Το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό, επί αιώνες σύμβολο της ισχύος της χώρας, αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση επιχειρησιακής ετοιμότητας, την ώρα που οι απειλές από τη Ρωσία, το Ιράν και τους Χούθι, καθώς και ο ανταγωνισμός στον Ινδο-Ειρηνικό, αυξάνουν τις απαιτήσεις κινητοποίησης. Με ορόσημο το 2030, όταν σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις του Λονδίνου ενδέχεται να έχει επιδεινωθεί περαιτέρω η απειλή για το ΝΑΤΟ, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Βρετανία θα προλάβει να ανασυγκροτήσει τον στόλο της.

Στόλος που συρρικνώνεται
Τα αριθμητικά δεδομένα αποτυπώνουν την υποχώρηση. Το Βρετανικό Ναυτικό διαθέτει έξι αντιτορπιλικά Type 45 και πέντε φρεγάτες Type 23, δηλαδή συνολικά 11 μεγάλα πλοία επιφανείας, έναντι ελάχιστης απαίτησης 19 φρεγατών και αντιτορπιλικών, που διατηρείται από το 2010. Σύμφωνα με τις αναλύσεις της κοινοβουλευτικής επιτροπής Άμυνας, η δύναμη των φρεγατών ενδέχεται να περιοριστεί σε τέσσερα πλοία το 2029, τρία το 2030 και μόλις δύο το 2031, προτού ανακάμψει σταδιακά με την είσοδο νέων μονάδων.
Η κατάσταση έγινε εμφανής τον Μάρτιο του 2026, όταν το αντιτορπιλικό HMS Dragon αναπτύχθηκε στην ανατολική Μεσόγειο για την προστασία της Κύπρου και των βρετανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, έπειτα από επίθεση ιρανικού drone στη βάση RAF Ακρωτηρίου. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της περιόδου, μόνο ένα από τα έξι αντιτορπιλικά ήταν διαθέσιμο για άμεση ανάπτυξη, ενώ μόλις δύο από τις επτά φρεγάτες που αναφέρονταν τότε μπορούσαν να αναλάβουν αποστολές. Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την ημερομηνία και τα κριτήρια επιχειρησιακής διαθεσιμότητας, αλλά αποτυπώνουν την περιορισμένη εφεδρεία.
Το πρόβλημα αφορά και τα υποβρύχια. Ο στόλος αριθμεί περίπου δέκα υποβρύχια, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνοκίνητων υποβρυχίων επίθεσης Astute και των στρατηγικών υποβρυχίων κλάσης Vanguard. Ωστόσο, οι ανάγκες συντήρησης και οι ελλείψεις διαθεσιμότητας περιορίζουν τις δυνατότητες ταυτόχρονης εκτέλεσης αποστολών στον Βόρειο Ατλαντικό, στην Αρκτική και σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων.
Χρηματοδοτικά κενά και καθυστερήσεις
Η κρίση έχει βαθιές ρίζες. Η στρατηγική αναθεώρηση του 2010 οδήγησε σε πρόωρες αποσύρσεις πλοίων και αεροσκαφών, ενώ η αναπλήρωση των δυνατοτήτων αποδείχθηκε πολύ πιο αργή από τον αρχικό σχεδιασμό. Το 2023, η Εθνική Υπηρεσία Ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου (National Audit Office) εκτιμούσε σε 16,9 δισ. λίρες το χρηματοδοτικό έλλειμμα του δεκαετούς αμυντικού προγράμματος.
Το νεότερο Defence Investment Plan προβλέπει επενδύσεις ύψους 298 δισ. λιρών για την τετραετία έως το οικονομικό έτος 2029-2030, αλλά παρουσιάζει χρηματοδοτικό κενό 4,7 δισ. λιρών. Επιπλέον, βασίζεται σε εξοικονομήσεις 1,8 δισ. λιρών ετησίως για τέσσερα χρόνια, από τις οποίες περίπου το 70% χαρακτηρίζεται χαμηλής ωριμότητας. Η επίτευξη των στόχων παραμένει συνεπώς αβέβαιη.
Η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 3% του ΑΕΠ έως το 2030-2031. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα απαιτηθούν περίπου 11 δισ. λίρες επιπλέον σε ετήσια βάση σε σύγκριση με ένα σενάριο διατήρησης των δαπανών στο 2,7% του ΑΕΠ.
Νέες φρεγάτες και τεχνολογικές λύσεις
Η ανανέωση του στόλου βασίζεται κυρίως στις φρεγάτες Type 26 και Type 31. Οι οκτώ Type 26 προορίζονται κυρίως για ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις, ενώ οι πέντε Type 31 θα προσφέρουν μια οικονομικότερη και πιο ευέλικτη λύση. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην κατασκευή και στην ένταξή τους σε υπηρεσία δημιουργούν κίνδυνο να αποσυρθούν οι παλαιότερες Type 23 πριν αντικατασταθούν επαρκώς.
Παράλληλα, το Λονδίνο επενδύει στο πρόγραμμα «Atlantic Bastion», το οποίο συνδυάζει επανδρωμένα πλοία, αισθητήρες, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα για την επιτήρηση και την ανθυποβρυχιακή άμυνα. Η κοινοβουλευτική επιτροπή έχει εκφράσει επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα προβλεπόμενα 1,3 δισ. λίρες έως το 2030 επαρκούν για την ανάπτυξη της απαιτούμενης δύναμης αυτόνομων μέσων.
Η επόμενη δεκαετία θα κρίνει την ανάκαμψη
Η Βρετανία επιχειρεί να δώσει προτεραιότητα στον Βόρειο Ατλαντικό, στην προστασία υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών και στην αντιμετώπιση της ρωσικής δραστηριότητας. Η επιλογή είναι στρατηγικά εύλογη, αλλά περιορίζει τη δυνατότητα διατήρησης ισχυρής παρουσίας στη Μεσόγειο, στον Περσικό Κόλπο και στον Ινδο-Ειρηνικό.
Η ανασυγκρότηση του Βρετανικού Ναυτικού θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά το ΝΑΤΟ, αλλά απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση, επαρκές προσωπικό και επιτάχυνση των ναυπηγικών προγραμμάτων. Με βάση τα σημερινά χρονοδιαγράμματα, πολλές από τις νέες δυνατότητες δεν θα είναι διαθέσιμες πριν από τη δεκαετία του 2030.
Το πρόβλημα του Βρετανικού Ναυτικού δεν είναι πλέον μόνο το μέγεθος του στόλου, αλλά η απόσταση ανάμεσα στις διαθέσιμες δυνάμεις και στις αποστολές που καλείται να εκτελέσει. Αν αυτή η απόσταση δεν περιοριστεί εγκαίρως, το 2030 κινδυνεύει να αποτελέσει όχι ορόσημο επανεξοπλισμού, αλλά σημείο κορύφωσης μιας παρατεταμένης κρίσης ναυτικής ισχύος.