Η αμερικανική Αεροπορία φαίνεται να εξετάζει την αγορά νέας κατασκευής F-16 (έκδοση αναφέρεται ως F-16G), περισσότερο από 20 χρόνια μετά την τελευταία προμήθεια του τύπου, ως μία πιθανή λύση στο αυξανόμενο πρόβλημα αριθμητικού χάσματος στο στόλο των μαχητικών της.
Η πρόταση βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και εξετάζεται στο πλαίσιο της προετοιμασίας του αμερικανικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2028 και του νέου πενταετούς προγραμματισμού του Πενταγώνου. Η ίδια η Αεροπορία αναφέρει ότι αξιολογεί διαφορετικές επιλογές χωρίς να έχει ακόμη οριστικοποιήσει τις επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Η λογική πίσω από την πιθανή επιστροφή στο F-16 είναι κυρίως αριθμητική και βιομηχανική. Η USAF διαθέτει 826 F-16, αλλά μεγάλο μέρος του στόλου έχει συσσωρεύσει πολλές ώρες πτήσης. Παράλληλα, η παραγωγή νέων F-35A και F-15EX δεν μπορεί να αυξηθεί άμεσα στον βαθμό που θα απαιτούνταν για την ταχεία αντικατάσταση παλαιότερων μαχητικών.
Το F-16 προσφέρει μια διαφορετική επιλογή, καθώς η γραμμή παραγωγής της Lockheed Martin στο Greenville της Νότιας Καρολίνας παραμένει ενεργή για διεθνείς πελάτες. Η USAF θα μπορούσε επομένως να αποκτήσει νέα αεροσκάφη χωρίς να απαιτείται ανάπτυξη νέου τύπου ή επανεκκίνηση μιας κλειστής γραμμής παραγωγής.
Το υπό εξέταση F-16G περιγράφεται ως περαιτέρω εξέλιξη Block 70/72, αλλά με πρόσθετες δυνατότητες προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις της USAF, κατά μία λογική ανάλογη με εκείνη που οδήγησε στο F-15EX. Μεταξύ των δυνατοτήτων που εξετάζονται, πέραν του ραντάρ AESA, αναφέρονται σύμμορφες δεξαμενές καυσίμου και σύστημα υπέρυθρης έρευνας και ιχνηλάτησης (IRST).
Υπογραμμίζεται ότι μια τέτοια αγορά δεν θα υποκαθιστούσε προμήθεια F-35A. Τα νέα F-16G θα λειτουργούσαν περισσότερο ως σχετικά γρήγορη λύση ενίσχυσης των αριθμών, αναλαμβάνοντας αποστολές στις οποίες δεν είναι απαραίτητα τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του F-35 και επιτρέποντας στα ακριβότερα μαχητικά πέμπτης γενιάς να επικεντρώνονται στις πλέον απαιτητικές επιχειρήσεις.
Η προσέγγιση θυμίζει σε έναν βαθμό το F-15EX για τα οποία η USAF, αντί να περιμένει αποκλειστικά νέες σχεδιάσεις, αξιοποίησε μια υφιστάμενη γραμμή παραγωγής και μια ώριμη πλατφόρμα, με σύγχρονους αισθητήρες, ηλεκτρονικά, και όπλα, σε ένα μοντέλο που είχε εξελιχθεί για τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.