Η επιχείρηση εκκένωσης της κατεχόμενης ουκρανικής πόλης Ολέσκι, στην περιφέρεια της Χερσώνας, ολοκληρώνεται. Το πρωί του Σαββάτου, 31 Οκτωβρίου, προσγειώθηκε στο Γκόμελ της Λευκορωσίας και το τέταρτο, τελευταίο αεροσκάφος που μετέφερε κατοίκους της πόλης. Σύμφωνα με τον Νταβίντ Αραχάμια, επικεφαλής της ουκρανικής κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος «Υπηρέτης του Λαού», οι εκτοπισμένοι αναμένεται να περάσουν στην ελεγχόμενη από την Ουκρανία επικράτεια μέσα στις επόμενες ώρες.

Οι κάτοικοι που επέλεξαν να επιστρέψουν στην ουκρανική επικράτεια μεταφέρθηκαν αρχικά με λεωφορεία μέσω της κατεχόμενης Κριμαίας στην Ανάπα της Ρωσίας. Από εκεί επιβιβάστηκαν σε αεροσκάφη με προορισμό τη Λευκορωσία, απ’ όπου θα συνεχίσουν οδικώς προς την Ουκρανία. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο προσωρινής τοπικής κατάπαυσης του πυρός, που τέθηκε σε ισχύ στις 27 Οκτωβρίου και προβλέπεται να διαρκέσει έως την 1η Νοεμβρίου.

Για την απομάκρυνση των κατοίκων είχαν διατεθεί 25 λεωφορεία, συνολικής χωρητικότητας περίπου 750 ατόμων, καθώς και ασθενοφόρα για ανθρώπους με προβλήματα υγείας. Η ουκρανική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι προετοιμαζόταν να υποδεχθεί 527 κατοίκους, ωστόσο ο τελικός αριθμός όσων απομακρύνθηκαν δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, σε 17 λεωφορεία επέβαιναν κάτοικοι που επιθυμούσαν να μεταβούν στην Ουκρανία, ενώ σε άλλα 4 βρίσκονταν όσοι επέλεξαν να εγκατασταθούν στη Ρωσία.

Πίσω όμως από τις εικόνες των λεωφορείων και των ανθρώπων που εγκαταλείπουν την πόλη, υπάρχει μια πραγματικότητα πολύ δυσκολότερο να καταγραφεί: η ανθρωπιστική καταστροφή που βιώνουν εδώ και χρόνια οι κάτοικοι της Ολέσκι και ο φόβος που τους εμποδίζει ακόμη και να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς τους.

Για την κατάσταση στην πόλη μιλήσαμε με την Έλενα, πρώην κάτοικο της Ολέσκι, η οποία ζει στην Ελλάδα από το 2013. Η οικογένειά της είχε εγκατασταθεί εκεί το 1990, όταν πούλησε το διαμέρισμά της στη Χερσώνα και έχτισε το σπίτι της στην Ολέσκι. Ο γιος της, Αντρέι, γεννημένος το 2002, σκοτώθηκε τον Ιούλιο του 2023, ενώ η ηλικιωμένη μητέρα της έζησε τις καταστροφικές πλημμύρες που ακολούθησαν την ανατίναξη του φράγματος της Καχόβκα.

Η μαρτυρία της περιγράφει μια πόλη που σταδιακά αποκόπηκε από τον υπόλοιπο κόσμο, με ελλείψεις σε βασικά αγαθά, ναρκοθετημένες περιοχές, νεκρούς αμάχους και κατοίκους που φοβούνται ότι ακόμη και μια τηλεφωνική συνομιλία μπορεί να τους θέσει σε κίνδυνο.

«Ακόμη κι αν γνωρίζουμε ανθρώπους που φεύγουν τώρα, φοβούνται να μιλήσουν»

– Έχετε γνωστούς που βρίσκονται στην Ολέσκι ή συμμετέχουν στη σημερινή εκκένωση; Έχετε καταφέρει να μιλήσετε μαζί τους;

«Ακόμη κι αν υπάρχουν γνωστοί μας εκεί, φοβούνται. Φοβούνται να μιλήσουν, φοβούνται να απαντήσουν στις κλήσεις. Ανοίγουν το τηλέφωνο για λίγο και μετά το κλείνουν. Δεν πρόκειται να σου πουν τίποτα ουσιαστικό. Είναι πολύ επικίνδυνο».

– Γιατί είναι τόσο επικίνδυνο;

«Γιατί έχουν σκοτώσει ανθρώπους. Υπήρχε ένας άνδρας που τον πυροβόλησαν από πολύ κοντά. Είχα φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι συγγενείς του, φαινόταν καθαρά το τραύμα στο στήθος. Πριν από περίπου τρεις μήνες, σύμφωνα με όσα έμαθα, πυροβόλησαν και ένα ζευγάρι. Άλλους ανθρώπους τούς είχαν σκοτώσει παλαιότερα και έκαψαν το σπίτι τους».

– Πώς είναι σήμερα οι συνθήκες διαβίωσης; Υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, φυσικό αέριο;

«Φυσικό αέριο δεν υπάρχει, ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν φάρμακα, φαγητό, νερό».

Οι μαρτυρίες για τις ελλείψεις επιβεβαιώνουν την εικόνα μιας σοβαρής ανθρωπιστικής κρίσης. Η Ολέσκι, που πριν από τη ρωσική εισβολή ήταν μια ζωντανή πόλη περίπου 25.000 κατοίκων, έχει μετατραπεί σε έναν τόπο όπου ακόμη και η εξασφάλιση τροφής ή πόσιμου νερού αποτελεί καθημερινό αγώνα. Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί από τις συνεχείς εχθροπραξίες και τον αποκλεισμό πολλών περιοχών λόγω των ναρκών.

– Τι γνωρίζετε για τις νάρκες στην περιοχή;

«Οι ηλεκτρολόγοι που προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις γραμμές ηλεκτρικού ρεύματος είχαν πατήσει νάρκες και σκοτώθηκαν. Σκοτώνονται και απλοί άνθρωποι. Υπήρχαν νάρκες ακόμη και κοντά στις κολόνες ηλεκτροδότησης».

Σύμφωνα με την Έλενα, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 2025, όταν οι ρωσικές δυνάμεις άρχισαν να ναρκοθετούν εκτεταμένες περιοχές γύρω από την πόλη.

«Έχουν ναρκοθετήσει τις όχθες, τις περιοχές προς τον Δνείπερο, την Κόνκα και την Τσάικα. Εκεί υπήρχαν εξοχικά σπίτια. Τώρα δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει το νερό. Ούτε να φύγει με βάρκα. Υπάρχουν περιοχές από την οδό Σεβτσένκο προς την Οζέρνα όπου δεν αφήνουν τους ανθρώπους να περάσουν».

– Στη Χερσώνα οι επιθέσεις με drones εναντίον αμάχων αποτελούν καθημερινό κίνδυνο. Συμβαίνει το ίδιο στην Ολέσκι;

«Όχι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Drones πετούν και εκεί, αλλά η κατάσταση είναι διαφορετική. Οι Ρώσοι στρατιώτες εγκαθίστανται σε σπίτια, αρχίζουν να πυροβολούν προς τη Χερσώνα και στη συνέχεια οι Ουκρανοί χτυπούν τα σημεία αυτά. Άρα για τους κατοίκους είναι διπλός ο κίνδυνος».

– Η οικογένειά σας έζησε και την καταστροφή του φράγματος της Καχόβκα. Τι συνέβη τότε;

«Η μητέρα μου έμεινε έξι ημέρες στον δεύτερο όροφο του σπιτιού μας, περικυκλωμένη από το νερό. Ο γιος μου τη βοήθησε να βγει και να φτάσει στο κέντρο της πόλης. Εκείνος όμως δεν ήθελε να φύγει. Έλεγε: “Δεν θα φύγω, έχουν μείνει εδώ πολλοί άνθρωποι. Χρειάζονται βοήθεια”».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιούλιο του 2023, ο Αντρέι σκοτώθηκε. Ήταν μόλις 21 ετών. Ακόμη και η μεταφορά της σορού του για την κηδεία αποδείχθηκε μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία μέσα στη ρωσική κατοχή.

– Πώς καταφέρατε να θάψετε τον γιο σας μέσα στην κατοχή;

«Τον μετέφεραν για νεκροψία, νομίζω στη Νόβα Μαγιάτσκα. Από εκεί τον παρέλαβαν η μητέρα ενός φίλου του και ο σύζυγός της, την τρίτη ημέρα. Στη διαδρομή τούς σταματούσαν συνέχεια. Άνοιγαν το φέρετρο για να δουν ποιος και τι ήταν μέσα. Εκείνοι τους έλεγαν: “Μα πηγαίνουμε να θάψουμε έναν άνθρωπο”. Ο έλεγχος ήταν τρομερός».

«Ακόμη και να θάψεις τον άνθρωπό σου ήταν εξαιρετικά δύσκολο», συμπληρώνει.

Μια πόλη που φοβάται να μιλήσει

– Πριν από τη ρωσική εισβολή, η Ολέσκι ήταν φιλορωσική ή φιλοουκρανική πόλη;

«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ασχολούνταν με αυτά. Ζούσαν τη ζωή τους, καλλιεργούσαν ντομάτες και καρπούζια, φρόντιζαν τα σπίτια τους. Είχαμε περίπου 25.000 κατοίκους. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιοι που έλεγαν ότι θα έρθει η Ρωσία και θα ζήσουμε καλύτερα. Αλλά πού είναι αυτή η καλύτερη ζωή; Νομίζω ότι πολλοί κατάλαβαν τι συνέβη.

Οι περισσότεροι γνωστοί μας έχουν φύγει προς την Ουκρανία και χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιοι πήγαν στη Ρωσία, κυρίως επειδή είχαν συγγενείς εκεί».

– Πιστεύετε ότι η Ολέσκι θα μπορέσει κάποτε να απελευθερωθεί;

«Όχι. Δεν το πιστεύω. Τα έχουν ναρκοθετήσει όλα. Κυριολεκτικά όλα».

Η απάντησή της δεν αποτελεί στρατιωτική εκτίμηση. Αποτυπώνει την απελπισία μιας γυναίκας που έχασε τον γιο της, το σπίτι της και την ελπίδα ότι θα μπορέσει κάποτε να επιστρέψει στην παλιά της ζωή.

Η μητέρα της Έλενας κατάφερε να φύγει από την Ολέσκι το καλοκαίρι του 2023, ακολουθώντας διαδρομή μέσω Λευκορωσίας. Σήμερα, περισσότερο από τρία χρόνια αργότερα, άλλοι κάτοικοι αναγκάζονται να ακολουθήσουν μια παρόμοια, εξαντλητική πορεία για να φτάσουν σε ασφαλές έδαφος.

– Θα μπορέσουμε τουλάχιστον να ακούσουμε τις μαρτυρίες όσων απομακρύνονται τώρα;

«Πρέπει να περιμένουμε να φύγουν. Όσο βρίσκονται εκεί, φοβούνται. Δεν απαντούν στα τηλέφωνα, δεν μιλούν. Είναι πολύ επικίνδυνο».

Αυτή ίσως είναι και η πιο αποκαλυπτική πλευρά της εκκένωσης. Τα τέσσερα αεροσκάφη που έφτασαν στη Λευκορωσία μεταφέρουν ανθρώπους που κατάφεραν να εγκαταλείψουν μια πόλη έπειτα από χρόνια κατοχής, πλημμυρών, στερήσεων και φόβου. Όμως δεν γνωρίζουμε ακόμη τι έχουν ζήσει όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ούτε τι συμβαίνει με όσους παραμένουν πίσω. Η πλήρης εικόνα της ανθρωπιστικής καταστροφής στην Ολέσκι ενδέχεται να γίνει γνωστή μόνο όταν οι επιζώντες βρεθούν μακριά από τον έλεγχο των ρωσικών δυνάμεων και μπορέσουν επιτέλους να μιλήσουν χωρίς να φοβούνται για τη ζωή τους.