδη με Όσκαρ (το 2025) για το ντοκιμαντερ «No Other Land» (που παρουσιάζει την πίεση που δέχονται οι παλαιστινιακοί οικισμοί στη Δυτική Όχθη τόσο από φανατικούς εποίκους όσο και από την κυβέρνηση του Ισράηλ), επιμένουν ότι επιδιώκουν να προωθήσουν το δημόσιο έλεγχο στις πολεμικές πρακτικές της χώρας τους.