Λίγοι από τους αναγνώστες μας θυμούνται πλέον την περίοδο πριν από την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα του F-35. Ήταν η εποχή κατά την οποία η ΠΤΗΣΗ ασχολούνταν συστηματικά με κάθε πιθανό, αλλά και φαινομενικά απίθανο, τρόπο εντοπισμού και αντιμετώπισης των τουρκικών F-35. Ο σχεδιασμός της Άγκυρας αφορούσε 100 F-35A και τουλάχιστον 16 F-35B, ενώ κατά καιρούς είχαν εμφανιστεί ακόμη πιο φιλόδοξες αναφορές για πρόσθετα F-35B που θα επιχειρούσαν από τα τουρκικά πλοία αμφίβιων επιχειρήσεων.

Λίγοι επίσης θα θυμούνται την προσπάθεια που κάναμε τότε για να εντοπίσουμε ένα ικανό αντίμετρο απέναντι στο F-35. Εξετάσαμε τη λύση του Eurofighter Typhoon σε ρόλο φρουρού του Αιγαίου, τη δυνατότητα του Dassault Rafale να αντιμετωπίσει μαχητικά πέμπτης γενιάς, καθώς και τη λύση των F-16V με εξωτερικούς αισθητήρες IRST και δικτυοκεντρική καθοδήγηση. Εξετάσαμε ακόμη το F-15 2040 ως πλατφόρμα αντιμετώπισης του F-35.
Την ίδια περίοδο κυκλοφόρησε και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία γύρω από την παρουσία του συστήματος παθητικού ραντάρ Twinvis στην αμυντική έκθεση ILA Berlin του 2018. Σύμφωνα με όσα γράφονταν τότε στον γερμανικό Τύπο, η Αμερικανική Αεροπορία απέφυγε την πτητική επίδειξη δύο F-35Α, ακριβώς επειδή η Hensoldt παρουσίαζε αυτό το σύστημα της!
Μια έξυπνη λύση για την ελληνική περίπτωση
Η ελληνική αεράμυνα χρειάζεται ένα νέο επίπεδο αισθητήρων, πέρα από τα μεγάλα ενεργά ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης που προδίδουν τη θέση τους μόλις αρχίσουν να εκπέμπουν. Η τουρκική επένδυση στο μαχητικό 5ης γενιάς Kaan, στα μεγάλα μη επανδρωμένα τζετ Kizilelma και Anka-ΙΙΙ με σχεδίαση stealth, όπως και στα όπλα ακριβείας και στον ηλεκτρονικό πόλεμο δημιουργεί ένα πεδίο όπου η επιβίωση του αισθητήρα αποκτά την ίδια βαρύτητα με την εμβέλεια και την ακρίβειά του.
Εδώ το Twinvis της γερμανικής Hensoldt καλύπτει αυτή την ανάγκη. Καθώς δημιουργεί εικόνα αέρος αξιοποιώντας ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές που ήδη υπάρχουν στο περιβάλλον, όπως τα FM, το ψηφιακό ραδιόφωνο και η επίγεια τηλεόραση, χωρίς το ίδιο να εκπέμπει σήμα.
Συγκεκριμένα μια κεραία αναφοράς λαμβάνει απευθείας το σήμα του οποιοδήποτε πομπού (π.χ. ραδιοφωνικού), ενώ το κανάλι επιτήρησης αναζητά την ασθενή ανάκλαση του ίδιου σήματος από ένα εναέριο στόχο. Το λογισμικό αφαιρεί το ισχυρό άμεσο σήμα, περιορίζει τον ηλεκτρονικό θόρυβο, απορρίπτει ψευδοστόχους και συνδέει διαδοχικές μετρήσεις ώστε να δει αν σχηματίζουν μια πορεία στο χώρο, άρα καταφέρνει και τον αρχικό εντοπισμό ενός εισερχόμενου εχθρικού αεροσκάφους (επανδρωμένου ή μη), ή πυραύλου.

Ακόμη κάθε πρόσθετος πομπός προσφέρει νέα γωνία “φωτισμού” και κάθε πρόσθετος δέκτης νέα υποδομή ελέγχου. Στο Αιγαίο ειδικά μπορούν να αξιοποιηθούν οι πολλές εκπομπές από την ηπειρωτική χώρα, τα νησιά και τις παράκτιες πόλεις, δημιουργώντας μια πολυστατική εικόνα πάνω από θαλάσσια περάσματα και διαδρόμους πτήσεων σε χαμηλό υψόμετρο.

Ταυτόχρονα η ηλεκτρομαγνητική “σιωπή” του Twinvis αφαιρεί από εχθρικά αεροσκάφη συλλογής πληροφοριών, ανιχνευτές σημάτων ραντάρ πάνω σε εχθρικά μαχητικά, αλλά και από πυραύλους αντι-ραντάρ το κλασικό σήμα στοχοποίησης, που είναι μια ισχυρή εκπομπή σήματος. Οπότε για να εντοπιστεί ένα Twinvis, πρέπει να γίνει οπτική αναγνώριση από κοντά, ενώ για να αντιμετωπιστεί πρέπει να εφαρμοστεί εκτεταμένη ευρυζωνική παρεμβολή σε όλες τις ηλεκτρομαγνητικές πηγές του περιβάλλοντος. Όμως η προσπάθεια παρεμβολής σε πολλές εμπορικές συχνότητες και πομπούς απαιτεί μεγάλη ισχύ και αποκαλύπτει τον παρεμβολέα, άρα δεν είναι πρακτική.
Επίσης το μικρό μέγεθος του Twinvis επιτρέπει την ανάπτυξη του κοντά στα σύνορα, με συχνές αλλαγές θέσης. Ενώ η απουσία πομπού περιορίζει δραστικά την κατανάλωση ενέργειας του συστήματος, την πολυπλοκότητα και το κόστος υποστήριξης. Οπότε το χαμηλό κόστος κύκλου ζωής επιτρέπει πυκνή διασπορά σε νησιά, κρίσιμες εγκαταστάσεις και προωθημένες περιοχές.
Γιατί διαφέρει από συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου
Παθητικοί αισθητήρες υπάρχουν σε πολλές μορφές, από δέκτες ηλεκτρονικής υποστήριξης έως συστήματα γεωεντοπισμού εκπομπών. Το Twinvis ανήκει σε διαφορετική κατηγορία, επειδή καταγράφει το ίχνος από τις ανακλάσεις διαφόρων ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών πάνω στον στόχο. Και η λειτουργία του συνεχίζεται ακόμη και όταν το εχθρικό αεροσκάφος τηρεί σιγή εκπομπών.

Αντίθετα ένα τυπικό σύστημα υποστήριξης ηλεκτρονικού πολέμου (ESM) εντοπίζει τους πομπούς του αεροσκάφους (όπως το ραντάρ του και τις τηλεπικοινωνίες του), αναλύει το σήμα και υπολογίζει τη θέση του. Εδώ το Twinvis συγκρίνει το άμεσο σήμα ενός σταθμού FM ή τηλεόρασης με το ίδιο σήμα αφού ανακλαστεί πάνω σε αεροσκάφος, UAV ή πύραυλο cruise και από τη χρονική καθυστέρηση, τη γωνία άφιξης και τη μετατόπιση Doppler υπολογίζει θέση και κίνηση. Αυτή η λειτουργία το καθιστά πραγματικό παθητικό ραντάρ και το ξεχωρίζει από ένα σύστημα απευθείας ακρόασης εχθρικών εκπομπών.
Το Twinvis μπορεί να αξιοποιεί πολλούς πομπούς FM, DAB και DVB-T ταυτόχρονα, να λειτουργεί σε σταθερή ή κινητή διάταξη και να συνδέει περισσότερους αισθητήρες σε ένα δίκτυο ανάλυσης. Οπότε ο συνδυασμός αυξάνει την ακρίβεια, ενώ το αποτέλεσμα προωθείται σε κέντρα αεροπορικού ελέγχου για άμεση προειδοποίηση.

H χρήση έναντι του Kaan και των Kizilelma & Anka III
Η Άγκυρα από την πλευρά της χτίζει ένα οικοσύστημα αεροσκαφών χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth) και εγχώριων αισθητήρων. Το Kaan έχει ήδη περάσει στην πτητική φάση, το Kizilelma πραγματοποιεί βολές πυραύλων αέρος-αέρος και ενσωματώνει σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου αυτοπροστασίας και το Anka III επίσης κάνει δοκιμές με βολές όπλων.
Γενικότερα η σχεδίαση stealth βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάκλαση των σημάτων των εχθρικών ραντάρ προς άλλες διευθύνσεις, ώστε να μην επιστρέψουν στο ίδιο σημείο (το ραντάρ) και να καταγραφεί εκεί η ανίχνευση του στόχου. Στο Twinvis όμως ο πομπός βρίσκεται αλλού (τα διάφορα ηλεκτρομαγνητικά σήματα του περιβάλλοντος) και ο δέκτης αλλού, άρα οι ανακλάσεις που χάνονται από ένα συμβατικό ραντάρ μπορούν να συλλεχθούν από άλλη γωνία. Οπότε ένα τέτοιο παθητικό ραντάρ μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη stealth αεροσκαφών, όπως π.χ. το Kaan και το Anka III, όχι με μεγάλη ακρίβεια αλλά δίνοντας αρχική ένδειξη.

Αν και το Twinvis παραμένει παθητικός αισθητήρας επιτήρησης, σε κρίσιμη στιγμή μπορεί να συνδυαστεί με ένα ενεργό ραντάρ αεράμυνας που θα εκπέμψει μόνο όταν χρειάζεται και προς την κατεύθυνση που έχει ήδη εντοπιστεί ότι υπάρχει απειλή. Οπότε μπορεί να υπάρχει και τελική εμπλοκή με καλή σύντηξη δεδομένων και υψηλής ευαισθησίας αισθητήρα αντιαεροπορικού όπλου.

Μια πιθανή ελληνική αρχιτεκτονική
Μια ελληνική διαμόρφωση θα μπορούσε να συνδέσει Twinvis με το εθνικό σύστημα αεροπορικού ελέγχου, ίσως και με ραντάρ αεράμυνας TRML-4D που έχουν δοκιμαστεί επιχειρησιακά στην Ουκρανία, τα αντιαεροπορικά Patriot και ότι άλλο παρόμοιο σύστημα διαθέτουμε. Όπου το παθητικό ραντάρ θα δίνει αρχική προειδοποίηση, το ενεργό AESA ραντάρ θα παράγει ίχνος υψηλής ακρίβειας και ο αντιαεροπορικός πύραυλος θα αναλαμβάνει την αναχαίτιση μέσα σε κοινό δίκτυο.
Άλλωστε η Ελλάδα βρίσκεται στις λίγες χώρες για τις οποίες μια γερμανική αποδέσμευση αυτής της τεχνολογίας έχει πολιτική και επιχειρησιακή λογική. Η ελληνική πρόθεση για συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αεράμυνα, οι προτάσεις για μεγαλύτερη συμπαραγωγή αντιαεροπορικών πυραύλων IRIS-T εγχωρίως, η δική μας απόφαση για δημιουργία ενός σύγχρονου “Θόλου Αεράμυνας” με μεγάλες αγορές νέων συστημάτων, ραντάρ και όπλων, όλα αυτά μπορεί να ενσωματώσουν και άλλες λύσεις από τις υπό συζήτηση. Με το Twinvis να είναι μια από τις ενδιαφέρουσες προτάσεις, ταιριάζοντας και στις δικές μας συνθήκες πεδίου όπως και στις απειλές που αντιμετωπίζουμε.