Δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 6 Αυγούστου, η προκήρυξη του ειδικού καθεστώτος ενισχύσεων που αφορά “στρατηγικούς τομείς Άμυνας και Κατασκευής Οχημάτων και Αεροσκαφών” του ν. 5246/2025 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5297/2026, δηλαδή του λεγόμενου “Αναπτυξιακού Νόμου”. Αυτό το νέο καθεστώς επιδοτήσεων αποτελεί μία από τις πιο συγκεκριμένες μέχρι σήμερα, απόπειρες σύνδεσης της ελληνικής αμυντικής πολιτικής με την εγχώρια βιομηχανική ανάπτυξη.
Πιο αναλυτικά, ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 150 εκατ. ευρώ, με τις αιτήσεις να υποβάλλονται από τις 31 Αυγούστου έως τις 30 Νοεμβρίου 2026. Το ελάχιστο ύψος κάθε επενδυτικού σχεδίου ορίζεται στα 3 εκατ. ευρώ, ενώ η μέγιστη ενίσχυση μπορεί να φθάσει τα 20 εκατ. ευρώ ανά σχέδιο (υπό προυπόθέσεις που θα δούμε στην συνέχεια, μπορεί αυτό να γίνει και 50 εκατομμύρια). Η έναρξη των εργασιών πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα στα έτη 2026, 2027 ή 2028.
Το συγκεριμένο “πακέτο” επενδύσεων για την ελληνική αμυντική βιομηχανία το περιμέναμε από την αρχή του έτους, είχε ανακοινωθεί πως θα δημοσιευθεί τον Ιούλιο, τελικά βγήκε στις αρχές Αυγούστου (με μικρή καθυστέρηση δηλαδή). Και εμπεριέχει πολλά σημαντικά στοιχεία, ενώ σκιαγραφεί μια ειδική στρατηγική για την δική μας αμυντική βιομηχανία.
Αρχικά παρά τον όρο «ενίσχυση», δεν πρόκειται πρωτίστως για άμεση επιχορήγηση. Το βασικό εργαλείο είναι η φορολογική υπερέκπτωση: οι επιλέξιμες δαπάνες αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα προσαυξημένες κατά 100%. Η ωφέλεια μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάθος έως 15 φορολογικών ετών, ενώ συνοδεύεται από διαδικασία ταχείας αδειοδότησης, με στόχο την έκδοση των αναγκαίων αδειών μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση πλήρους φακέλου.
Η επιλογή αυτή μειώνει τον δημοσιονομικό κίνδυνο και επιβραβεύει επιχειρήσεις με πραγματική παραγωγική δραστηριότητα. Έχει, όμως, και μια συνέπεια: ευνοεί περισσότερο εταιρείες με ήδη έτη κερδοφορίας και βαριά υποδομή, ή που σκοπεύει να αποκτήσει βαριά υποδομή (κτήρια, μηχανολογικό εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα, ή και εκσυχρονισμό εγκαταστάσεων) οι οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν γρήγορα τη φορολογική ωφέλεια. Για μια νεότερη αμυντική εταιρεία υψηλής τεχνολογίας, η οποία επενδύει αλλά αλλά δεν εμφανίζει ακόμη σημαντικά κέρδη και στηρίζεται περισσότερο σε έρευνα-ανάπτυξη και εξέλιξη λογισμικού (οπότε δεν έχει δαπάνες σε μεγάλα πάγια), το κίνητρο είναι λιγότερο αποδοτικό. Επίσης κάθε εταιρεία πρέπει να έχει τουλάχιστον έναν κύκλο εργασιών 100.000 ευρώ στα προηγούμενα 3 έτη, οπότε αυτό αποκλείει νεοσύστατες εταιρείες, οι οποίες δεν έχουν και κάποιο ισχυρό μέτοχο που να διαθέτει τέτοιο τζίρο σε δική του εταιρεία.
Από τις εισαγωγές στη συμπαραγωγή
Σύμφωνα με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, το πολιτικό μήνυμα συμπυκνώνεται στο ότι η η Ελλάδα «θα είναι χώρα παραγωγής, χώρα τεχνολογίας, χώρα εξαγωγών». Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άμυνα, όπου επί δεκαετίες η χώρα λειτουργούσε κυρίως ως αγοραστής ξένων συστημάτων. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ρόλο καταναλωτή», συνδέοντας το νέο δόγμα προμηθειών με απαίτηση για «τουλάχιστον 25% συμπαραγωγή σε κάθε μεγάλη αμυντική προμήθεια». Σε άλλη παρέμβασή του σημείωσε: «Πρέπει να έχουμε και ισχυρή ελληνική αμυντική βιομηχανία. Και δουλεύουμε οργανωμένα και από κοινού σε αυτόν τον τομέα».
Τι επιδοτείται και τι μένει απέξω
Το πρώτο και κύριο στοιχείο της προκήρυξης είναι πως αφορά ενίσχυση σε ένα πολύ “στενό” κομμάτι δραστηριοτήτων στο χώρο της άμυνας. Έτσι ως επιλέξιμες είναι οι εξής (με τους αντίστοιχους ΚΑΔ της εφορίας) με την επισήμανση δική μας:
- Κατασκευή όπλων και πυρομαχικών (Κ.Α.Δ. 25.30).
- Κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων (Κ.Α.Δ. 29.10).
- Κατασκευή ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού για μηχανοκίνητα οχήματα (Κ.Α.Δ.29.31).
- Κατασκευή άλλων μερών και εξαρτημάτων για μηχανοκίνητα οχήματα (Κ.Α.Δ. 29.32).
- Κατασκευή αεροσκαφών και συναφών μηχανημάτων (Κ.Α.Δ. 30.31,30.32).
- Κατασκευή στρατιωτικών οχημάτων μάχης (Κ.Α.Δ. 30.40).
Εδώ λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα η κλαδική ανισσοροπία όπου οι 4 στις 6 κατηγορίες αφορούν στρατιωτικά οχήματα και εξαρτήματα τους, ενώ μία κατηγορία είναι “όπλα και πυρομαχικά” και ακόμη μια η “κατασκευή αεροσκαφών”, στην οποία περιέχονται και τα στρατιωτικής φύσης μη επανδρωμένα.
Η απόφαση αυτή (είχε ανακοινωθεί πως θα είναι έτσι εδώ και καιρό) δημιουργεί πολύ ευνοϊκό πεδίο για εργοστάσια τροχοφόρων και ερπυστριοφόρων οχημάτων, θωρακίσεων, ηλεκτρονικών υποσυστημάτων, καλωδιώσεων, κινητήρων και λοιπών εξαρτημάτων οχημάτων. Αντίθετα στους επιλέξιμους κωδικούς δραστηριότητας δεν περιλαμβάνεται η ναυπήγηση πολεμικών πλοίων ή γενικότερα η κατασκευή πλοίων και πλωτών κατασκευών.
Η απουσία αυτή αφήνει ουσιαστικά εκτός του συγκεκριμένου καθεστώτος τα ολοκληρωμένα ναυτικά προγράμματα: κορβέτες, περιπολικά, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, πλοία υποστήριξης ή εκσυγχρονισμό ναυπηγικών παραγωγικών γραμμών. Όπως βέβαια και κάθε είδους επένδυση σε υποσυστήματα τους και εξοπλισμό. Αυτό είναι μια παράξενη επιλογή για μια κατεξοχήν ναυτική χώρα, η οποία διαθέτει σημαντικές ανάγκες ανανέωσης του Στόλου, ναυπηγεία υπό ανασυγκρότηση και επιχειρήσεις με δυνατότητα παραγωγής ναυτικών ηλεκτρονικών, αισθητήρων και αυτόνομων συστημάτων. Οπότε εδώ έχουμε μια βιομηχανική ιεράρχηση στην οποία ο χερσαίος τομέας υπερέχει συντριπτικά του ναυτικού. Την ίδια στιγμή βέβαια που το υπουργείο Άμυνας και η κυβέρνηση συνολικά μιλά και για “εθνικό πλοίο”.
Ναι σε αεροσκάφη και drones, αλλά με «πέναλτι Αττικής»
Στο αεροπορικό σκέλος, η ένταξη της κατασκευής αεροσκαφών και συναφών μηχανημάτων μπορεί να καλύψει επενδύσεις στον κλάδο. Αλλά μιας και κανείς δεν φτιάχνει επανδρωμένα αεροσκάφη στην Ελλάδα, η ενίσχυση αφορά κυρίως μη επανδρωμένα, εξαρτήματα τους, γραμμές συναρμολόγησης και σχετικά υποσυστήματα. Θεωρητικά, επομένως, το καθεστώς ανοίγει μια σημαντική δίοδο για τον ταχύτατα αναπτυσσόμενο ελληνικό κλάδο των UAV κάθε τύπου.
Στην πράξη, όμως, εμφανίζεται ένα γεωγραφικό εμπόδιο. Μεγάλο μέρος του ελληνικού οικοσυστήματος εναέριων drones, αεροδιαστημικής τεχνολογίας και ηλεκτρονικών εδρεύει στην Αττική, τόσο οι ιδιωτικές εταιρείες όσο και η κρατική ΕΑΒ (το ίδιο συμβαίνει και με τον εγχώριο ναυπηγικό τομέα). Η Αττική όμως έχει το χαμηλότερο ποσοστό επιδοτήσεων ανά σχέδιο που υποβάλλεται! Όπου στον Δυτικό Τομέα Αθηνών κυμαίνονται οι επιδοτήσεις (του συνολικού σχεδίου επενδύσεων που θα υποβληθεί) από 15% για τις μεγάλες επιχειρήσεις έως 35% για τις μικρές και πολύ μικρές ενώ σε Ανατολική και Δυτική Αττική, Πειραιά και Νήσους διαμορφώνονται από 25% έως 45%. Αντίθετα, περιοχες όπως η Κρήτη, το Βόρειο Αιγαίο και η Δυτική Μακεδονία μπορούν να φθάσουν έως 75% για τις μικρότερες επιχειρήσεις, ενώ ο μέσος όρος π.χ. για Θεσσαλία, Ήπειρο, Δυτική Ελλάδα είναι γύρω στο 50% του σχεδίου για τις μεγάλες επιχειρήσεις, στο 60% για τις μεσαίες και στο 70% για τις μικρές.
Άρα από την μια έχουμε μια στόχευση στην ελληνική περιφέρεια, κάτι θεμιτό που μπορεί να κινητοποιήσει αποκέντρωση παραγωγικών δραστηριοτήτων. Δεν παύει, όμως, να δημιουργεί μειονέκτημα για ήδη εγκατεστημένες εταιρείες στην Αττική (κάτι όμως που έχει επανεμφανιστεί και σε άλλα προγράμματα επιδοτήσεων που πάλι ενισχύουν περισσότερο την περιφερειακή ανάπυξη). Ειδικότερα για μια μικρή τεχνολογική επιχείρηση, η μεταφορά εγκατάστασης δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς προϋποθέτει μετακίνηση εξειδικευμένου προσωπικού και αναδιάταξη ολόκληρου του δικτύου συνεργατών. Παράλληλα, το κατώφλι των 3 εκατ. ευρώ (ως ελάχιστο ύψος επένδυσης που μπορεί να υποβληθεί), μπορεί να αποδειχθεί υψηλό για επιχειρήσεις που διαθέτουν τεχνολογία, αλλά όχι ακόμη ισχυρό ισολογισμό και ικανότητα μεγάλων επενδυτικών σχεδιασμών.
Ποιοι μπορεί να μετέχουν, το μέγιστο της επιδότησης
Εδώ η γκάμα είναι ανοιχτή, καθώς επενδυτικά σχέδια για ενίσχυση μπορεί να υποβάλλουν ιδιωτικές εταιρείες, συνεταιρισμοί τους, κοινοπραξίες, δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις κ.ο.κ. Εδώ όμως υπάρχει η εξαίρεση πως δεν μπορεί να επιδοτηθεί κρατική εταιρεία που “έχει ανατεθεί από το κράτος αποκλειστικά σε αυτούς η προσφορά υπηρεσιών”. Ακόμη αξιολογείται η “εξωστρέφεια” της εταιρείας που ζητά ενίσχυση, αν έχει κάνει δηλαδή εξαγωγές, όπως και η κατοχή διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην επένδυση που υποβάλλεται.
Επίσης, ενώ το μέγιστο της επιδότησης ανά σχέδιο είναι τα 20 εκατομμύρια ευρώ, αυτό μπορεί να φθάσει τα 50 εκατομμύρια ευρώ, για “συνεργαζόμενες και συνδεδεμένες επιχειρήσεις”.
Ενισχύσεις για την άμυνα σε προκαθορισμένες διαδρομές
Από τα παραπάνω καταγράφεται πως η επέκταση του Αναπτυξιακού Νόμου στην Άμυνα έχει στόχευση να βοηθήσει και να αναδείξει επενδύσεις που αφορούν συγκεκριμένες δραστηριότητες της ελληνικής βιομηχανίας. Αυτές που ειδικεύονται στην κατασκευή οχημάτων κάθε τύπου για τις Ένοπλες Δυνάμεις, από τακτικά οχήματα, έως φορτηγά και τεθωρακισμένα, και τα σχετικά εξαρτήματα τους, και λιγότερο τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα όπλα και πυρομαχικά (εδώ ουσιαστικά είναι μόνο η κρατική ΕΑΣ που δραστηριοποιείται, κι αυτή κυρίως εντός Αττικής).
Μάλιστα σύμφωνα με πληροφορίες μας, έχει ήδη ξεκινήσει και η υποστήριξη διαφόρων βιομηχανικών πρωτοβουλιών με παραχώρηση οχημάτων του Στρατού για δοκιμές, μετεξέλιξη, ως πλατφόρμες συστημάτων κ.ο.κ.
Άρα η κυβέρνηση έχει ήδη συνδέσει κάποιες σοβαρές επενδύσεις στο χώρο, τις οποίες πολύ πιθανό θα στηρίξει και με κρατικές παραγγελίες για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, ώστε να καταφέρει τη μέγιστη δυνατή μόχλευση ανάταξης και εξέλιξης κρίσιμων βιομηχανικών-παραγωγικών δυνατοτήτων.
Ελπίζουμε το ποσό των 150 εκατομμυρίων ευρώ με αυτό το πλαίσιο, να καταφέρει τη σχετική επενδυτική κινητοποίηση, την ενδυνάμωση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη, προς όφελος πρωτίστως της Εθνικής μας Άμυνας, έστω και σε ένα “μονοπάτι” που συναντά λίγα “οικόπεδα” της αμυντικής μας βιομηχανικής βάσης.