Η General Atomics Aeronautical Systems (GA-ASI) ενισχύει την παραγωγική υποδομή του μη επανδρωμένου μαχητικού FQ-42 Vengeance, αναθέτοντας στη Spirit Defense, θυγατρική της Boeing, τη σχεδίαση και κατασκευή της ατράκτου του.

Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε στις 23 Οκτωβρίου, εντάσσεται στην προετοιμασία για παραγωγή μεγάλης κλίμακας των συνεργατικών αεροσκαφών μάχης (Collaborative Combat Aircraft – CCA) της Αμερικανικής Αεροπορίας.

Η Spirit Defense αποτελεί τη στρατιωτική δραστηριότητα της πρώην ανεξάρτητης Spirit AeroSystems, την οποία η Boeing εξαγόρασε τον Δεκέμβριο του 2025. Η Spirit είχε αποσχιστεί από την Boeing το 2005 και επέστρεψε στον όμιλο είκοσι χρόνια αργότερα. Η Spirit Defense λειτουργεί πλέον ως θυγατρική με επιχειρησιακή αυτονομία, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να συνεργάζεται και με άλλους κατασκευαστές αμυντικού υλικού. Διαθέτει σημαντική εμπειρία στην παραγωγή μεταλλικών και σύνθετων αεροπορικών δομών, έχοντας συμμετάσχει και στο πρόγραμμα B-21 Raider. Η συνεργασία της με τη General Atomics ξεκίνησε το 2023 και η νέα συμφωνία αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας του FQ-42.  

Υπογραμμίζεται ότι η General Atomics παραμένει ο κύριος ανάδοχος του FQ-42, ενώ η Spirit Defense αναλαμβάνει ρόλο υποκατασκευαστή, χωρίς η Boeing να συμμετέχει απευθείας ως κύριος κατασκευαστής του αεροσκάφους.

Το FQ-42 Vengeance είναι μία από τις δύο σχεδιάσεις που επέλεξε η USAF για την πρώτη φάση του προγράμματος CCA, μαζί με το FQ-44 Fury της Anduril. Προορίζεται να επιχειρεί σε συνεργασία με επανδρωμένα μαχητικά, όπως τα F-35A και F-22A και μελλοντικά το F-47, αναλαμβάνοντας αποστολές αναγνώρισης, ηλεκτρονικού πολέμου και κρούσης. Η αρθρωτή αρχιτεκτονική του επιτρέπει την ενσωμάτωση διαφορετικών αισθητήρων, οπλικών συστημάτων και λογισμικού αυτονομίας, ανάλογα με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Το πρώτο FQ-42 πέταξε τον Αύγουστο του 2025 και ακολούθησαν δοκιμές συνεργασίας με επανδρωμένα μαχητικά, περιλαμβανομένων πτήσεων σχηματισμού με F-35A και F-15E. Τον Σεπτέμβριο του 2026 παραδόθηκε αεροσκάφος στην αεροπορική βάση Creech της Νεβάδας για περαιτέρω δοκιμές. Στόχος είναι η ανάπτυξη ημιαυτόνομων δυνατοτήτων, ώστε τα CCA να εκτελούν αποστολές υπό την επίβλεψη χειριστών επανδρωμένων μαχητικών, χωρίς συνεχή τηλεχειρισμό.

Η GA-ASI έχει ήδη δημιουργήσει παραγωγική δυναμικότητα έξι FQ-42 τον μήνα, ενώ ολοκλήρωσε νέα εγκατάσταση εφαρμογής επιστρώσεων χαμηλής παρατηρησιμότητας. Η συνεργασία με τη Spirit Defense ακολουθεί σύμβαση παραγωγής που, σύμφωνα με την εταιρεία, εξασφάλισε από την USAF τον Ιούνιο.

Η Αμερικανική Αεροπορία επιδιώκει να αποκτήσει τουλάχιστον 500 CCA έως το 2032, με τον αριθμό να αφορά το σύνολο του προγράμματος και όχι αποκλειστικά το FQ-42. Η κατανομή μεταξύ του Vengeance και του ανταγωνιστικού FQ-44 Fury δεν έχει ακόμη καθοριστεί.

Παράλληλα, η General Atomics προωθεί την οικογένεια Gambit, από την οποία προέρχεται το FQ-42, και στη διεθνή αγορά, με παραλλαγές για ηλεκτρονικό πόλεμο, καταστολή εχθρικής αεράμυνας (SEAD/DEAD) και κρούσεις ακριβείας. Στους δυνητικούς πελάτες προσφέρεται δυνατότητα εγχώριας παραγωγής και ενσωμάτωσης εθνικών αισθητήρων και όπλων.