Την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026 πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο της Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ), ημερίδα της Σχολής Πολέμου Πολεμικής Αεροπορίας (ΣΠΠΑ), με θέμα: «Η Αμυντική Βιομηχανία (Ευρωπαϊκή και Εγχώρια) στο σύνθετο γεωοικονομικό περιβάλλον». Ομιλητές της ημερίδας ήταν:

  • ο Καθηγητής Γεωπολιτικής και Στρατιωτικών Τεχνολογιών της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, κ. Κωνσταντίνος Γρίβας
  • ο Καθηγητής του Τμήματος Αεροδιαστημικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Βάιος Λάππας
  • ο Δρ. του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Επικεφαλής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης της Defence Metlen Energy & Metals, κ. Αθανάσιος Πότσης
  • ο Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας και Άμυνας και εκπρόσωπος των EFA Group και Theon Sensors S.A., κ. Νικόλαος Παπάτσας
  • ο Υποστράτηγος ε.α. κ. Αντώνιος Πλατιάς, Διευθύνων Σύμβουλος της Thyreon και Εκτελεστικός Διευθυντής του Foreign Affairs Institute.

Συντονιστής της ημερίδας ήταν ο δημοσιογράφος κ. Λάμπρος Καλαρρύτης.

Στην ομιλία του, ο κ. Παπάτσας, είχε ως θέμα την ελληνική αμυντική βιομηχανία, τόσο την ιστορία της όσο και το σύγχρονο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Συνοπτικά, τόνισε τα εξής:

Η Ελλάδα δεν έχει αμυντική βιομηχανία πολυτελείας – έχει ζήτημα επιβίωσης

Υπάρχει μια επικίνδυνη αυταπάτη που διαπερνά για δεκαετίες τον ελληνικό δημόσιο διάλογο: ότι η αμυντική βιομηχανία είναι ένας ακόμη οικονομικός κλάδος, χρήσιμος μεν, αλλά όχι κρίσιμος. Ότι μπορούμε να αγοράζουμε ασφάλεια «από το ράφι» και να συνεχίζουμε κανονικά. Η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη. Η άμυνα δεν ξεκινά όταν απογειώνεται ένα μαχητικό ή όταν σαλπάρει μια φρεγάτα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα – εκεί όπου σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συντηρούνται αυτά τα μέσα. Χώρες που δεν παράγουν, δεν ελέγχουν. Και χώρες που δεν ελέγχουν, εξαρτώνται. Και η εξάρτηση, σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, μεταφράζεται σε στρατηγικό κίνδυνο.

Το ελληνικό παράδοξο: δαπάνες χωρίς απόδοση

Η Ελλάδα δεν είναι χώρα που δεν επένδυσε στην άμυνα. Το αντίθετο. Από το 1974 και μετά, δαπάνησε τεράστια ποσά για εξοπλισμούς. Κι όμως, σήμερα δεν διαθέτει μια ισχυρή, συνεκτική και καινοτόμο αμυντική βιομηχανία. Πώς γίνεται αυτό; Η απάντηση είναι δυσάρεστη αλλά σαφής: γιατί ποτέ δεν υπήρξε πραγματική στρατηγική. Οι πόροι διοχετεύτηκαν χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χωρίς σύνδεση με την παραγωγή, χωρίς απαίτηση δημιουργίας εγχώριας αξίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα μοντέλο εξάρτησης: αγοράζουμε έτοιμα συστήματα και, στην καλύτερη περίπτωση, συμμετέχουμε περιφερειακά στην παραγωγή τους.

Ακόμη και οι περίοδοι υψηλών δαπανών δεν αξιοποιήθηκαν για τη δημιουργία τεχνογνωσίας και βιομηχανικής βάσης. Αντί για επένδυση σε κεφάλαιο και καινοτομία, κυριάρχησε η λογική της διαχείρισης και της κατανομής. Το αποτέλεσμα το πληρώνουμε μέχρι σήμερα.

Η κρίση ξεκαθάρισε το τοπίο – αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα

Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας δεν δημιούργησε τα προβλήματα της αμυντικής βιομηχανίας – απλώς τα αποκάλυψε. Οι κρατικές δομές κατέρρευσαν ή υποβαθμίστηκαν δραστικά. Αντίθετα, η ιδιωτική πρωτοβουλία απέδειξε ότι υπάρχει δυναμική. Μικρές και μεσαίες εταιρείες, χωρίς κρατική προστασία, στράφηκαν στις διεθνείς αγορές και κατάφεραν να επιβιώσουν – και σε αρκετές περιπτώσεις να διακριθούν.

Σήμερα, η Ελλάδα διαθέτει νησίδες αριστείας σε κρίσιμους τομείς: ηλεκτρονικά, αισθητήρες, λογισμικό, επικοινωνίες, συστήματα διοίκησης και ελέγχου. Διαθέτει επίσης ένα νέο κύμα startups σε drones, τεχνητή νοημοσύνη και κυβερνοάμυνα. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία δυνατοτήτων. Είναι η απουσία σύνδεσης.

Το στρατηγικό λάθος του «επείγοντος»

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη και ποιοτικά αναβαθμισμένη τουρκική απειλή. Η απάντηση ήταν αναπόφευκτη: ταχεία ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Όμως ο τρόπος που έγινε αποκαλύπτει ένα διαχρονικό πρόβλημα. Δισεκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν για την απόκτηση κορυφαίων οπλικών συστημάτων, με σχεδόν μηδενική συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εγχώρια προστιθέμενη αξία δεν ξεπέρασε το 2%. Αυτό δεν είναι απλώς χαμένη οικονομική ευκαιρία. Είναι στρατηγική αποτυχία. Η χώρα ενίσχυσε την αποτρεπτική της ισχύ – αλλά δεν ενίσχυσε την ικανότητά της να τη συντηρεί, να την εξελίσσει και να την αναπαράγει. Επέλεξε το επείγον, θυσιάζοντας το σημαντικό. Και αυτό, αν επαναληφθεί, θα έχει κόστος που δεν θα είναι μόνο οικονομικό.

Η Ευρώπη αλλάζει – η Ελλάδα θα ακολουθήσει ή θα μείνει πίσω;

Από το 2022 και μετά, η Ευρώπη περνά σε μια νέα φάση. Η άμυνα επιστρέφει στο επίκεντρο. Οι δαπάνες αυξάνονται, τα χρηματοδοτικά εργαλεία πολλαπλασιάζονται και η βιομηχανική βάση αντιμετωπίζεται πλέον ως στρατηγικός παράγοντας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά πλέον ανοιχτά για «ασφάλεια εφοδιασμού». Με απλά λόγια: για την ανάγκη να μπορεί να παράγει αυτά που χρειάζεται, χωρίς να εξαρτάται από τρίτους. Αυτό αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Τα μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα δεν θα είναι απλώς αγορές. Θα είναι δίκτυα παραγωγής, συνεργασίες, κοινοπραξίες. Και σε αυτά, δεν θα υπάρχει χώρος για παθητικούς καταναλωτές. Ή συμμετέχεις – ή μένεις εκτός.

Η ευκαιρία – και η ευθύνη

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια σπάνια συγκυρία.

  • Έχει αυξημένες αμυντικές ανάγκες
  • Συμμετέχει σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που επενδύει στην άμυνα
  • Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογικές δυνατότητες
  • Έχει ήδη εταιρείες που αποδεικνύουν ότι μπορούν να σταθούν διεθνώς

Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται κάτι που μέχρι σήμερα απουσίαζε: εθνική στρατηγική. Όχι αποσπασματικές αποφάσεις. Όχι ευκαιριακές πολιτικές. Αλλά ένα συνεκτικό σχέδιο που να συνδέει:

  • τις εξοπλιστικές ανάγκες με την εγχώρια παραγωγή,
  • την έρευνα με τη βιομηχανία,
  • τις Ένοπλες Δυνάμεις με το οικοσύστημα καινοτομίας.

Και, κυρίως, χρειάζεται πολιτική βούληση να επιβληθούν κανόνες: καμία μεγάλη προμήθεια χωρίς ουσιαστική εγχώρια συμμετοχή.

Το κρίσιμο στοιχείο που αγνοούμε: ο χρήστης

Σε προηγμένα κράτη, η καινοτομία στην άμυνα δεν ξεκινά από τη βιομηχανία. Ξεκινά από τον χρήστη. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι απλώς αποδέκτες εξοπλισμών. Είναι συνδιαμορφωτές. Οι ανάγκες τους, η εμπειρία τους, η καθημερινή τριβή με το πεδίο, αποτελούν την πρώτη ύλη της καινοτομίας. Στην Ελλάδα, αυτή η σχέση παραμένει αδύναμη. Και αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα χαμένα στοιχήματα.

Συμπέρασμα: Δεν είναι επιλογή – είναι αναγκαιότητα

Η ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας δεν είναι θέμα οικονομικής πολιτικής. Είναι θέμα εθνικής επιβίωσης. Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και οι αλυσίδες εφοδιασμού δοκιμάζονται, η ικανότητα μιας χώρας να παράγει, να υποστηρίζει και να εξελίσσει τα μέσα της είναι εξίσου σημαντική με την κατοχή τους. Η Ελλάδα έχει χάσει ευκαιρίες στο παρελθόν. Σήμερα, όμως, βρίσκεται μπροστά σε μια νέα. Ίσως – και χωρίς υπερβολή – σε μια ευκαιρία που εμφανίζεται μία φορά κάθε πενήντα χρόνια. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, θα την πάρουμε στα σοβαρά.