Το Douglas F4D Skyray ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αεροσκάφη της πρώτης εποχής των υπερηχητικών ναυτικών μαχητικών. Δεν έγινε διάσημο από πολεμική δράση, έγινε σημαντικό επειδή έφερε το αεροπλανοφόρο στην εποχή της αναχαίτισης μεγάλου ύψους. Με την τεράστια πτέρυγα δέλτα, την “κοντή” άτρακτο, τις στρογγυλεμένες άκρες και την εικόνα που θύμιζε σαλάχι, υπήρξε μια από τις πιο τολμηρές απαντήσεις της Douglas στο ερώτημα που απασχολούσε το Αμερικανικό Ναυτικό στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου. Πώς μπορεί μια ομάδα μάχης αεροπλανοφόρου να αποκτήσει μαχητικό που απονηώνεται γρήγορα, ανεβαίνει ακόμη γρηγορότερα και φθάνει στον εισβολέα πριν εκείνος μπει σε θέση απειλής.

Η αποστολή που γέννησε το Skyray

Το Skyray γεννήθηκε από μια απαίτηση που σήμερα ακούγεται απλή, αλλά εκείνη την εποχή ήταν τεχνολογικά ακραία. Το Αμερικανικό Ναυτικό ζητούσε αναχαιτιστικό αεροπλανοφόρων με εξαιρετικό ρυθμό ανόδου, υψηλή ταχύτητα και δυνατότητα επιχειρήσεων από το μικρό κατάστρωμα των αεροπλανοφόρων του Β’ ΠΠ που ήταν ακόμη σε χρήση. Η απειλή ήταν τα σοβιετικά βομβαρδιστικά μεγάλου ύψους, τα οποία στην πυρηνική εποχή μπορούσαν να συντρίψουν τη δύναμη μιας ολόκληρης ναυτικής δύναμης μέσα σε λίγα λεπτά. Για την ομάδα μάχης αεροπλανοφόρου, η καθυστέρηση ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Εναέριος ανεφοδιασμός Douglas F4D-1 Skyray της VF-74 από AD-6 Skyraider κατά την ανάπτυξη του USS Intrepid στη Μεσόγειο, περίπου 1960 Πηγή: U.S. Navy / National Naval Aviation Museum

Από τη γερμανική πτέρυγα δέλτα στον Heinemann

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ μελέτησαν σε βάθος τη γερμανική έρευνα πάνω στις οπισθοκλινείς πτέρυγες, τις πτέρυγες δέλτα και τη συμπεριφορά αεροσκαφών σε υψηλές ταχύτητες. Η σχολή του Γερμανού σχεδιαστή Alexander Lippisch – που είχε πάει μεταπολεμικά στις ΗΠΑ, ενώ επί ναζιστικής Γερμανίας είχε σχεδιάσει το Messerschmitt Me 163- είχε δείξει ότι μια πτέρυγα δέλτα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη επιφάνεια, αντοχή σε υψηλές γωνίες προσβολής και αεροδυναμική λύση για την τρανσονική περιοχή. Έτσι ο Αμερικανός σχεδιαστής Ed Heinemann και η ομάδα της Douglas, πήραν αυτές τις ιδέες και τις εξέλιξαν για ένα αναχαιτιστικό του Ναυτικού.

F4D-1 Skyray του NATC στην τελική φάση προσνήωσης στο USS Forrestal στις 19 Απριλίου 1956 Πηγή: U.S. Navy

Η επιλογή της Douglas ήταν ριζοσπαστική. Το αεροσκάφος θα είχε σχεδίαση χωρίς οριζόντιο ουραίο, με μεγάλη πτέρυγα δέλτα και στρογγυλεμένα ακροπτερύγια. Η πτέρυγα θα ήταν σχεδόν το ίδιο το αεροσκάφος. Στις ρίζες της τοποθετήθηκαν εισαγωγές αέρα, στο εσωτερικό της υπήρχαν καύσιμα, ενώ στο πίσω χείλος δούλευαν επιφάνειες ελέγχου που συνδύαζαν ρόλο elevator και aileron.

Η κάτοψη του σχεδίου έδωσε και το όνομα. Το Skyray έμοιαζε με σαλάχι που γλιστρούσε στον ουρανό. Το παρατσούκλι του ήταν “Ford” ήρθε από την προφορά του F4D, αλλά πίσω από το όνομα υπήρχε ένα από τα πιο απαιτητικά αεροσκάφη που πέρασαν από τη ναυτική αεροπορία των ΗΠΑ.

Το δύσκολο ξεκίνημα και η αλλαγή κινητήρα

Το πρωτότυπο XF4D-1 πέταξε για πρώτη φορά στις 23 Ιανουαρίου 1951. Η πρώτη φάση της εξέλιξης σημαδεύτηκε από την αβεβαιότητα γύρω από τον Westinghouse J40, έναν κινητήρα που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα σε αρκετά αμερικανικά προγράμματα της εποχής. Το Skyray είχε σχεδιαστεί για υψηλές επιδόσεις και το ανεπαρκές αρχικό σύστημα πρόωσης απειλούσε να ακυρώσει όλη τη φιλοσοφία του.

Σειρά F4D-1 Skyray της VF-74 στο MCAS Yuma κατά το Naval Air Weapons Meet του 1959/ Πηγή: U.S. Navy / National Naval Aviation Museum

Η λύση ήρθε με τον Pratt & Whitney J57. Ο J57 ήταν ισχυρότερος, μεγαλύτερος και πιο ώριμος. Με αυτόν, το Skyray απέκτησε την ώση που χρειαζόταν για να γίνει πραγματικό αναχαιτιστικό μεγάλου ρυθμού ανόδου. Η μετάκαυση έδινε στο μικρό αεροσκάφος την έκρηξη ισχύος που απαιτούσε η αποστολή του, ειδικά όταν ο χρόνος από συναγερμό μέχρι εμπλοκή ήταν το κύριο επιχειρησιακό πρόβλημα.

Η αλλαγή κινητήρα είχε και κόστος. Η κατανάλωση ήταν υψηλή, η αυτονομία πολύ περιορισμένη και το αεροσκάφος παρέμενε μικρής εμβελείας για μια σύντομη αποστολή αναχαίτισης.

Τα ρεκόρ που το έβαλαν στην ιστορία

Το Skyray δημιούργησε αίσθηση πριν ακόμη ολοκληρώσει την επιχειρησιακή του ωρίμανση. Στις 3 Οκτωβρίου 1953, ο James B. Verdin πέτυχε με XF4D-1 ταχύτητα 752,944 μιλίων την ώρα σε διαδρομή τριών χιλιομέτρων. Ήταν η πρώτη φορά που αεροσκάφος αεροπλανοφόρου κατέκτησε το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας.

F4D-1 Skyray της VF-102 με εναέριο στόχο πάνω από το NAAS El Centro στις 14 Απριλίου 1958. Πηγή: U.S. Navy/National Naval Aviation Museum.

Η δεύτερη μεγάλη επίδειξη ήρθε στην αναρρίχηση. Το 1958, ο Ταγματάρχης Edward N. LeFaivre των Πεζοναυτών πέτυχε πέντε ρεκόρ χρόνου ανόδου με F4D-1. Το πιο εντυπωσιακό ήταν η άνοδος στα 15.000 μέτρα σε 2 λεπτά και 36,2 δευτερόλεπτα.

Τα ρεκόρ δείχνουν ότι η Douglas είχε πετύχει τον στόχο του. Το αεροσκάφος είχε ιδιοτροπίες, περιορισμούς και δύσκολη συμπεριφορά, όμως στην ταχεία άνοδο και στην αρχική εμπλοκή ήταν μια από τις πιο ικανότερες ναυτικές πλατφόρμες της δεκαετίας του 1950.

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Τα παρακάτω στοιχεία αφορούν τη βασική έκδοση παραγωγής F4D-1, η οποία μετά την αλλαγή του συστήματος ονοματολογίας του 1962, μετονομάστηκε σε F-6A.

F4D-1 Skyray της VF-13 σε προσέγγιση στο USS Essex, περίπου 1959. Πηγή: U.S. Navy/National Naval Aviation Museum.
  • Τύπος: Μονοθέσιο, μονοκινητήριο, αναχαιτιστικό αεροπλανοφόρων παντός καιρού
  • Πρώτη πτήση: 23 Ιανουαρίου 1951
  • Είσοδος σε υπηρεσία: Απρίλιος 1956
  • Απόσυρση από πρώτη γραμμή: 1964
  • Παραγωγή: 420 αεροσκάφη F4D-1 και 2 πρωτότυπα XF4D-1
  • Μήκος: 13,9 μέτρα
  • Εκπέτασμα: 10,2 μέτρα
  • Εκπέτασμα με με αναδιπλωμένες πτέρυγες: 7,9 μέτρα
  • Ύψος: 3,9 μέτρα
  • Επιφάνεια πτέρυγας: 51,7 τετραγωνικά μέτρα
  • Γωνία χείλους προσβολής: 52,5 μοίρες
  • Κενό βάρος: 7.270 κιλά
  • Μέγιστο βάρος: 12.700 κιλά
  • Κινητήρας: Στροβιλοκινητήρας Pratt & Whitney J57-P-8. Ώση 38,7 kN και 64,5 kN με μετάκαυση.
  • Ταχύτητα πλεύσης: 837 χλμ/ώρα
  • Μέγιστη ταχύτητα: 1.162 χλμ/ώρα στο επίπεδο της θάλασσας και 1.118 χλμ/ώρα ή περίπου Mach 1,05 στα 36.000 πόδια
  • Επιχειρησιακή Οροφή: 55.000 πόδια
  • Μέγιστη εμβέλεια: 1.900 χλμ. περίπου
  • Εσωτερικός οπλισμός: 4 πυροβόλα Colt Mk 12 των 20 mm με 70 βλήματα ανά πυροβόλο
  • Βλήματα αέρος αέρος: ‘Εως 4 AIM-9 Sidewinder πρώιμων εκδόσεων
  • Ρουκέτες: Έως 76 FFAR 2,75 ιντσών
  • Σταθμοί ανάρτησης: 6 σημεία για ρουκέτες, βλήματα, βόμβες ή δεξαμενές καυσίμου

Η αεροδυναμική του σαλαχιού

Η μεγάλη πτέρυγα δέλτα ήταν το επίκεντρο της σχεδίασης. Προσέφερε μεγάλη επιφάνεια σε μικρό σχετικά μήκος αεροσκάφους, δυνατότητα καλής συμπεριφοράς σε υψηλές γωνίες προσβολής και καθαρή διαμόρφωση χωρίς οριζόντιο ουραίο. Η ιδέα ήταν ότι ένα ναυτικό αναχαιτιστικό θα μπορούσε να έχει υψηλή αντοχή στην υπερηχητική περιοχή και ταυτόχρονα αρκετή άντωση για επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρο.

F4D-1 Skyray της VF-162 σε επιχειρησιακή πτήση, περίπου 1961. Πηγή: U.S. Navy

Η ίδια λύση δημιούργησε και προβλήματα. Η απουσία οριζόντιου σταθερού, η πολύ κοντή άτρακτος και η βαριά πτέρυγα έκαναν το Skyray ευαίσθητο σε ορισμένες περιοχές του φακέλου πτήσης. Οι πιλότοι μιλούσαν για αεροσκάφος με ισχύ, αλλά και με χαρακτήρα που απαιτούσε προσοχή. Το F4D συγχωρούσε λιγότερα λάθη από τα πιο συμβατικά μαχητικά της ίδιας περιόδου.

Ραντάρ, cockpit και αποστολή παντός καιρού

Το Skyray εντάχθηκε σε υπηρεσία σε μια περίοδο όπου η αναχαίτιση άλλαζε από αερομαχία εξ όψεως με πυροβόλα, σε σύγκρουση μεγαλύτερων αποστάσεων, με χρήση ηλεκτρονικών και με κατευθυνόμενα όπλα. Η εγκατάσταση ραντάρ και συστημάτων ελέγχου πυρός ήταν απαραίτητη για νυχτερινή και παντός καιρού αποστολή. Οι εκδόσεις παραγωγής ενσωμάτωσαν το ραντάρ AN/APQ-50 και είχαν σύστημα ελέγχου πυρός που στόχευαν να κάνουν το F4D αναχαιτιστικό παντός καιρού.

Ζεύγος F4D-1 Skyray της VF-13 σε σχηματισμό, Ιούλιος 1961. Πηγή: U.S. Navy

Η δυσκολία ήταν ο φόρτος εργασίας. Ένας μόνο χειριστής έπρεπε να πετά ένα νευρικό αεροσκάφος, να διαχειρίζεται ραντάρ, να ελέγχει την εμπλοκή και να επιλέγει όπλα. Σε αυτό το σημείο φαίνεται η απόσταση ανάμεσα στη φιλοδοξία και στην τεχνολογική ωριμότητα της δεκαετίας του 1950. Η ιδέα ήταν σωστή, αλλά ο άνθρωπος στο cockpit έμενε ο αδύναμος κόμβος όλου του συστήματος.

Η εμπειρία του όμως βοήθησε το Αμερικανικό Ναυτικό να καταλάβει γιατί τα επόμενα μαχητικά του, θα χρειάζονταν καλύτερη εργονομία, ισχυρότερα ραντάρ, μεγαλύτερη αυτονομία και πιο οργανωμένη κατανομή εργασιών.

Οπλισμός, από τα πυροβόλα στον Sidewinder

Ο εσωτερικός οπλισμός ήταν τέσσερα πυροβόλα Colt Mk 12 των 20 mm, με 70 βλήματα ανά πυροβόλο. Η επιλογή έδειχνε τη συνέχεια με την εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου και της Κορέας. Στο Skyray, όμως, το πυροβόλο είχε περισσότερο ρόλο τελευταίας φάσης εμπλοκής και συμπληρωματικής ισχύος πυρός.

F4D-1 Skyray σε δοκιμές οπλισμού με πύραυλο Sparrow στο Point Mugu, περίπου 1961. Πηγή: U.S. Navy.

Η αρχική φιλοσοφία αναχαίτισης στηριζόταν πολύ στις ρουκέτες 2,75 ιντσών. Η μαζική βολή τους θεωρούνταν κατάλληλη για επίθεση εναντίον μεγάλων βομβαρδιστικών, πριν η τεχνολογία των βλημάτων αέρος αέρος γίνει πραγματικά αξιόπιστη.

Η ενσωμάτωση του AIM-9 Sidewinder έδωσε στο F4D νέα αξία. Μέχρι τέσσερα βλήματα μπορούσαν να μεταφερθούν κάτω από τις πτέρυγες, δίνοντας στο αεροσκάφος δυνατότητα εμπλοκής με κατευθυνόμενο όπλο υπέρυθρης καθοδήγησης.

Επιχειρησιακή ένταξη

Το F4D-1 μπήκε σε υπηρεσία τον Απρίλιο του 1956 με τη Μοίρα VC-3, η οποία σύντομα μετονομάστηκε σε VF(AW)-3. Η Μοίρα αυτή είχε θέση στην ιστορία του Αμερικανικό Ναυτικό επειδή εντάχθηκε στο σύστημα αεράμυνας της Βόρειας Αμερικής. Με άλλα λόγια, ένα ναυτικό αεροσκάφος αναχαίτισης αντιμετωπίστηκε ως κομμάτι της ηπειρωτικής αεράμυνας. Αυτό δείχνει πόσο σοβαρά υπολογίστηκε η ταχεία άνοδος και η άμεση αντίδραση του Skyray.

F4D-1 Skyray της VF-102 σε προσνήωση στο USS Forrestal, Μάρτιος 1961. Πηγή: U.S. Navy.

Στη συνέχεια το Skyray υπηρέτησε σε Μοίρες του Ναυτικού και των Πεζοναυτών, στις Μοίρες VF-13, VF-23, VF-74, VF-102, VF-141, VF-162, VF-213 και VMF/VMF(AW)-115. Η καριέρα του στην πρώτη γραμμή κράτησε έως το 1964. Αυτή η σύντομη διάρκεια εξηγεί γιατί το Skyray έμεινε στη σκιά πιο διάσημων αεροσκαφών. Πέταξε σε μια περίοδο γρήγορης τεχνολογικής αλλαγής, όπου κάθε νέα γενιά έκανε την προηγούμενη να μοιάζει παλιά μέσα σε λίγα χρόνια.

Γιατί δεν πολέμησε

Το Skyray δεν κατέγραψε πολεμική δράση κάτι που ήταν καθαρά συγκυριακό. Εμφανίστηκε μετά την Κορέα και έφυγε από την πρώτη γραμμή πριν πυκνώσουν οι μάχες στο Βιετνάμ.

F4D-1 Skyray του USMC VMF-115 σε πτήση στις 17 Μαρτίου 1957. Πηγή: USMC/National Naval Aviation Museum.

Σύγκριση με μαχητικά ίδιας κατηγορίας και εποχής

Σε σχέση με το McDonnell F3H Demon, το Skyray ήταν πιο καθαρόαιμο αναχαιτιστικό. Το Demon ήταν βαρύτερο και κινήθηκε περισσότερο προς την κατεύθυνση της αναχαίτισης παντώς καιρού.

Δύο F4D-1 Skyray της VF-102 σε πτήση κατά την ανάπτυξη του USS Forrestal στη Μεσόγειο, 25 Απριλίου 1960. Πηγή: U.S. Navy/National Naval Aviation Museum.

Σε σχέση με το Grumman F11F Tiger, το Skyray ήταν πιο εξειδικευμένο. Το Tiger ήταν κομψό, συμβατικότερο και πιο κοντά στη λογική του μαχητικού ημέρας. Το Tiger ήταν πιο ισορροπημένο μαχητικό, το Skyray ήταν ένα εργαλείο αναχαίτισης.

Η σύγκριση με το Vought F-8 Crusader είναι η πιο σημαντική. Το Crusader είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, καλύτερη εμβέλεια, έδειξε υψηλή απόδοση στο Βιετνάμ και μακρά εξέλιξη.

F5D Skylancer, η τελευταία αναλαμπή

Η Douglas προσπάθησε να εξελίξει το Skyray με το F5D Skylancer. Το νέο αεροσκάφος είχε υπερηχητική απόδοση και μακρύτερη άτρακτο. Σε άλλη συγκυρία θα μπορούσε να γίνει η φυσική συνέχεια του F4D. Η αμερικανική ναυτική αεροπορία, όμως, κινήθηκε γρήγορα προς άλλες λύσεις, στο F-8 Crusader και κυρίως στο F-4 Phantom II. Το μέλλον ανήκε πλέον σε μεγάλα μαχητικά, με ισχυρά ραντάρ, βλήματα μεγαλύτερης εμβέλειας, καλύτερη αυτονομία και δυνατότητα πολλαπλών αποστολών.

Το F4D ήταν και το τελευταίο μαχητικό που παρήγαγε η Douglas πριν απορροφηθεί από την McDonnell το 1967, δημιουργώντας την McDonnell Douglas. Που με τη σειρά της απορροφήθηκε από την Boeing το 1997.

Η αξία του Skyray

Η προσφορά του Skyray βρίσκεται στην εμπειρία που έδωσε. Οι πιλότοι έμαθαν να χειρίζονται ισχυρό, γρήγορο και απαιτητικό δελταπτέρυγο αεροσκάφος. Οι μηχανικοί έμαθαν να υποστηρίζουν κινητήρα τζετ με μετάκαυση σε ναυτικό περιβάλλον. Τα επιτελεία είδαν στην πράξη ότι το αεροπλανοφόρο μπορούσε να φιλοξενήσει μαχητικό αναχαίτισης που πλησίαζε την υπερηχητική εποχή. Αυτή η εμπειρία πέρασε στα επόμενα προγράμματα μαχητικών πολύ πιο ουσιαστικά από όσο δείχνει η σύντομη υπηρεσία του.

Σχηματισμός F4D-1 Skyray της VF(AW)-3 σε πτήση, κάπου το1960. Πηγή: U.S. Navy/National Naval Aviation Museum.

Το F4D ήταν ένα μαχητικό των λίγων και κρίσιμων λεπτών. Σε αυτά έπρεπε να απονηωθεί, να ανεβεί σε μεγάλο ύψος, να κλειδώσει την απειλή και να προστατεύσει την ομάδα μάχης. Και για αυτό παραμένει ένα από τα πιο άγνωστα αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέροντα αεροσκάφη της αμερικανικής ναυτικής αεροπορίας.