Γιατί η πίεση προς την Ουκρανία να υπογράψει μια ειρηνευτική συμφωνία μπορεί να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η Δύση; Ο Δανός στρατιωτικός αναλυτής Άντερς Πουκ Νίλσεν (Anders Puck Nielsen), του Βασιλικού Κολλεγίου Άμυνας της Δανίας, επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα με μια ενδιαφέρουσα ανάλυση. Και καταλήγει σε ένα συμπέρασμα: το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ειρήνη δεν είναι η απροθυμία της Ουκρανίας να συμβιβαστεί, αλλά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις της Ρωσίας ξεπερνούν κατά πολύ τα ουκρανικά εδάφη.

Screenshot

Όπως παρατηρεί, όλο και περισσότεροι πολιτικοί στην Ευρώπη υποστηρίζουν ότι ήρθε η ώρα να τελειώσει ο πόλεμος και ότι η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον. Συχνά, όμως, μιλούν σαν να υπάρχει ήδη μια έτοιμη ειρηνευτική συμφωνία και το μόνο που απομένει είναι να πει το «ναι» ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Σύμφωνα με τον Νίλσεν, αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μάλιστα, θεωρεί ότι υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση σχετικά με το τι επιδιώκει σήμερα η κάθε πλευρά. Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ουκρανία απαιτεί την επιστροφή στα σύνορα του 1991, ενώ η Ρωσία θέλει απλώς ολόκληρο το Ντονμπάς. Αν ίσχυε αυτό, η Μόσχα θα φαινόταν πιο κοντά στον στόχο της και, επομένως, πιο «ρεαλιστική». Μόνο που, όπως εξηγεί, οι πραγματικές θέσεις είναι πολύ διαφορετικές.

«Η Ουκρανία έχει ήδη αλλάξει τη θέση της. Η Ρωσία όχι»

Ο Νίλσεν υπενθυμίζει ότι η επιστροφή στα σύνορα του 1991 αποτελούσε βασική ουκρανική επιδίωξη το 2022 και το 2023. Από το 2024, όμως, η ουκρανική στάση έχει γίνει πιο ευέλικτη ως προς τον τρόπο τερματισμού των εχθροπραξιών. Το Κίεβο έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να δεχτεί κατάπαυση του πυρός κατά μήκος της σημερινής γραμμής του μετώπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναγνωρίζει ως ρωσικά τα κατεχόμενα εδάφη. Μια τέτοια συμφωνία θα χρειαζόταν, βέβαια, αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ουκρανία αποδέχτηκε σχετικά εύκολα την αμερικανική πρόταση του 2025 για πάγωμα των εχθροπραξιών. Παρ’ όλα αυτά, όπως σχολιάζει ο αναλυτής, κάθε φορά που ο Ζελένσκι επαναλαμβάνει ότι είναι διατεθειμένος να συζητήσει μια τέτοια λύση, η δήλωσή του παρουσιάζεται περίπου ως νέα, μεγάλη υποχώρηση.

Αντίθετα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχει δηλώσει ποτέ ότι θα σταματήσει μόλις αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του Ντονμπάς. Σύμφωνα με τον Νίλσεν, η παραχώρηση αυτής της περιοχής αποτελεί για τη Μόσχα προϋπόθεση για να αρχίσουν οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, όχι το τέλος των απαιτήσεών της. Στη συνέχεια, η Ρωσία θα μπορούσε να επιμείνει στην παράδοση ολόκληρων των περιφερειών Ζαπορίζια και Χερσώνας, στον περιορισμό των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και στη λεγόμενη «αποναζιστικοποίηση». Ο τελευταίος όρος, κατά την ερμηνεία του αναλυτή, ουσιαστικά σημαίνει την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης στο Κίεβο που θα είναι αποδεκτή από τη Μόσχα.

«Το ζήτημα δεν είναι μόνο η Ουκρανία, αλλά ολόκληρη η Ευρώπη»

Εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον Δανό αναλυτή, η ουσία του προβλήματος. Όταν η Ρωσία μιλά για την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι «βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης», δεν αναφέρεται απλώς στο Ντονμπάς ή στην Κριμαία. Ο Νίλσεν εκτιμά ότι το Κρεμλίνο επιδιώκει την επιστροφή σε μια Ευρώπη χωρισμένη σε σφαίρες επιρροής, όπου οι μεγάλες δυνάμεις, κυρίως η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα αποφασίζουν για την τύχη των μικρότερων κρατών. Σε αυτό το πλαίσιο, η πλήρης υπαγωγή της Ουκρανίας στη ρωσική επιρροή δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης για τη Μόσχα, αλλά βασικός στόχος. Αντίθετα, αντικείμενο παζαριού θα μπορούσε να γίνει, κατά την εκτίμησή του, ακόμη και η παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη.

Ο αναλυτής επισημαίνει και μια χαρακτηριστική αντίφαση: αρκετοί στη Δύση ζητούν να «ακούσουμε τη Ρωσία», αλλά φαίνεται να αγνοούν όσα η ίδια η ρωσική ηγεσία επαναλαμβάνει εδώ και χρόνια για τους στόχους της. Έτσι, όσοι καλούν την Ουκρανία να γίνει πιο «ρεαλιστική» ενδέχεται, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, να αποδέχονται ως βάση των συνομιλιών τις πολύ ευρύτερες απαιτήσεις της Μόσχας.

Αυτό εξηγεί, κατά τον Νίλσεν, γιατί οι ουσιαστικές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις παραμένουν τόσο δύσκολες. Η Ουκρανία είναι έτοιμη να συζητήσει απευθείας με τη Ρωσία, ενώ η Μόσχα προτιμά να διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον για ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και όσο οι δύο πλευρές έχουν τόσο διαφορετική αντίληψη για το αντικείμενο των συνομιλιών, τόσο περιορίζονται τα περιθώρια ενός πραγματικού συμβιβασμού.

Η ανάλυση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των συνομιλιών που έχουν προγραμματιστεί για τις 10 και 11 Νοεμβρίου στο Άμπου Ντάμπι. Το ερώτημα, σύμφωνα με τη συλλογιστική του Νίλσεν, δεν είναι απλώς πόσα εδάφη θα μπορούσε να παραχωρήσει η Ουκρανία για να σταματήσει ο πόλεμος. Είναι αν η Ρωσία επιδιώκει πράγματι μια συμφωνία που θα τερματίσει τη σύγκρουση ή μια πολύ ευρύτερη αναδιαμόρφωση της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας.