Την πρώτη πτητική δοκιμή του νέου πολυηχητικού πυραύλου cruise HACM (Hypersonic Attack Cruise Missile) πραγματοποίησε η Αμερικανική Αεροπορία, σε συνεργασία με την Αυστραλία, σηματοδοτώντας σημαντική πρόοδο σε ένα πρόγραμμα που έχει αντιμετωπίσει καθυστερήσεις και τεχνικές δυσκολίες.
Η δοκιμή πραγματοποιήθηκε σε πεδίο δοκιμών της Αυστραλίας, στο πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας SCIFiRE (Southern Cross Integrated Flight Research Experiment) χωρίς να ανακοινωθούν λεπτομέρειες για το αεροσκάφος που χρησιμοποιήθηκε ή το αν δοκιμή περιλάμβανε ενεργοποίηση του κινητήρα και πλήρη πολυηχηιτκή πτήση ή περιορίστηκε σε συγκεκριμένες φάσεις της διαδικασίας εκτόξευσης.
Το πρόγραμμα HACM αναπτύσσεται από τη Raytheon, θυγατρική της RTX, με τη Northrop Grumman να έχει αναλάβει τον κινητήρα τύπου scramjet. Ο πύραυλος χρησιμοποιεί αρχικά πυραυλοκινητήρα στερεών προωθητικών για να επιταχυνθεί στην απαιτούμενη ταχύτητα, πριν ενεργοποιηθεί ο κινητήρας scramjet, που του επιτρέπει να διατηρεί ταχύτητες άνω των Mach 5 κατά την πτήση προς τον στόχο.
Σε αντίθεση με τα πολυηχητικά όπλα ολίσθησης, όπως το AGM-183A ARRW, ο HACM διαθέτει πρόωση κατά την κύρια φάση της πτήσης του, επιτρέποντας τη διατήρηση υψηλής ταχύτητας και την εκτέλεση ελιγμών. Η τεχνολογία προέρχεται από το ερευνητικό πρόγραμμα HAWC (Hypersonic Air-breathing Weapon Concept) της DARPA, ενώ αξιοποιεί εμπειρία από προηγούμενα προγράμματα, όπως το Boeing X-51 Waverider.
Ο HACM προορίζεται για την προσβολή στόχων υψηλής αξίας σε μεγάλες αποστάσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στη διείσδυση σε ισχυρά προστατευόμενες περιοχές. Ως αρχική πλατφόρμα εκτόξευσης έχει επιλεγεί το F-15E Strike Eagle, ενώ προβλέπεται μελλοντική ενσωμάτωσή του και σε άλλους τύπους αεροσκαφών. Τα ακριβή χαρακτηριστικά του, όπως η εμβέλεια, η μέγιστη ταχύτητα και η πολεμική κεφαλή, παραμένουν απόρρητα.
Η ανάπτυξη του HACM έχει ήδη καθυστερήσει περίπου έναν χρόνο λόγω σχεδιαστικών προβλημάτων, με την USAF να περιορίζει τις προγραμματισμένες πτητικές δοκιμές από επτά σε πέντε, προκειμένου να συγκρατήσει το χρονοδιάγραμμα. Για το οικονομικό έτος 2027, η Αμερικανική Αεροπορία έχει ζητήσει περίπου 1,2 δισ. δολάρια για την περαιτέρω ανάπτυξη και την έναρξη απόκτησης του όπλου, συμπεριλαμβανομένων 404 εκατ. δολαρίων για την πρώτη επιχειρησιακή παρτίδα.
Ο σχεδιασμός προβλέπει έναρξη επιχειρησιακής ένταξης το οικονομικό έτος 2027 και μετάβαση σε παραγωγή πλήρους ρυθμού έως το 2029. Ωστόσο, η επίτευξη αυτών των στόχων εξαρτάται από την επιτυχή ολοκλήρωση των πτητικών δοκιμών, ιδιαίτερα την επιβεβαίωση της λειτουργίας του scramjet σε πραγματικές συνθήκες πολυηχητικής πτήσης.