Ο όρος “επακούμβηση” (ουσιαστικό, η) είναι ναυτικός και δηλώνει την ελαφρά πρόσκρουση ή την απαλή επαφή ανάμεσα σε δύο πλοία. Σαν φαινόμενο είναι αρκετά συχνό και συμβαίνει όταν δύο πλοία ή πλωτά σκάφη ακουμπούν μεταξύ τους, ενώ κινούνται σε πολύ μικρή απόσταση. Η επακούμβηση διαφέρει από τη σύγκρουση στο ότι κατά την επαφή προξενούνται ελάχιστες και μικρές ή και καθόλου ζημιές που σίγουρα δεν αποτελούν κίνδυνο για την πλευστότητα των δύο πλεουμένων.

Η επακούμβηση βρήκε διέξοδο στη διπλωματική γλώσσα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για να περιγράψει ναυτικά γεγονότα και δράσεις των “ειρηνικών” αντιμαχομένων υποβαθμίζοντάς τα προς όφελος της διατήρησης της κοινής ειρήνης. Όπως και η “διπλωματική αρρώστια”, η επακούμβηση μεταξύ πλοίων των αντιμαχόμενων ναυτικών παρουσίαζε προσχηματικά μια κατάσταση έντασης και δράσης ως τυχαίο γεγονός, αποτέλεσμα λανθασμένων χειρισμών, που προκλήθηκε από φυσικούς παράγοντες, όπως δυνατοί άνεμοι και ξαφνικοί κυματισμοί που επηρέασαν την κατεύθυνση των πλοίων.

Τον Αύγουστο του 2020, Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονταν και πάλι σε μια δίνη αντιπαράθεσης, ένα ακόμα “θερμό καλοκαίρι” στη συλλογή τους από τα σχεδόν 45 χρόνια ψυχρής αντιπαράθεσης στο Αιγαίο. Αιτία, για άλλη μια φορά, η έξοδος του ερευνητικού πλοίου Oruc Reis με ισχυρή συνοδεία, με βασική την παρουσία της φρεγάτας TCG Kemal Reis (F-247), κλάσης Meko 200TN Track IIB. Πρόκειται για την τελευταία και πλέον σύγχρονη από τις οκτώ τουρκικές φρεγάτες Meko 200, και ανήκε στην υποκλάση Salihreis η οποία παραδόθηκε στο τουρκικό ναυτικό το καλοκαίρι του 2000.

Η ένταση είχε δημιουργηθεί με την πάγια τουρκική τακτική με τη δέσμευση σημαντικών θαλασσίων εκτάσεων για σεισμικές έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, κοντά στο Καστελόριζο. Η δέσμευση των περιοχών αυτών, που ταυτίζονταν με περιοχές αμφισβήτησης των ελληνικών δικαιωμάτων έγινε με τη χρήση NAVTEX, μια απλή διακοίνωση με Telex που συνήθως γίνεται για επείγοντα περιστατικά που συμβαίνουν σε αποστάσεις 200-400 μιλίων από τις ακτές σε διεθνή ραδιοκύματα. Έτσι, η διακοίνωση είναι μονομερής χωρίς να χρειάζεται η άδεια δεύτερου κράτους ή να μπορεί κάποιος να την αμφισβητήσει άμεσα.

Η Αθήνα, ασφαλώς, αντέδρασε απορρίπτοντάς την αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να στείλει ένα πολεμικό πλοίο για να παρακολουθεί και να επέμβει μόλις τα κυριαρχικά της δικαιώματα καταπατούνταν, περισσότερο όμως σαν επίδειξη δύναμης. Η δύναμη αυτή τον Αύγουστο του 2020 ήρθε με τη φρεγάτα “Λήμνος” (F-451), κλάσης Standard, με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Ιωάννη Σαλιάρη.

Στις 12 Αυγούστου, μετά από αρκετά περιστατικά που τα δύο πλοία (Kemal Reis και Λήμνος) βρέθηκαν σε αντιπαράθεση, ενώ η “Λήμνος” προσπαθούσε να εμποδίσει την γενική πορεία του τουρκικού ερευνητικού πλοίου, η τουρκική φρεγάτα εκτέλεσε έναν επικίνδυνο ελιγμό κινούμενη επιθετικά προς την ελληνική. Ο Έλληνας πλοίαρχος ανέκοψε την ταχύτητα του πλοίου του και άλλαξε πορεία προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση. Ενώ όμως η φρεγάτα Kemal Reis περνούσε ελάχιστα μπροστά από την πλώρη της “Λήμνος”, η τελευταία προσέκρουσε ελαφρώς στο πλάι του τουρκικού πολεμικού δημιουργώντας ρήγμα στο δεξί τοίχωμα του υποστέγου του ελικοπτέρου, από το οποίο αποκολλήθηκε σχεδόν αμέσως.

Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί. Τόσο με όρους ναυτικούς όσο και με διπλωματικούς. Γεγονός είναι πως η τουρκική φρεγάτα απέπλευσε για επισκευές στον πλησιέστερο ναύσταθμο ενώ η ελληνική, με ελάχιστες παραμορφώσεις μετάλλου στη μύτη της πλώρης συνέχισε την αποστολή της ενώ μέρες αργότερα συμμετείχε κανονικά και σε κοινά ελληνο-γαλλικά γυμνάσια νότια της Κρήτης. Διπλωματικά, τόσο η Αθήνα όσο και η Άγκυρα υποβάθμισαν το γεγονός. Ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, αναφέρθηκε γενικά στο θέμα δύο μέρες μετά, καλώντας από την Ελβετία την Ελλάδα “να φέρεται πιο υπεύθυνα” και την Ευρωπαϊκή Ένωση να πάψει να “κανακεύει” την Ελλάδα, θεωρώντας το θέμα “ατυχές”.

Παρά την αμοιβαία υποβάθμιση του περιστατικού, στο εσωτερικό και οι δύο διεκδίκησαν ανεπίσημα τη νίκη, με την Ελλάδα να γεμίζει με πλήθη άρθρων και σχoλίων θαυμασμού από το κοινό για τη στάση του ναυτικού της, που κορυφώθηκε με τη συγχαρητήρια επικοινωνία του υπουργού άμυνας Νίκου Παναγιωτόπουλου προς τον αντιπλοίαρχο Σαλιάρη, ενώ στην Τουρκία ο πρόεδρος Ερντογάν ανακοίνωσε ότι πως “ο νέος Κεμάλ Ρέις” απέτρεψε την απειλή προς το ερευνητικό πλοίο “τρέποντας τους Έλληνες σε φυγή”.

Στην πράξη, ωστόσο, η επακούμβηση της 12ης Αυγούστου ήταν μια δυναμική κίνηση που ανέκοψε τον τουρκικό ιμπεριαλισμό και την αμετροεπή της φιλοδοξία. Αν συνυπολογίσουμε την ανακοπή του υβριδικού πολέμου της Τουρκίας στον Έβρο, τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του ίδιου χρόνου, ήταν η δεύτερη και πλέον αποφασιστική φορά που τα επεκτατικά σχέδια της Άγκυρας αναχαιτίζονταν αποτελεσματικά από την Ελλάδα και τις ένοπλες δυνάμεις της. Η διαφορά ήταν πως η δεύτερη φορά στο Καστελόριζο η Τουρκία είχε και το “παράσημο” για να το αποδείξει, χαραγμένο στα πλευρά της φρεγάτας Kemal Reis.