Η επανάσταση των drones δεν ακολουθεί την ίδια λογική στην ξηρά και στη θάλασσα. Στο χερσαίο πεδίο, η συνεχής επιτήρηση και τα φθηνά πυρομαχικά ακριβείας δυσκολεύουν ιδιαίτερα τον επιτιθέμενο, επειδή πρέπει να κινηθεί, να συγκεντρώσει δυνάμεις και τελικά να κρατήσει έδαφος. Στη θάλασσα, ένα αναλώσιμο μη επανδρωμένο μέσο δεν δρα με τον ίδιο τρόπο, αλλά αρκεί ένα από τα πολλά να περάσει την τοπική άμυνα και να πλήξει ένα εχθρικό πλοίο ασύγκριτα μεγαλύτερης αξίας. Δημιουργώντας δηλαδή μια απότομη υποβάθμιση της παρουσίας του αντιπάλου στο πεδίο.
Αυτή είναι η κεντρική θέση μιας πρόσφατης ανάλυσης του H I Sutton. Δεν είναι βέβαια καθολικός νόμος. Τα drones μπορούν να ενισχύσουν και τη ναυτική άμυνα, ενώ στην ξηρά χρησιμοποιούνται μαζικά και από τον επιτιθέμενο. Περιγράφει όμως σωστά μια άνιση σχέση κόστους και αποστολής. Το επανδρωμένο πλοίο στη θάλασσα οφείλει να επιβιώσει, να προστατεύσει πλήρωμα, αισθητήρες και όπλα και να συνεχίσει την αποστολή του. Ενώ το αντίπαλο του επιθετικό μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (USV) ή αερόχημα (UAV) μπορεί να σχεδιαστεί για μία μόνο διαδρομή.
Τι έχει ήδη αποδειχθεί στη Μαύρη Θάλασσα
Το γεγονός είναι ότι η Ουκρανία χρησιμοποίησε συνδυασμούς μη επανδρωμένων αεροχημάτων και σκαφών επιφανείας για αναγνώριση, κρούση και πίεση του ρωσικού στόλου στον Εύξεινο Πόντο. Η επιτυχία δεν προήλθε από ένα “θαυματουργό σκάφος”, αλλά από τη γρήγορη εξέλιξη πλατφορμών, αισθητήρων, επικοινωνιών και τακτικών. Η Ρωσία απάντησε με φράγματα, ελικόπτερα, πυροβόλα, ηλεκτρονικό πόλεμο και αλλαγές στη διάταξη των πλοίων της, όπως και με την απόσυρση τους σε ασφαλείς (ή μερικά ασφαλείς) λιμένες. Δηλαδή εμφανίστηκε αμέσως ένας νέος κύκλος μέτρου και αντιμέτρου.
Η επιχειρησιακή ανάγνωση είναι ότι το φθηνό μέσο κρούσης υποχρεώνει την ακριβή πλατφόρμα να αμύνεται συνεχώς προς πολλές κατευθύνσεις. Ακόμη και μια αποτυχημένη επίθεση καταναλώνει χρόνο, πυρομαχικά και προσοχή πληρώματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μεγάλα πλοία έγιναν άχρηστα. Σημαίνει ότι το κόστος προστασίας τους αυξάνεται και ότι η συγκέντρωση πολλών κρίσιμων λειτουργιών σε λίγες γάστρες δημιουργεί ελκυστικούς στόχους.
Το λογισμικό δεν καταργεί τη θάλασσα
Θα μπορούσε κανείς λοιπόν να προτείνει την υποκατάσταση ενός στόλου μεγάλων σκαφών επιφανείας από μη επανδρωμένα; Ή γενικότερα από ένα στόλο επιφανείας που ορίζεται κυρίως από λογισμικό (το λεγόμενο software-defined surface fleet); Αυτή ως ιδέα προτείνει να βλέπουμε τις μονάδες ως δίκτυο κόμβων και όχι μόνο ως κατάλογο φρεγατών, κορβετών και περιπολικών. Μικρά USV θα μπορούσαν να αλλάζουν ρόλο με νέο φορτίο και νέο λογισμικό, να μοιράζονται δεδομένα και να λειτουργούν ως αισθητήρες, δολώματα, αναμεταδότες ή φορείς όπλων.
Πάντως η πραγματικότητα της θάλασσας επιβάλλει όρια. Μικρό σκάφος σημαίνει συνήθως μικρότερη αυτονομία, περιορισμένη ενέργεια, χαμηλότερο ωφέλιμο φορτίο και μεγαλύτερη ευαισθησία στον κυματισμό. Οι επικοινωνίες μπορεί να εντοπιστούν ή να παρεμβληθούν. Η εκτόξευση και η ανάκτηση στη θάλασσα είναι δύσκολες, ενώ η συντήρηση ενός μεγάλου αριθμού φθηνών μέσων μπορεί να απαιτεί σημαντικό προσωπικό. Το λογισμικό επιτρέπει γρήγορες αλλαγές, αλλά δεν προσθέτει καύσιμο ούτε βελτιώνει μόνο του την αξιοπλοΐα.
Η Βρετανία προσφέρει ένα παράδειγμα του πειραματισμού που γίνεται διεθνώς στο τομέα. Έτσι το Βρετανικό Ναυτικό παρήγγειλε 20 μη επανδρωμένα επιφανείας K3 Scout για το Project Beehive έναντι 12,3 εκατομμυρίων λιρών. Τα σκάφη προορίζονται για επιχειρήσεις, εκπαίδευση και ανάπτυξη τακτικών, διαθέτοντας ανοικτή αρχιτεκτονική για ενσωμάτωση νέου εξοπλισμού. Αυτά θα συνδεθούν με ένα ευρύτερο ψηφιακό δίκτυο, ώστε να λειτουργούν ως κόμβοι και όχι ως απομονωμένα τηλεκατευθυνόμενα ταχύπλοα. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι πειραματισμοί του αμερικανικού Ναυτικού με μη επανδρωμένα σκάφη, όπου το ζητούμενο είναι η συνεργασία πολλών διαφορετικών φορέων.
Η άμυνα χρειάζεται δική της μάζα
Η σωστή απάντηση δεν είναι να μετατραπεί κάθε φρεγάτα σε ακριβότερο “φρούριο επιφανείας”. Χρειάζεται όμως πολυστρωματική άμυνα με κατανεμημένους αισθητήρες, ηλεκτρονικά αντίμετρα, πυροβόλα, φθηνότερους αναχαιτιστές και δυνατότητα εμπλοκής πριν η απειλή φθάσει πολύ κοντά της. Απαιτείται επίσης προστασία βοηθητικών πλοίων, λιμένων και εμπορικών μεταφορών. Κι αυτό είναι πως ο αντίπαλος δεν είναι “υποχρεωμένος” να επιτεθεί μόνο στη μονάδα με το καλύτερο ραντάρ ή το μεγαλύτερο εκτόπισμα.
Έτσι μια υπόθεση για το μέλλον του Ναυτικού, είναι ένας στόλος στον οποίο μεσαία-μεγάλα επανδρωμένα πλοία διοικούν πολλά αναλώσιμα ή επαναχρησιμοποιούμενα μέσα στον αέρα, στην επιφάνεια και κάτω από αυτήν. Η αξία αυτού του στόλου δεν θα μετριέται μόνο στον αριθμό των drones. Θα μετριέται στην ταχύτητα παραγωγής και αντικατάστασης, στην κοινή εικόνα μάχης, στην αντοχή σε παρεμβολές και στην ικανότητα να ανατίθενται στόχοι χωρίς σύγχυση ή φίλια πυρά.
Για το Αιγαίο, η γεωγραφία δημιουργεί τόσο ευκαιρίες όσο και παγίδες για μια τέτοια κατεύθυνση. Τα νησιά μας και οι μικρές αποστάσεις μπορούν να στηρίξουν USV και UAV από πολλές βάσεις. Όμως η πυκνή πολιτική κίνηση, το σύνθετο ανάγλυφο, οι ισχυροί άνεμοι και το κορεσμένο ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον κάνουν την αναγνώριση και τον έλεγχο τους δυσκολότερα.
Η θαλάσσια επανάσταση των drones, επομένως, δεν είναι απλώς η αντικατάσταση πληρωμάτων με αλγορίθμους. Είναι αλλαγή στην οικονομία της ναυτικής ισχύος. Ο επιτιθέμενος μπορεί να διασπείρει το ρίσκο σε πολλά φθηνά μέσα, ενώ ο αμυνόμενος πρέπει να προστατεύει διαρκώς πολύτιμες πλατφόρμες και θαλάσσιες γραμμές. Όποιος απαντήσει μόνο με περισσότερα ακριβά πυρομαχικά στα ίδια λίγα πλοία θα αντιμετωπίζει πάντοτε πρόβλημα αποθέματος. Όποιος συνδυάσει ανθρώπινη διοίκηση, ανοικτό λογισμικό, κατανεμημένους αισθητήρες και φθηνή μάζα θα έχει καλύτερη πιθανότητα να επιβάλει τον δικό του ρυθμό στη θάλασσα.