Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα δεν ήταν μια διπλωματική παρέμβαση με αναφορές στην αρχαία ελληνική ιστορία. Ήταν μια απόπειρα ιδεολογικής ανασυγκρότησης του αμερικανικού συντηρητισμού και, ειδικότερα, του κινήματος MAGA (Make America Great Again), σε μια περίοδο κατά την οποία το ερώτημα της πολιτικής συνέχειας -μετά τον Ντόναλντ Τραμπ- αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε βέβαια κάποια υποψηφιότητα του για την επόμενη αμερικανική προεδρία. Ωστόσο, η επιλογή του τόπου, η σκηνοθεσία της ομιλίας και κυρίως το εύρος των ιστορικών και φιλοσοφικών αναφορών του, επιτρέπουν την πολιτική ανάγνωση: ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ένας ιδεολογικός κληρονόμος του τραμπισμού, ικανός να προσφέρει στο κίνημα ένα συνεκτικότερο ιστορικό και πολιτισμικό αφήγημα.

Το MAGA άλλωστε οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στην καταγγελία των πολιτικών ελίτ, στην υπόσχεση εκκαθάρισης του κατεστημένου -το περίφημο drain the swamp (εκκαθαρίστε τον βάλτο της πολιτικής) – και στην αντιπαράθεση με τη woke κουλτούρα. Αυτά τα στοιχεία αποδείχθηκαν πολιτικά αποτελεσματικά, αλλά δεν συνιστούν από μόνα τους μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία.

Ο Ρούμπιο φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή την ανάγκη διεύρυνσης. Οπότε επιχειρεί να μετατρέψει το «America First» από ένα πολιτικό σύνθημα ειδικό μόνο για το αμερικανικό κοινό (άρα και “εχθρικό” για την υπόλοιπη Δύση, που νιώθει και βιώνει στην τραμπική εποχή ότι περιφρονείται από τις ΗΠΑ), σε μια ευρύτερη ιδεολογία δυτικής αναγέννησης. Και δεν αρκείται στην υπόσχεση ότι η Αμερική θα γίνει ξανά μεγάλη. Αναζητεί μια ιστορική εξήγηση για το γιατί η Δύση υπήρξε μεγάλη και μια πολιτική συνταγή για το πώς μπορεί να ανακτήσει αυτή τη θέση. Οπότε για τον σκοπό αυτό επιλέγει την αρχαία Ελλάδα.

Η επιλογή της Πνύκας είναι, επομένως, καίρια. Ο χώρος όπου συγκροτήθηκε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά πειράματα της ανθρώπινης ιστορίας μετατρέπεται σε σκηνικό νομιμοποίησης ενός σύγχρονου εθνικιστικού οράματος. Και εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της ομιλίας: η επίκληση της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από την αποδοχή των πολιτικών αρχών που την καθόρισαν.

Η αναβάπτιση στην αρχαιότητα: Μια διαχρονική πολιτική τεχνική

Η προσπάθεια νομιμοποίησης σύγχρονων πολιτικών προγραμμάτων μέσα από την επίκληση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς δεν αποτελεί βέβαια πρωτοτυπία του Ρούμπιο. Από την Αναγέννηση και μετά, η αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως δεξαμενή συμβόλων, ιδεών και πολιτικών προτύπων. Η Γαλλική Επανάσταση αναζήτησε στην ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία παραδείγματα πολιτικής αρετής και δημοκρατικής συμμετοχής. Τα εθνικά κινήματα του 19ου αιώνα επικαλέστηκαν την αρχαία καταγωγή για να θεμελιώσουν τη νομιμότητα των νεότερων εθνών. Ακόμη και ο ναζισμός επιχείρησε να ιδιοποιηθεί στοιχεία της ελληνικής αισθητικής και της σπαρτιατικής στρατιωτικής παράδοσης, εντάσσοντάς τα σε μια εντελώς διαφορετική, φυλετική ιδεολογία.

Οπότε η ίδια ιστορική κληρονομιά χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει αντιφατικές πολιτικές κατευθύνσεις: τη δημοκρατία και τον αυταρχισμό, την ελευθερία και την πειθαρχία, την εθνική ανεξαρτησία και την αυτοκρατορική επέκταση. Ο Ρούμπιο εντάσσεται σε αυτή τη μακρά παράδοση επιλεκτικής πολιτικής χρήσης της ιστορίας καθώς δηλώνει χαρακτηριστικά: «Η Αθήνα μάς έδωσε τη δημοκρατία. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης μάς έδωσαν τη δυτική φιλοσοφία». Το πρόβλημα δεν είναι βέβαια η αναφορά στην αρχαιότητα. Είναι η μετατροπή της σε ένα απεριόριστα εύπλαστο πολιτικό υλικό, από το οποίο κάθε εποχή επιλέγει όσα εξυπηρετούν τη δική της αυτοεικόνα.

Εδώ ο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι η ουσιαστική κληρονομιά των Ελλήνων δεν περιορίζεται στους θεσμούς ή στις φιλοσοφικές ιδέες, αλλά βρίσκεται σε βαθύτερα χαρακτηριστικά: στη φιλοδοξία, στον ανταγωνισμό, στην τόλμη, στην αναζήτηση της δόξας. Αυτή είναι η κρίσιμη μετατόπιση. Η αρχαία Ελλάδα παύει να είναι πρωτίστως ο τόπος της θεμελιακής πολιτικής σκέψης και μετατρέπεται σε λίκνο ενός διαχρονικού δυτικού ηρωισμού, δηλαδή μια ιδέα που αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο στην Μεσαιωνική Δύση αλλά και μετέπειτα, στο ρομαντικό κίνημα του 19ου αιώνα.

Να το πούμε ξεκάθαρα: Ο Ρούμπιο δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ιστορικός που εξετάζει τις αντιφάσεις μιας σημαντικής αρχαίας κοινωνίας που διαμόρφωσε ηθικά και δομικά το σήμερα. Την προσεγγίζει ως πολιτικός που αναζητεί στο παρελθόν επιχειρήματα για μια ήδη διαμορφωμένη ιδεολογία, οπότε η πολιτική θέση προηγείται και η ιστορική ερμηνεία ακολουθεί για να περιχαρακώσει και αιτιολογήσει τα ήδη ακλόνητα πιστεύω.

Η Αθήνα ως σύμβολο εθνικισμού, αλλά χωρίς τον δημοκρατικό της πυρήνα

Στην ομιλία του Ρούμπιο είναι προφανές -και το δηλώνει ο ίδιος – πως ο κεντρικός πολιτικός άξονας είναι ο εθνικισμός, με τη μορφή της απόλυτης προτεραιότητας του εθνικού συμφέροντος. Εδώ ο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν πως δεν υπάρχει τίποτα εγωιστικό στην αφοσίωση προς την πατρίδα ή στην υπεράσπιση των συμφερόντων της και τους περιγράφει έτσι ως συνεπείς και κυνικούς γνώστες της ανθρώπινης φύσης.

Η επίκληση αυτή δεν είναι ιστορικά αβάσιμη. Η αρχαία πόλις πράγματι συγκροτούσε μια ισχυρή πολιτική κοινότητα, η υπεράσπιση της οποίας αποτελούσε θεμελιώδη υποχρέωση των πολιτών. Ωστόσο, η ταύτιση της αρχαίας πόλης με το σύγχρονο έθνος-κράτος παραβλέπει μια κρίσιμη διαφορά: στην αθηναϊκή δημοκρατία η πολιτική κοινότητα ήταν αδιαχώριστη από την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση και στον έλεγχο της εξουσίας. Και η εξουσία δεν νομιμοποιούνταν απλώς επειδή υπηρετούσε το μεγαλείο της πόλης, αλλά επειδή, έστω για το περιορισμένο σώμα των πολιτών της εποχής, υπόκειτο σε διαδικασίες δημόσιας λογοδοσίας, αντιπαράθεσης και ελέγχου.

Για να ανατρέξουμε στον Αριστοτέλη, αυτός διατυπώνει στα Πολιτικά μια θεμελιώδη αρχή: «Πολίτης δ’ ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς». Πολιτικά, Γ΄, 1275a. Δηλαδή, ο πολίτης ορίζεται πρωτίστως από τη συμμετοχή του στην κρίση και στην εξουσία.

Η Αθήνα, ασφαλώς, δεν υπήρξε μια κοινωνία καθολικής πολιτικής ισότητας. Γυναίκες, δούλοι και μέτοικοι αποκλείονταν από την πολιτική συμμετοχή. Ωστόσο, η δημοκρατική της καινοτομία βρισκόταν ακριβώς στη θεσμική οργάνωση της συλλογικής αυτοκυβέρνησης. Στον Ρούμπιο, αντίθετα, η έμφαση μεταφέρεται από τον πολίτη που ελέγχει την εξουσία, στο έθνος που επιδιώκει την ισχύ. Και αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια πολιτική παράδοση αυτοκυβέρνησης και σε μια σύγχρονη ιδεολογία εθνικής ισχύος.

Η αριστεία χωρίς το μέτρο: Η μισή ελληνική φιλοσοφία

Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο της ομιλίας είναι η περιγραφή της αρχαιοελληνικής αριστείας ως το νέο πρότυπο δράσης: «Να είναι κανείς ο καλύτερος, ο ισχυρότερος, ο ομορφότερος, πλησιάζοντας ολοένα την τελειότητα». ‘Ετσι ο Ρούμπιο παρουσιάζει την αρχαία ελληνική κοινωνία ως έναν διαρκή αγώνα υπεροχής, όπου η ανταγωνιστικότητα και η φιλοδοξία αποτελούσαν τις κινητήριες δυνάμεις του πολιτισμού. Σαφώς δεν πρόκειται για αυθαίρετη ερμηνεία. Το ομηρικό «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» (Ιλιάδα, Ζ΄, 208) πράγματι εκφράζει ένα ηρωικό ιδεώδες διαρκούς διάκρισης. Αλλά η αρχαία ελληνική σκέψη δεν εξαντλείται στον Όμηρο ούτε στην ηρωική επιδίωξη της δόξας. Ο Αριστοτέλης, στα Ηθικά Νικομάχεια ( Β΄, 1106b), διατυπώνει μια διαφορετική θεώρηση: «Ἡ ἀρετὴ […] μεσότης τις ἄρα ἐστίν». Η αρετή συνδέεται με το μέτρο, όχι με την απεριόριστη επιδίωξη υπεροχής. Αντίστοιχα, η δελφική παρακαταθήκη «γνῶθι σαυτόν» και το «μηδὲν ἄγαν» εκφράζουν μια βαθιά παράδοση αυτογνωσίας και αναγνώρισης των ανθρώπινων ορίων.

Εδώ βρίσκεται η αδυναμία της ιστορικής αναδίφησης του Ρούμπιο. Αναδεικνύει την αριστεία αλλά παραμερίζει την αυτοσυγκράτηση. Εξυμνεί τον αγώνα για βελτίωση αλλά υποβαθμίζει τη σοφία. Επικαλείται την ισχύ χωρίς να αναπτύσσει εξίσου την ανάγκη ελέγχου της.

Ακόμη παρακάτω, η αισθητική της σωματικής τελειότητας, της ακατάπαυστης σύγκρουσης και της υπεροχής που επιλέγει ο Ρούμπιο, παρουσιάζει ομοιότητες με στοιχεία της ιδεολογικής γλώσσας που αργότερα ιδιοποιήθηκαν φυλετικά και αυταρχικά κινήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ομιλία του ταυτίζεται με άρια ιδεολογία. Σημαίνει, όμως, ότι η αποσύνδεση της αριστείας από το μέτρο και την αυτογνωσία καθιστά την επίκληση της ελληνικής αρχαιότητας ιστορικά μονομερή και πολιτικά προβληματική. Ενώ ο αρχαιοελληνικός κόσμος γνώριζε πολύ καλά τον κίνδυνο της ύβρεως.

Ο Θουκυδίδης και το όριο της ισχύος

Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν στραφούμε στον Θουκυδίδη. Στον περίφημο Διάλογο των Μηλίων (Ιστορίαι, Ε΄, 89), οι Αθηναίοι διατυπώνουν την ωμή λογική της ισχύος: «Δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν». Οι ισχυροί επιβάλλουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν. Άρα έχουμε μια φράση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ιστορικό επιχείρημα υπέρ της ρεαλιστικής αντίληψης των διεθνών σχέσεων που εκφράζει ο Ρούμπιο. Όμως ο Θουκυδίδης δεν σταματά εκεί. Η αφήγησή του εντάσσει αυτή τη λογική στην πορεία μιας Αθήνας που, παρά την τεράστια ισχύ της, οδηγήθηκε στην καταστροφή. Οπότε η τραγωδία της αθηναϊκής ηγεμονίας δεν ήταν η έλλειψη φιλοδοξίας. Ήταν και η αδυναμία να αναγνωρίσει τα όρια της δύναμής της. Και αυτή η πλευρά της ελληνικής ιστορίας απουσιάζει από το ηρωικό σχήμα του Ρούμπιο. Και η απουσία της είναι καθοριστική.

Η παρακμή της Δύσης και η υπόθεση της δυτικής υπεροχής

Η δεύτερη μεγάλη ιδεολογική παραδοχή της ομιλίας Ρούμπιο, είναι ότι η Δύση απειλείται πρωτίστως από τη δική της παρακμή. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ περιγράφει έτσι μια Δύση που ντρέπεται για τα επιτεύγματά της, αποδυναμώνει τις ένοπλες δυνάμεις της, εγκαταλείπει τη βιομηχανία της και παραχωρεί κυριαρχία σε “ξένες” υπερεθνικές γραφειοκρατίες. Ενώ η ανάπτυξη άλλων δυνάμεων -όπως η Κίνα- εμφανίζεται ως συνέπεια αυτού του κενού.

Πρόκειται για μια συλλογιστική που εμπεριέχει μια ισχυρή υπόθεση δυτικής πρωτοκαθεδρίας: η ιστορική άνοδος των άλλων εξηγείται κυρίως από τη δυτική υποχώρηση. Αλλά γιατί η ανάπτυξη της Κίνας, της Ινδίας ή άλλων κοινωνιών πρέπει να ερμηνεύεται πρωτίστως ως αποτέλεσμα της παρακμής κάποιου άλλου; Και γιατί να μην δεχθούμε πως η οικονομική και τεχνολογική άνοδος δισεκατομμυρίων ανθρώπων αποτελεί επίσης έκφραση της δικής τους δημιουργικότητας, εκπαίδευσης, οργάνωσης και φιλοδοξίας; Εδώ θα άξιζε να θυμηθούμε τον Ηρόδοτο: «ἐπιστάμενόν με τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι». – Ἱστορίαι, Α΄, 32. Δηλαδή η ανθρώπινη τύχη είναι ασταθής και ευμετάβλητη. Αυτή η επίγνωση της ιστορικής μεταβλητότητας βρίσκεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι η Δύση κατέχει μια σχεδόν φυσική θέση στην κορυφή του κόσμου.

Και πρέπει κάποια στιγμή να συμφωνήσουμε πως η ιστορία δεν είναι μια μόνιμη κατάταξη πολιτισμών σε μια κλίμακα “αριστείας-κυριαρχίας”. Είναι μια συνεχής διαδικασία αλληλεπίδρασης, δημιουργίας, σύγκρουσης και μεταβολής. Ενώ η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας δεν μειώνει τα πράγματι κορυφαία επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού και ειδικότερα της Αρχαίας Ελλάδας. Αντίθετα, επιτρέπει την κατανόησή τους χωρίς την ανάγκη μιας διαρκούς σύγκρισης ανωτερότητας και ρεβανσιστικής αναζήτησης της επόμενης ημέρας “επικυριαρχίας”.

Από τον Μέγα Αλέξανδρο στον Κορτές: Η κατασκευή μιας ηρωικής γενεαλογίας

Ο Ρούμπιο επιχειρεί επίσης να συνδέσει την αρχαία ελληνική φιλοδοξία με τη χριστιανική Ευρώπη, την Αναγέννηση, τις μεγάλες εξερευνήσεις και την αμερικανική επέκταση. Έτσι στην αφήγησή του, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Καίσαρας, ο Καρλομάγνος και ο Κορτές εντάσσονται σε μια ενιαία παράδοση κατάκτησης και ιστορικού μεγαλείου.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή στη διατύπωση -και με πολλά στοιχεία γοητείας του αδαούς κοινού- αλλά βαθιά επιλεκτική, ιστορική σύνθεση. Καθώς οι κατακτήσεις δεν ήταν μόνο περιπέτειες θάρρους και δημιουργικότητας. Υπήρξαν επίσης πόλεμοι, καταστροφές, υποδουλώσεις και βίαιες ανατροπές ολόκληρων κοινωνιών. Ειδικά η αμερικανική επέκταση δεν πραγματοποιήθηκε σε μια ιστορικά κενή ήπειρο. Οι κοινωνίες που προϋπήρχαν δεν ήταν απλά εμπόδια στην πρόοδο ενός νέου πολιτισμού, αλλά είχαν περιεχόμενο, αξιακό υπόβαθρο και δικαίωμα στην ζωή και στην συνέχεια. Κάτι που δεν σεβάστηκαν οι δυτικοί πιονέροι, εξαφανίζοντας τους γηγενείς αμερικανικούς πληθυσμούς σε μεγάλο βαθμό.

Οπότε και εδώ ο Ρούμπιο -με πρόσφατη μεταναστευτική καταγωγή- κάνει μια επιλογή απεικόνισης, αυτή του κατακτητή, και όχι του κατακτημένου, που απλώς “απουσιάζει” από το σκηνικό. Βέβαια η ηρωική του αφήγηση δεν είναι απαραίτητα ψευδής σε κάθε επιμέρους στοιχείο της. Είναι όμως ελλιπής καθώς διατηρεί τη δόξα και απομακρύνει το κόστος της.

Μια νέα δυτική σταυροφορία

Στο τέλος, όλα τα στοιχεία της ομιλίας Ρούμπιο συγκλίνουν σε ένα ενιαίο πολιτικό όραμα. Η αρχαία ελληνική αριστεία, η χριστιανική κληρονομιά, ο εθνικισμός, η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογική υπεροχή και η αμερικανική πρωτοπορία συνδέονται σε μια νέα αφήγηση δυτικής αναγέννησης. Οπότε ο ίδιος προτείνει μια Δύση που θα ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της, θα επανεξοπλιστεί, θα επαναβιομηχανοποιηθεί και θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στις τεχνολογίες του μέλλοντος. Και κάπου εκεί θα αναδειχθεί για μια ακόμη φορά μια “Pax Americana”, δηλαδή η “ορθή ιστορικά” τάξη πραγμάτων, με αμερικανικό φιλικό πατερναλισμό αλλά σε μια πιο αυστηρή τραμπική εκδοχή.

Είναι εμφανές πως ο Ρούμπιο εδώ επικαλείται την αναβίωση ενός “σταυροφορικού” οράματος, ως μια συλλογικά απαραίτητης ιστορικής αποστολής, όπου η αναγέννηση του πολιτισμού απαιτεί συσπείρωση, αγώνα και πίστη σε έναν ανώτερο σκοπό. Ωστόσο, η ηρωική απλότητα αυτής της αφήγησης δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα.

Οι σύγχρονες προκλήσεις – η τεχνολογική επανάσταση, η οικονομική ανισότητα, οι διεθνείς ανταγωνισμοί, η δημοκρατική κρίση – δεν αντιμετωπίζονται μόνο με αυτοπεποίθηση, εθνική υπερηφάνεια και αποφασιστικότητα. Αλλά απαιτούν θεσμούς, γνώση, αυτοκριτική και ικανότητα διεθνούς συνεργασίας χωρίς καταφυγή σε ένα “ατέρμονο” πόλεμο, είτε θερμό είτε ψυχρό. Και κυρίως αναγνώριση πως ο πλανήτης των 8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων είναι πολυ μεγαλύτερος σε ανάγκες, φιλοδοξίες και προβολές ισχύος από μια δυτική “αναγέννηση” που επιδιώκεται πλέον με έντονα χαρακτηριστικά βίαιης επιβολής.

Να θυμήσουμε εδώ την τραμπική αντίφαση όπου ο κομπασμός του προέδρου των ΗΠΑ ότι “σταμάτησε 8 πολέμους” αυτοακυρώνεται από τον νέο πόλεμο που διεξάγει τώρα κατά του Ιράν, αλλά και τον μαζικό εμπορικό πόλεμο κατά όλου του πλανήτη, συν μια σωρεία από ανοιχτές απειλές (από τον φιλήσυχο Καναδά μέχρι την ανίσχυρη Γροιλανδία). Οπότε το αφήγημα της ισχύος επανέρχεται παρά την επίκληση της ειρήνευσης.

Το πολιτικό διακύβευμα

Συνοψίζοντας, η ομιλία Ρούμπιο στην Πνύκα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ως παρέμβαση στην εσωτερική εξέλιξη του MAGA μιας και η πιθανότητα προεδρικών φιλοδοξιών του ομιλητή έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ευρείας συζήτησης.

Ακριβώς όμως εκεί βρίσκεται η πολιτική σημασία της παρέμβασής του. Ως επίδοξος διάδοχος, επιχειρεί να δώσει στον τραμπισμό ιστορικό βάθος, πολιτισμική αυτοσυνείδηση και ένα αφήγημα που θα μπορεί να επιβιώσει πέρα από τον ιδρυτή του. Αλλά η αντίφαση παραμένει. Ο Ρούμπιο επέλεξε τον τόπο που συμβολίζει τη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση για να αναπτύξει ένα όραμα που δίνει προτεραιότητα στην ισχύ, στον ανταγωνισμό και στο μεγαλείο. Η αρχαία Αθήνα, ωστόσο, δεν κληροδότησε μόνο την επιδίωξη της αριστείας. Κληροδότησε και τη δυνατότητα αμφισβήτησης της εξουσίας, τη δημόσια αντιπαράθεση και την επίγνωση ότι καμία δύναμη δεν είναι απαλλαγμένη από τον κίνδυνο της ύβρεως.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της ομιλίας: ότι στην προσπάθειά του να αναστήσει το ηρωικό πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας, ο Ρούμπιο προσπερνά ένα από τα σημαντικότερα διδάγματά της. Ότι το πραγματικό μεγαλείο δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα να αποκτάς ισχύ, αλλά και στη σοφία να γνωρίζεις τα όριά της.

Το ενδιαφέρον; Πως έτσι, αντιφατικός και με επιλεκτική ανάγνωση της Ιστορίας, ο Ρούμπιο μάλλον είναι από τους πλέον κατάλληλους συνεχιστές του κινήματος MAGA: καθώς αναπαράγει αυτά τα καίρια χαρακτηριστικά ενός κινήματος που στον πυρήνα του είναι έντονα λαϊκιστικό, μοναδιαία διαπιστωτικό των προβλημάτων και ως επίλυση στα πάντα προτείνει την απειλή βίας ή και την εφαρμογή της βίας, όπως και την αδιάκοπη “πορεία προς τα εμπρός”, παραμερίζοντας κάθε θεσμό, κάθε μέτρο και κάθε αυτοσυγκράτηση. Κλαδεύοντας τις ερμαϊκές στήλες στην νέα εποχή, βεβηλώνοντας τα “ιερά” της δημοκρατικής λειτουργίας, αποθεώνοντας έμμεσα τον ικανό αλλά ευμετάβλητο Αλκιβιάδη που υπηρέτησε την Αθήνα, την Σπάρτη και τους Πέρσες με την ίδια ματαιοδοξία. Η Πνύκα λοιπόν ως έδαφος για την ανάπτυξη μιας ιδεολογίας αλυτρωτισμού της Δύσης και με φόντο τον ακατάβλητο Παρθενώνα παραμένει σοφή επιλογή εκκίνησης μιας νέας σταυροφορίας, αλλά χωρίς να μας κάνει σοφότερους, πόσο μάλλον και πιο αισιόδοξους για την κατάληξη της.