Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταργούν από την 1η Οκτωβρίου 2026 την πολιτική γενικής απόρριψης των αιτημάτων εξαγωγής αμυντικού υλικού και υπηρεσιών προς τη Συρία. Πλέον, οι σχετικές αιτήσεις θα εξετάζονται κατά περίπτωση, σε ένα ακόμη βήμα προσέγγισης της Ουάσιγκτον με την κυβέρνηση του Άχμεντ αλ Σάρα.
Η αλλαγή περιλαμβάνεται σε τροποποίηση των αμερικανικών κανονισμών διεθνούς εμπορίου όπλων, γνωστών ως ITAR, που δημοσιεύθηκε στο Federal Register. Η Συρία αφαιρείται από τον κατάλογο του άρθρου 126.1, για τον οποίο εφαρμόζεται πολιτική άρνησης αδειών και άλλων εγκρίσεων. Η νέα κατεύθυνση είχε εγκριθεί από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών στις 19 Αυγούστου.
Υπογραμμίζεται ότι η απόφαση επιτρέπει την αξιολόγηση πιθανών εξοπλιστικών συναλλαγών, χωρίς να εγκρίνει αυτομάτως κάποια πώληση. Κάθε αίτημα εξακολουθεί να χρειάζεται αμερικανική άδεια. Το κείμενο καλύπτει αμυντικό υλικό και υπηρεσίες, αλλά δεν κατονομάζει οπλικά συστήματα, ποσότητες, αξίες συμβάσεων ή χρονοδιάγραμμα παραδόσεων.
Είχε προηγηθεί, στις 24 Αυγούστου 2026, η αφαίρεση της Συρίας από τον αμερικανικό κατάλογο κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, την ίδια περίοδο ήρθη και ο περιορισμός του Syria Accountability Act για εξαγωγές ειδών που υπάγονται στον αμερικανικό κατάλογο στρατιωτικού υλικού. Οι παρεμβάσεις αυτές ήταν αναγκαίες, καθώς οι περιορισμοί στη Δαμασκό προέρχονταν από διαφορετικούς νόμους και καθεστώτα κυρώσεων.
Πρόσθετο βήμα αποτέλεσε η εξαίρεση της Συρίας από τις εναπομείνασες απαγορεύσεις πωλήσεων όπλων και στρατιωτικής χρηματοδότησης που είχαν επιβληθεί βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας για τα χημικά και βιολογικά όπλα. Η σχετική απόφαση ελήφθη στις 20 Αυγούστου και δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, με επίκληση του αμερικανικού συμφέροντος εθνικής ασφάλειας. Η άρση αυτού του εμποδίου όμως δεν συνιστά από μόνη της δέσμευση παροχής χρηματοδότησης.
Η σταδιακή αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων είχε αρχίσει το 2025, με την κατάργηση του ευρύτερου προγράμματος κυρώσεων κατά της Συρίας. Παραμένουν, ωστόσο, στοχευμένα μέτρα κατά του Μπασάρ αλ Άσαντ και συνεργατών του, προσώπων που εμπλέκονται σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διακινητών Captagon και άλλων καταχωρισμένων προσώπων και οργανώσεων. Επομένως, η αλλαγή αφορά τη μεταχείριση της χώρας και δεν αίρει συλλήβδην τις ατομικές κυρώσεις.
Η εξοπλιστική απόφαση εντάσσεται στην ευρύτερη επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον–Δαμασκού μετά την ανατροπή του Άσαντ. Όπως αναφέρει το Associated Press, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει επίσης ανακοινώσει σχέδια επαναλειτουργίας της αμερικανικής πρεσβείας στη συριακή πρωτεύουσα, η οποία παραμένει κλειστή επί 14 χρόνια.
Παράλληλα όμως παραμένουν ανοικτές οι περιφερειακές εκκρεμότητες της νέας συριακής ηγεσίας. Το Reuters, επικαλούμενο έξι πηγές, μετέδωσε ότι Σύροι αξιωματούχοι και εκπρόσωποι της Χεζμπολάχ συναντήθηκαν στην Τουρκία τον Σεπτέμβριο για να περιορίσουν τις μεταξύ τους εντάσεις. Η Συρία και η Τουρκία διέψευσαν την πραγματοποίηση της συνάντησης, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu.
Στις 2 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την έναρξη ισχύος της αμερικανικής απόφασης, αναφέρθηκαν τρεις διαδοχικές εκρήξεις στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Ταφτανάζ, στην επαρχία Ιντλίμπ. Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε καπνό από την εγκατάσταση και παρουσία αναγνωριστικών drones στην περιοχή, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία των εκρήξεων.