Η νέα απειλή του Ντόναλντ Τραμπ να αποκλείσει την Bombardier από την αμερικανική αγορά ανοίγει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα από την πώληση καναδικών business jets στις ΗΠΑ. Τα Global 6000/6500 της εταιρείας αποτελούν σήμερα τη βάση σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών προγραμμάτων ISR και επικοινωνιών, ενώ η ίδια η Bombardier διαθέτει χιλιάδες εργαζομένους και εκτεταμένη αλυσίδα προμηθευτών στις ΗΠΑ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος σε ανάρτησή του στις 7 Σεπτεμβρίου είπε ότι η Bombardier δεν θα πρέπει πλέον να μπορεί να πουλά αεροσκάφη στις ΗΠΑ εάν δεν τα κατασκευάζει στη χώρα. Η παρέμβασή του αποτελεί συνέχεια της εμπορικής αντιπαράθεσης με τον Καναδά και μιας παλαιότερης διαφωνίας σχετικά με την πιστοποίηση αεροσκαφών Gulfstream από τις καναδικές αρχές. Να θυμίσουμε ότι τον Ιανουάριο ο Τραμπ είχε απειλήσει ακόμη και με επιβολή δασμών 50% στα καναδικής κατασκευής αεροσκάφη, μέτρο που τελικά δεν εφαρμόστηκε.

Υπογραμμίζεται πάντως ότι μέχρι στιγμής  δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο νομικό ή διοικητικό μέτρο που να απαγορεύει τις πωλήσεις Bombardier στις ΗΠΑ. Νομικοί και αναλυτές της αεροπορικής βιομηχανίας έχουν ήδη εκφράσει αμφιβολίες για το πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένας τέτοιος αποκλεισμός σε αεροσκάφη που διαθέτουν αμερικανική πιστοποίηση και ενσωματώνουν σημαντικό ποσοστό εξοπλισμού αμερικανικής προέλευσης.

Η Bombardier απάντησε επισημαίνοντας την ισχυρή παρουσία της στην αμερικανική οικονομία. Η εταιρεία απασχολεί περίπου 3.500 εργαζομένους στις ΗΠΑ, από τους οποίους περισσότεροι από 1.200-1.400 βρίσκονται στη Wichita του Κάνσας, όπου εδρεύει η Bombardier Defense και λειτουργεί κέντρο πτητικών δοκιμών. Συνεργάζεται επίσης με περίπου 2.800 προμηθευτές σε 47 αμερικανικές πολιτείες και δαπανά περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια ετησίως στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα.  

Η διάσταση αυτή προκάλεσε μάλιστα αντιδράσεις μέσα στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι γερουσιαστές του Κάνσας Jerry Moran και Roger Marshall επικοινώνησαν με τον Λευκό Οίκο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της Bombardier για την οικονομία και την αεροδιαστημική βιομηχανία της πολιτείας.  

Το πρόβλημα για τον Αμερικανικό Στρατό

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της χρήσης των Bombardier Global 6000 και Global 6500 από τις ίδιες τις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Ο Αμερικανικός Στρατός έχει επιλέξει το Global 6500 ως πλατφόρμα του HADES (High Accuracy Detection and Exploitation System), του νέου αεροσκάφους συλλογής πληροφοριών και επιτήρησης μεγάλου ύψους. Το HADES αποτελεί βασικό στοιχείο της μετάβασης του Στρατού από παλαιότερα turboprop ISR σε ταχύτερα jet, με μεγαλύτερη εμβέλεια, ύψος πτήσης, αυτονομία και δυνατότητα μεταφοράς αισθητήρων. Ο ίδιος ο Στρατός χαρακτηρίζει την αύξηση των δυνατοτήτων ISR που προσφέρει το HADES «μετασχηματιστική».  

Η εξάρτηση είναι άμεση. Στα έγγραφα του προϋπολογισμού του Στρατού για το οικονομικό έτος 2027 αναφέρεται ότι η προμήθεια του βασικού αεροσκάφους HADES γίνεται με solesource σύμβαση από την Bombardier Learjet στη Wichita, επειδή η Bombardier είναι ο μοναδικός κατασκευαστής του Global 6500. Για ένα αεροσκάφος του FY2027 προβλέπεται κόστος περίπου 62,5 εκατ. δολαρίων μόνο για την πλατφόρμα, πριν από τις ειδικές μετατροπές και την εγκατάσταση του εξοπλισμού αποστολής.  

Πριν από το HADES, ο Army έχει ήδη αναπτύξει ενδιάμεσες πλατφόρμες ISR της ίδιας οικογένειας. Τα ATHENAR, βασισμένα επίσης στο Global 6500, επιχειρούν ήδη σε αποστολές ISR και, σύμφωνα με την L3Harris, δύο αεροσκάφη πραγματοποιούν συνολικά περισσότερες από 400 ώρες πτήσης τον μήνα. Τα ARES, ATHENA και άλλα ενδιάμεσα συστήματα χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη αισθητήρων και επιχειρησιακών διαδικασιών που θα περάσουν αργότερα στο HADES.  

Επομένως, μια γενική πολιτική «No Bombardier» θα δημιουργούσε ένα προφανές πρόβλημα: θα έπρεπε είτε να εξαιρεθούν οι στρατιωτικές προμήθειες είτε να επανεξεταστεί μια ολόκληρη αρχιτεκτονική ISR στην οποία ο Αμερικανικός Στρατός έχει ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά και χρόνια ανάπτυξης.

Η αντικατάσταση του Global 6500 με αμερικανικής κατασκευής business jet δεν θα ήταν απλή υπόθεση. Θα απαιτούσε νέα αεροδυναμική και δομική πιστοποίηση, επανασχεδίαση της εγκατάστασης αισθητήρων και κεραιών, νέες δοκιμές ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας και επανάληψη σημαντικού μέρους της διαδικασίας ολοκλήρωσης και επιχειρησιακής αξιολόγησης.

Και η USAF πετά με Bombardier

Η εξάρτηση δεν περιορίζεται στον Στρατό. Η USAF χρησιμοποιεί το E-11A, στρατιωτική έκδοση του Global 6000 εξοπλισμένη με το σύστημα BACN (Battlefield Airborne Communications Node). Το BACN λειτουργεί ως εναέριος κόμβος επικοινωνιών, γεφυρώνοντας διαφορετικά δίκτυα φωνής και δεδομένων και επιτρέποντας την ανταλλαγή πληροφοριών σε μεγάλες αποστάσεις ή πίσω από γεωγραφικά εμπόδια.  

Το 2021 η USAF υπέγραψε μάλιστα σύμβαση έως 464,8 εκατ. δολαρίων με την Learjet, αμερικανική θυγατρική της Bombardier, για έως έξι επιπλέον Global 6000 που μετατρέπονται σε E-11A.  

Επιπλέον η USAF έθεσε πρόσφατα σε υπηρεσία αεροσκάφη Gulfstream G550 εξοπλισμένα για την αποστολή ηλεκτρονικής κρούσης «Compass Call».

Αυτό κάνει την κατάσταση ιδιαίτερα παράδοξη, αφού ένας αποκλεισμός της Bombardier θα στρεφόταν εναντίον μιας καναδικής εταιρείας η οποία ταυτόχρονα αποτελεί προμηθευτή κρίσιμων πλατφορμών των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων και σημαντικό εργοδότη της αμερικανικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας.

Η καναδική απάντηση μπορεί να είναι ακόμη σημαντικότερη

Η αντιπαράθεση έχει και αντίστροφη διάσταση. Ο Καναδάς είναι ένας από τους σημαντικότερους πελάτες αμερικανικών αμυντικών συστημάτων. Η RCAF χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων CF-18, C-17A, CH-147F Chinook και C-130J, ενώ έχει παραγγείλει P-8A Poseidon και MQ-9B.

Το σημαντικότερο ανοικτό ζήτημα αφορά το F-35A. Ως γνωστόν η Οτάβα είχε επιλέξει 88 αεροσκάφη για την αντικατάσταση των CF-18, αλλά η κυβέρνηση του Mark Carney επανεξετάζει την έκταση της προμήθειας. Παρόλα αυτά έχει ήδη γίνει παραγγελία 18 Lightning II για την RCAF. Η εξέλιξη των αμερικανοκαναδικών σχέσεων προσθέτει πλέον πολιτική και βιομηχανική διάσταση σε μια απόφαση που αρχικά ήταν κυρίως επιχειρησιακή.

Παράλληλα, η Saab προωθεί το Gripen E/F ως πιθανό συμπλήρωμα ενός μικρότερου καναδικού στόλου F-35, προσφέροντας σημαντική βιομηχανική συμμετοχή και παραγωγή στον Καναδά. Μια περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον θα μπορούσε συνεπώς να ενισχύσει πολιτικά ένα σενάριο μικτού στόλου ή μεγαλύτερης στροφής προς ευρωπαϊκές λύσεις.

Υπάρχει ήδη ένα χαρακτηριστικό προηγούμενο. Η εμπορική διαμάχη ΗΠΑ-Καναδά για το Bombardier CSeries το 2017 είχε σοβαρές συνέπειες και στον αμυντικό τομέα: η Οτάβα εγκατέλειψε τότε το σχέδιο αγοράς F/A-18E/F Super Hornet, ενώ η αντιπαράθεση με την Boeing αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην απόφαση.

GlobalEye: Καναδικό αεροσκάφος, σουηδικό σύστημα

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του Saab GlobalEye. Τον Μάιο του 2026 η καναδική κυβέρνηση επέλεξε τη Saab ως προτιμώμενο προμηθευτή για τη μελλοντική δυνατότητα AEW&C της RCAF και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις. Η επιλογή δεν αποτελεί ακόμη τελική σύμβαση, αλλά η πλατφόρμα που προτείνεται είναι ακριβώς το καναδικής κατασκευής Bombardier Global 6500.  

Η Οτάβα συνδέει μάλιστα το πρόγραμμα με μια πολύ μεγαλύτερη βιομηχανική στρατηγική. Η καναδική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο της μελλοντικής παραγωγής GlobalEye που σχετίζεται με το σχέδιο θα πραγματοποιείται στον Καναδά, με προοπτική τουλάχιστον 40 αεροσκαφών για τον Καναδά και άλλους πελάτες σε ορίζοντα 15 ετών και υποστήριξη περίπου 3.000 θέσεων εργασίας.  

Η ίδια πλατφόρμα αποκτά παράλληλα μεγαλύτερη σημασία στην Ευρώπη, καθώς τον Ιούλιο το ΝΑΤΟ επέλεξε το GlobalEye για να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τη Saab για έως δέκα αεροσκάφη AEW&C.  

Η καναδική κυβέρνηση έχει επίσης ήδη παραγγείλει έξι Global 6500, αξίας περίπου 753 εκατ. καναδικών δολαρίων, για την αντικατάσταση των CC-144 Challenger της RCAF σε αποστολές μεταφοράς, αεροδιακομιδών και άλλων κυβερνητικών και στρατιωτικών καθηκόντων.  

Η απειλή κατά της Bombardier, επομένως, μπορεί να έχει αποτελέσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που επιδιώκει η Ουάσιγκτον. Αν μετατραπεί σε πραγματική απαγόρευση, θα μπορούσε να επηρεάσει αμερικανικές θέσεις εργασίας και προμηθευτές, να δημιουργήσει προβλήματα στα προγράμματα HADES και E-11A και ταυτόχρονα να ενισχύσει στον Καναδά την πολιτική πίεση για περιορισμό της εξάρτησης από αμερικανικά αμυντικά συστήματα.

Σε αυτή την περίπτωση, η αντιπαράθεση για τα business jets της Bombardier θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πολύ μεγαλύτερο ζήτημα για τη βορειοαμερικανική αεροδιαστημική και αμυντική βιομηχανία, οι εφοδιαστικές αλυσίδες της οποίας είναι τόσο στενά διασυνδεδεμένες ώστε ο διαχωρισμός σε «αμερικανικά» και «καναδικά» προϊόντα είναι πολύ δυσκολότερος από όσο υποδηλώνει το σύνθημα «Buy American».