Σοβαρές αστοχίες στη διαδικασία προμήθειας των 36 μαχητικών F-35A αναγνωρίζει η ελβετική κυβέρνηση, μετά την κοινοβουλευτική έρευνα που αμφισβήτησε τον ισχυρισμό περί εγγυημένης σταθερής τιμής για την αγορά τους.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στην Ελβετία, καθώς το κόστος αυξάνεται και ο αρχικός σχεδιασμός για την απόκτηση 36 αεροσκαφών ενδέχεται να περιοριστεί σε 30.
Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Ελβετίας, στην απάντησή του προς την κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, που εγκρίθηκε στις 21 Οκτωβρίου και δημοσιοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου, αποδέχθηκε τις περισσότερες από τις συστάσεις για την αναμόρφωση των διαδικασιών εξοπλιστικών προμηθειών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαχείριση της σύμβασης για τα αμερικανικά μαχητικά πέμπτης γενιάς, η οποία είχε παρουσιαστεί στους Ελβετούς πολίτες ως αγορά με σταθερό τίμημα.
Να υπενθυμίσουμε ότι η Ελβετία είχε επιλέξει το F-35A το 2021, στο πλαίσιο του προγράμματος Air2030, με στόχο την αντικατάσταση των F/A-18C/D Hornet και F-5E/F Tiger II. Το 2022 υπεγράφη η συμφωνία προμήθειας 36 αεροσκαφών, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 6 δισ. ελβετικών φράγκων. Η κυβέρνηση υποστήριζε τότε ότι η τιμή ήταν εξασφαλισμένη μέσω της αμερικανικής διαδικασίας διακρατικών πωλήσεων FMS (Foreign Military Sales).
Η κοινοβουλευτική έρευνα κατέληξε, ωστόσο, ότι δεν υπήρχε νομικά δεσμευτική εγγύηση σταθερής τιμής. Η σύμβαση FMS δεν προστάτευε την Ελβετία από όλες τις μελλοντικές αναπροσαρμογές του κόστους, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί η αρχική κυβερνητική παρουσίαση. Οι αυξήσεις αποδίδονται μεταξύ άλλων στον πληθωρισμό, στο κόστος πρώτων υλών και στις μεταβολές των τιμών παραγωγής.
Η εξέλιξη έχει άμεσες συνέπειες στον αριθμό των μαχητικών που μπορεί τελικά να αποκτήσει η χώρα. Ο αρμόδιος υπουργός Μάρτιν Πφίστερ έχει αναγνωρίσει ότι, ακόμη και με την πρόσθετη πίστωση των 394 εκατ. ελβετικών φράγκων (περίπου 425.923.062 ευρώ) οι διαθέσιμοι πόροι πιθανότατα επαρκούν για περίπου 30 F-35A αντί των 36 που είχαν αρχικά παραγγελθεί.
Η κυβέρνηση επιδιώκει πλέον να εξασφαλίσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αεροσκαφών εντός των δημοσιονομικών ορίων, χωρίς να έχει οριστικοποιήσει τη μείωση της παραγγελίας. Αυτό σημαίνει ότι η προμήθεια των 36 F-35A παραμένει ο αρχικός σχεδιασμός, αλλά η πλήρης υλοποίησή του δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η κοινοβουλευτική έκθεση εντόπισε επίσης αδυναμίες στην εσωτερική διαχείριση της προμήθειας, ιδιαίτερα στην αξιολόγηση των νομικών και οικονομικών κινδύνων. Μεταξύ των βασικών προβλημάτων ήταν η περιορισμένη συμμετοχή της νομικής υπηρεσίας της Armasuisse, του ελβετικού οργανισμού αμυντικών προμηθειών, η οποία δεν διέθετε επαρκείς πόρους για τη διαχείριση μιας τόσο σύνθετης διεθνούς σύμβασης.
Η κυβέρνηση δεσμεύθηκε να ενισχύσει τη νομική υποστήριξη της Armasuisse, να βελτιώσει τις διαδικασίες υπολογισμού κόστους και αξιολόγησης κινδύνων και να εξασφαλίσει μεγαλύτερη διαφάνεια απέναντι στο Κοινοβούλιο. Οι αλλαγές αποσκοπούν στην αποτροπή ανάλογων προβλημάτων σε μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Ο Πφίστερ αναγνώρισε δημόσια ότι έγιναν λάθη, επισημαίνοντας όμως ότι ορισμένες επικρίσεις υπερβάλλουν ως προς την έκταση των παραλείψεων. Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να διαχωρίσει τις πραγματικές αδυναμίες στη διαπραγμάτευση και στην παρουσίαση της σύμβασης από την ίδια την επιχειρησιακή επιλογή του F-35.
Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης μια βασική ιδιαιτερότητα των αμερικανικών διακρατικών πωλήσεων FMS: το εκτιμώμενο κόστος μιας προμήθειας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με μια εμπορική σύμβαση απολύτως εγγυημένου τιμήματος. Για την Ελβετία, η διαφορά αυτή εξελίχθηκε σε μείζον πολιτικό και οικονομικό ζήτημα, που μπορεί πλέον να επηρεάσει ακόμη και το μέγεθος του μελλοντικού στόλου μαχητικών της.
Η παραπάνω πραγματικότητα ισχύει ακόμη περισσότερο για τα F-35, τα οποία μέχρι και σήμερα συμβασιοποιούνται από το Πεντάγωνο σε παρτίδες, πολύ μεταγενέστερα από την υπογραφή της συμφωνίας με την ενδιαφερόμενη χώρα.
Στην περίπτωση των ελληνικών F-35 για παράδειγμα, η υπογραφή της επιστολής LOA τον Ιανουάριο του 2024, ακολουθήθηκε με ανάθεση της παραγγελίας στην Αμερικανική Αεροπορία τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς. Η συμβασιοποίηση όμως της ελληνικής παραγγελίας από την USAF δεν έχει γίνει ακόμη και αναμένεται να συμφωνηθεί και να υπογραφεί ως Παρτίδα (Lot) πριν το τέλος του χρόνου.