Το Ναυτικό της Βραζιλίας βρίσκεται από καιρό αντιμέτωπο με την ανάγκη αντικατάστασης των τελευταίων μαχητικών AF-1 Skyhawk, καθώς η γήρανση του στόλου απειλεί τη διατήρηση της ναυτικής αεροπορίας σταθερών πτερύγων. Παρόλα αυτά το πρόγραμμα AFX, που προορίζεται να εξασφαλίσει τη διάδοχη κατάσταση, παραμένει χωρίς επιλεγμένο αεροσκάφος, εγκεκριμένο προϋπολογισμό ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

Το ζήτημα αναδεικνύει σε ανάλυσή του το DefesaNet, επισημαίνοντας ότι η αντικατάσταση των Skyhawk δεν αφορά απλώς την ανανέωση ενός παλαιού τύπου, αλλά τη διατήρηση μιας επιχειρησιακής ικανότητας που θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο και δαπανηρό να ανακτηθεί εάν χαθεί.

Να θυμίσουμε ότι, όπως έχουν γράψει σε εκτεταμένο αφιέρωμα στην «Πτήση», η Βραζιλία απέκτησε το 1998 συνολικά 23 μεταχειρισμένα A-4KU και TA-4KU από το Κουβέιτ, τα οποία εντάχθηκαν σε υπηρεσία ως AF-1 και AF-1A αντίστοιχα. Τα αεροσκάφη εξόπλισαν την 1η Μοίρα Αναχαίτισης και Κρούσης (VF-1) και επιχειρούσαν από το αεροπλανοφόρο São Paulo, πρώην γαλλικό Foch, που αποκτήθηκε το 2000.

Η απόσυρση του São Paulo το 2017 στέρησε από το βραζιλιάνικο Ναυτικό τη δυνατότητα επιχειρήσεων μαχητικών από αεροπλανοφόρο. Έκτοτε, τα Skyhawk επιχειρούν αποκλειστικά από χερσαίες βάσεις, με κύρια αποστολή τη διατήρηση της εκπαίδευσης, της επιχειρησιακής εμπειρίας και της υποδομής της VF-1.

Για την παράταση της επιχειρησιακής ζωής τους είχε ανατεθεί στην Embraer πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, το οποίο περιλάμβανε νέο ραντάρ, αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά, σύγχρονο πιλοτήριο και βελτιώσεις στα συστήματα επικοινωνιών και ναυτιλίας. Ωστόσο, το πρόγραμμα περιορίστηκε σημαντικά σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό, ενώ ο μικρός αριθμός διαθέσιμων αεροσκαφών και η ηλικία τους δυσχεραίνουν τη διατήρηση επαρκούς επιχειρησιακής διαθεσιμότητας.

Το AFX αποσκοπεί στην απόκτηση ενός σύγχρονου αεροσκάφους που θα διατηρήσει τη μαχητική ικανότητα της VF-1, με δυνατότητες αναχαίτισης, αναγνώρισης, προσβολής στόχων επιφανείας και υποστήριξης ναυτικών επιχειρήσεων. Βασικές απαιτήσεις θεωρούνται η ενσωμάτωση σύγχρονων αισθητήρων, όπλων ακριβείας, ηλεκτρονικού πολέμου και δικτυοκεντρικών δυνατοτήτων, με οικονομικά βιώσιμο κόστος χρήσης.

Η επιλογή όμως ναυτικού αεροπλάνου δεν προϋποθέτει την άμεση απόκτηση νέου αεροπλανοφόρου. Μαχητικά που επιχειρούν από χερσαίες βάσεις μπορούν να υποστηρίζουν τον στόλο, ιδιαίτερα σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος στον Νότιο Ατλαντικό. Στην ανάλυση επισημαίνεται και η γεωγραφική σημασία του αρχιπελάγους Φερνάντο ντε Νορόνια ως δυνητικού προωθημένου σημείου υποστήριξης αεροπορικών επιχειρήσεων, εφόσον δημιουργηθούν οι αναγκαίες υποδομές.

Παράλληλα, το AFX συνδέεται με τη μακροπρόθεσμη προοπτική επιστροφής της Βραζιλίας στις επιχειρήσεις αεροπλανοφόρων.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η χρηματοδότηση. Το βραζιλιάνικο Ναυτικό υλοποιεί ήδη δαπανηρά προγράμματα, όπως οι νέες φρεγάτες κλάσης Tamandaré και η ανάπτυξη πυρηνοκίνητου υποβρυχίου, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για μια πρόσθετη μεγάλη εξοπλιστική δαπάνη.

Από την άλλη, η  καθυστέρηση του AFX δημιουργεί τον κίνδυνο η Βραζιλία να χάσει οριστικά την επιχειρησιακή συνέχεια της ναυτικής αεροπορίας μαχητικών. Ακόμη και χωρίς αεροπλανοφόρο, η διατήρηση εκπαιδευμένων χειριστών, τεχνικού προσωπικού και σχετικής επιχειρησιακής εμπειρίας θεωρείται κρίσιμη για οποιαδήποτε μελλοντική επιστροφή σε επιχειρήσεις αεροσκαφών από πλοία.