Εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, που επηρεάζει περίπου 5.000 θέσεις εργασίας, ανακοίνωσε η KLM στις 5 Νοεμβρίου, επιδιώκοντας να περιορίσει το λειτουργικό κόστος, να βελτιώσει την κερδοφορία της και να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα του αεροπορικού της κόμβου στο Άμστερνταμ. Το σχέδιο περιλαμβάνει μεταφορά δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς συνεργάτες και στον όμιλο Air France-KLM, μείωση προσωπικού, αλλαγές στη σύνθεση του στόλου και μεγαλύτερη αξιοποίηση της αυτοματοποίησης.

Σύμφωνα με την ολλανδική εταιρεία, η αναδιάρθρωση αφορά συνολικά περίπου 5.000 θέσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ισάριθμες απολύσεις. Από αυτές, 1.250 θέσεις στην KLM Catering Services έχουν ήδη ενταχθεί σε νέο σχήμα συνεργασίας με την gategroup, ενώ δραστηριότητες που αντιστοιχούν σε περίπου 800 θέσεις στις υπηρεσίες εδάφους θα μεταφερθούν σε εξωτερικούς παρόχους. Άλλες 2.000 θέσεις, μεταξύ των οποίων 1.500 στο κέντρο εξυπηρέτησης πελατών Cygnific, θα μεταφερθούν στον όμιλο Air France-KLM. Επιπλέον, η εταιρεία προβλέπει καθαρή μείωση περίπου 1.000 θέσεων μέσω αύξησης της παραγωγικότητας.

Συνολικά, η KLM εκτιμά ότι το προσωπικό της θα περιοριστεί κατά σχεδόν 15% τα επόμενα χρόνια, επιδιώκοντας να αποφύγει όσο είναι δυνατόν τις υποχρεωτικές απολύσεις μέσω φυσικής αποχώρησης εργαζομένων, εθελοντικών προγραμμάτων και εσωτερικών μετακινήσεων.

Η αναδιάρθρωση εντάσσεται στην προσπάθεια βελτίωσης των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων κατά επιπλέον ένα δισ. ευρώ, με συνολικό στόχο βελτίωσης 1,4 δισ. ευρώ. Παρά τις προηγούμενες παρεμβάσεις, που έχουν ήδη αποφέρει διαρθρωτικές βελτιώσεις άνω των 750 εκατ. ευρώ, η διοίκηση θεωρεί ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη χρηματοδότηση νέων αεροσκαφών, τη βελτίωση των υπηρεσιών και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.

Σημαντικές αλλαγές προβλέπονται και στον στόλο των ευρωπαϊκών δρομολογίων. Η KLM εγκαταλείπει τον σχεδιασμό για την ένταξη μικρότερων Airbus A320neo, επιλέγοντας περισσότερα Embraer E195-E2, ενώ θα διατηρήσει τα μεγαλύτερα A321neo. Παράλληλα, τα Boeing 737 και Embraer E190 θα αποσυρθούν σταδιακά τα επόμενα χρόνια.

Η επιλογή αυτή αποσκοπεί στην καλύτερη προσαρμογή της προσφερόμενης χωρητικότητας στη ζήτηση των ευρωπαϊκών γραμμών, με την KLM Cityhopper να αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρόλο στο δίκτυο. Η εταιρεία επιδιώκει να περιορίσει το κόστος λειτουργίας δρομολογίων με χαμηλότερη επιβατική κίνηση, χωρίς να αποδυναμώσει τις ανταποκρίσεις προς τις διηπειρωτικές πτήσεις της.

Το αεροδρόμιο Schiphol παραμένει στο επίκεντρο της στρατηγικής. Η KLM εξυπηρετεί σήμερα περίπου 160 προορισμούς με απευθείας πτήσεις από το Άμστερνταμ και θεωρεί τη διατήρηση αυτού του δικτύου καθοριστική για τη θέση της Ολλανδίας στις διεθνείς αερομεταφορές. Ωστόσο, οι περιορισμοί χωρητικότητας του αεροδρομίου, οι αυξημένες χρεώσεις και το υψηλό λειτουργικό κόστος περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης.

Για τον λόγο αυτό, η εταιρεία σχεδιάζει αναδιοργάνωση της εξυπηρέτησης επιβατών, της διαχείρισης αποσκευών και των δραστηριοτήτων στην πίστα. Το κέντρο επιχειρησιακού συντονισμού του Schiphol θα αναβαθμιστεί με νέα ψηφιακά εργαλεία, ενώ η KLM Cargo θα συγκεντρώσει τη διαχείριση εμπορευμάτων σε μία εγκατάσταση, προετοιμάζοντας τη μετάβαση στον νέο εμπορευματικό σταθμό που προγραμματίζεται για το 2035.

Αλλαγές προβλέπονται επίσης στον τομέα τεχνικής υποστήριξης, με την Engineering & Maintenance να επικεντρώνεται περισσότερο στους νέους τύπους αεροσκαφών και να περιορίζει σταδιακά τις εργασίες συντήρησης των υπό απόσυρση μοντέλων. Η διοίκηση θέτει παράλληλα στόχο αύξησης της παραγωγικότητας κατά τουλάχιστον 8% έως το 2028, σε συνδυασμό με συγκρατημένες μισθολογικές αυξήσεις.

Η απόφαση έρχεται παρά τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων του ομίλου Air France-KLM, ο οποίος ανακοίνωσε λειτουργικά κέρδη περίπου 1,34 δισ. ευρώ για το τρίτο τρίμηνο του 2026, υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών. Η KLM, ωστόσο, εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερη κερδοφορία από την Air France, με περιθώριο λειτουργικού κέρδους κάτω του 5% στο πρώτο εννεάμηνο, έναντι στόχου 8%.