Ο Σεργκέι Μπερεζνόι είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός σχολιαστής που ζει στο Κίεβο και έχει εργαστεί, μεταξύ άλλων, στο ουκρανικό ειδησεογραφικό μέσο LIGA.net. Γεννήθηκε στη Σεβαστούπολη το 1966 και εγκαταστάθηκε στο Κίεβο το 2015. Στο νέο του άρθρο με τίτλο «The West Still Wants to Save Russia From Itself», επιχειρεί να εξηγήσει ένα παράδοξο που, όπως γράφει, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κατανοηθεί από την Ουκρανία: γιατί η Δύση, ενώ προσπαθεί να σταματήσει τη ρωσική επιθετικότητα, εξακολουθεί ταυτόχρονα να φοβάται τόσο πολύ την κατάρρευση της ίδιας της Ρωσίας.

Για τους Ουκρανούς που ζουν σχεδόν πέντε χρόνια κάτω από ρωσικούς βομβαρδισμούς, αυτή η επιμονή των δυτικών κυβερνήσεων να αποτρέψουν μια ολοκληρωτική καταστροφή της Ρωσίας μοιάζει, σύμφωνα με τον Μπερεζνόι, σχεδόν παράλογη. Χρησιμοποιεί μια σκληρή εικόνα: είναι σαν να προσπαθείς πάση θυσία να σώσεις τον τρομοκράτη αντί να δώσεις στον ελεύθερο σκοπευτή την εντολή που θα σώσει εκατό ομήρους.

Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι πίσω από αυτή τη δυτική στάση υπάρχει μια απολύτως κατανοητή λογική. Μια ανεξέλεγκτη κατάρρευση μιας τεράστιας χώρας όπως η Ρωσία θα μπορούσε να αφήσει πίσω της ένα χάος που οι γειτονικές χώρες θα αντιμετώπιζαν για δεκαετίες. Γι’ αυτό, κατά την άποψή του, η Δύση έχει επιλέξει μια στρατηγική «ομαλής προσγείωσης»: όχι μια ξαφνική συντριβή του ρωσικού συστήματος, αλλά μια σταδιακή και ελεγχόμενη μείωση των πόρων που διαθέτει το καθεστώς. Μόνο που αυτή η προσεκτική προσέγγιση έχει ένα πολύ συγκεκριμένο κόστος για την Ουκρανία: περισσότερους νεκρούς και περισσότερες κατεστραμμένες πόλεις. Και αυτό, γράφει, φαίνεται να αντιμετωπίζεται στη Δύση ως το μικρότερο κακό.

Υπάρχει όμως, σύμφωνα με τον Μπερεζνόι, ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα: η Ρωσία δεν αντιλαμβάνεται καθόλου αυτή τη δυτική προσοχή ως προσπάθεια να σωθεί από μια καταστροφή. Το Κρεμλίνο, αλλά και ένα σημαντικό μέρος της ρωσικής κοινωνίας που έχει διαμορφωθεί επί χρόνια από την κρατική προπαγάνδα, βλέπουν τα πράγματα ακριβώς αντίστροφα. Η κυρίαρχη αφήγηση λέει ότι ο Πούτιν έκανε ξανά τη Ρωσία «μεγάλη», ότι ο υπόλοιπος κόσμος ζηλεύει αυτή τη δύναμη και γι’ αυτό προσπαθεί να την ταπεινώσει. Μέσα σε αυτή τη λογική, κάθε δυτική προσπάθεια αποκλιμάκωσης ή διαπραγμάτευσης δεν ερμηνεύεται ως συμβιβασμός αλλά ως αδυναμία: η Ρωσία έδειξε τη δύναμή της, ο αντίπαλος φοβήθηκε και τώρα υποχωρεί. Και αν ο αντίπαλος υποχωρεί, γιατί να σταματήσεις; «Αντίθετα, πρέπει να τον αποτελειώσεις», είναι η λογική που περιγράφει ο συγγραφέας. Το παρομοιάζει με την προσπάθεια να σώσεις έναν άνθρωπο που πνίγεται, ενώ εκείνος έχει πείσει τον εαυτό του ότι εσύ είσαι αυτός που προσπαθεί να τον πνίξει.

Η Δύση, γράφει ο Μπερεζνόι, θα ήθελε μια Ρωσία που κάποια στιγμή θα πάψει να αποτελεί απειλή για τους γείτονές της, θα τερματίσει τον πόλεμο, θα εγκαταλείψει τη μόνιμη σύγκρουση με τον υπόλοιπο κόσμο και θα επιστρέψει σε κάποιου είδους φυσιολογικές σχέσεις μαζί του. Όμως ακριβώς αυτό παρουσιάζεται από το Κρεμλίνο ως προσπάθεια να αφαιρεθεί από τη Ρωσία το «μεγαλείο» της. Στην αυτοκρατορική αντίληψη που περιγράφει ο αρθρογράφος, η Ρωσία θεωρεί ότι δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει και ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα ούτε να τη σταματήσει ούτε να την τιμωρήσει. Ο Μπερεζνόι προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι αυτή η νοοτροπία δεν περιορίζει τον κίνδυνο μόνο στην Ουκρανία, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη αντιπαράθεση με τις χώρες της Βαλτικής και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Και εδώ βρίσκεται η πιο σκοτεινή εικόνα του κειμένου του. Η Δύση, λέει, συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να θεραπεύσει έναν εξαιρετικά επικίνδυνο ασθενή, αφήνοντάς τον όμως ταυτόχρονα ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει. Έναν ασθενή που δεν πιστεύει ότι είναι άρρωστος, δεν θέλει καμία θεραπεία και, αντί να πάρει τα φάρμακά του, εξοπλίζεται για να επιτεθεί στην κλινική, να τη βάλει φωτιά, να σκοτώσει τους γιατρούς και να χορέψει πάνω στις στάχτες της.

Ο Μπερεζνόι θεωρεί ότι αυτή η στρατηγική της Δύσης μέχρι σήμερα δεν έχει λειτουργήσει και δεν βλέπει κανέναν λόγο να πιστεύει ότι ξαφνικά θα αρχίσει να λειτουργεί. Κατά την εκτίμησή του, η Ρωσία μπορεί τελικά να οδηγηθεί ακριβώς εκεί όπου η Δύση φοβάται περισσότερο: σε μια βαθιά εσωτερική κρίση, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της δεκαετίας του 1990. Και τότε το παράδοξο θα είναι πλήρες: στην προσπάθειά της να αποτρέψει την κατάρρευση της Ρωσίας μέσω μιας «ομαλής προσγείωσης», η Δύση μπορεί τελικά να έχει απλώς καθυστερήσει τη στιγμή της σύγκρουσης, αυξάνοντας στο μεταξύ το ανθρώπινο και υλικό κόστος. Όπως καταλήγει ο αρθρογράφος, η Ρωσία μπορεί να καταστρέψει τον ίδιο της τον εαυτό πάνω στην ιδέα του «αυτοκρατορικού μεγαλείου» και να δημιουργήσει γύρω της μια τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή — ακριβώς εκείνο το σενάριο που η δυτική προσοχή προσπαθεί σήμερα να αποτρέψει.