Το μήνυμα Χατζημηνά για την ανάγκη δημιουργίας πραγματικής παραγωγικής βάσης, διατήρησης της τεχνογνωσίας και ουσιαστικής ελληνικής προστιθέμενης αξίας

Η ελληνική αμυντική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική ευκαιρία, καθώς η αυξημένη έμφαση στην εγχώρια προστιθέμενη αξία δημιουργεί νέες δυνατότητες συμμετοχής στα εξοπλιστικά προγράμματα. Το ζητούμενο είναι η ευκαιρία αυτή να μετατραπεί σε μόνιμη παραγωγική και τεχνολογική ικανότητα.

Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα του Κρίστιαν Χατζημηνά, ιδρυτή του EFA Group και της THEON, στο OT FORUM της 90ής ΔΕΘ. Όπως υπογράμμισε, οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει πρώτα να επενδύσουν, να καινοτομήσουν και να αναλάβουν επιχειρηματικό ρίσκο και στη συνέχεια να αναζητήσουν συμβόλαια.

ο Κρίστιαν Χατζημηνάς, Ιδρυτής και CEO της THEON δεξιά και ο Timo Haas, CEO Division Digital Systems της RHEINMETALL αριστερά, υπογράφουν τη στρατηγική συμφωνία για την ανάπτυξη και προμήθεια του σταθεροποιημένου συστήματος πολλαπλών αισθητήρων PHYLAX

Η λογική αυτή αγγίζει ένα κρίσιμο ζήτημα για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία: η συμμετοχή σε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν αρκεί από μόνη της. Το πραγματικό όφελος βρίσκεται στο τι παραμένει στη χώρα μετά την ολοκλήρωσή του — παραγωγικές υποδομές, εξειδικευμένο προσωπικό, τεχνογνωσία και δυνατότητα ανάπτυξης και υποστήριξης προϊόντων.

Από το 25% στην πραγματική προστιθέμενη αξία

Η απαίτηση για ελληνική συμμετοχή της τάξης του 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα δημιουργεί, σύμφωνα με τον κ. Χατζημηνά, μια σημαντική αλλαγή στη σχέση της Ελλάδας με τους ξένους προμηθευτές. Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το ποσοστό, αλλά το περιεχόμενο της συμμετοχής.

Μια ελληνική εταιρεία που αναλαμβάνει εργασίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας δεν δημιουργεί την ίδια στρατηγική ικανότητα με μια επιχείρηση που σχεδιάζει, κατασκευάζει, πιστοποιεί και υποστηρίζει ένα προϊόν. Το ζητούμενο είναι τα «κλειδιά» κρίσιμων τεχνολογιών και η σχετική τεχνογνωσία να παραμένουν στην Ελλάδα, δημιουργώντας παραγωγικές δυνατότητες που μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν και μετά την ολοκλήρωση ενός συγκεκριμένου προγράμματος.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα των εταιρειών-«κελύφη». Ο κ. Χατζημηνάς σημείωσε ότι παλαιότερες πρακτικές, κατά τις οποίες μια προμήθεια έπρεπε να διανεμηθεί σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, έχουν πλέον περιοριστεί, ενώ σήμερα ο όρος αφορά κυρίως μικρές ξένες εταιρείες που δεν προσφέρουν ουσιαστική προστιθέμενη αξία.

Η ουσία, πάντως, βρίσκεται πέρα από τον ίδιο τον χαρακτηρισμό: η ελληνική συμμετοχή πρέπει να μετριέται με βάση την παραγωγική και τεχνολογική αξία που δημιουργεί και όχι απλώς τον αριθμό των εταιρειών που συμμετέχουν σε ένα πρόγραμμα.

Ξένες επενδύσεις, αλλά με μόνιμο αποτύπωμα

Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων παραμένει σημαντική, ιδιαίτερα σε έναν κλάδο που απαιτεί σημαντικά κεφάλαια και πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Το ζητούμενο είναι, όμως, οι επενδύσεις αυτές να δημιουργούν μόνιμο αποτύπωμα στην Ελλάδα.

Παραγωγικές εγκαταστάσεις, εξειδικευμένο προσωπικό, μεταφορά τεχνογνωσίας και δυνατότητα συντήρησης και αναβάθμισης συστημάτων μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές για την εγχώρια βιομηχανία.

Αντίθετα, μια δραστηριότητα που μπορεί να μεταφερθεί εύκολα στο εξωτερικό όταν αλλάξουν οι επιχειρηματικές ή διακρατικές ισορροπίες προσφέρει σαφώς μικρότερο στρατηγικό όφελος. Για την αμυντική βιομηχανία, η διατήρηση του know-how αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα υποστήριξης και διατήρησης κρίσιμων δυνατοτήτων σε βάθος χρόνου.

Άνθρωποι, τεχνολογία και το επόμενο βήμα

Η άλλη πλευρά της εξίσωσης είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό αριθμό μηχανικών και επιστημόνων, όμως η πρόκληση είναι η αξιοποίηση και η συνεχής αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και οι νέες τεχνολογίες παραγωγής αλλάζουν ήδη τις απαιτήσεις της σύγχρονης αμυντικής βιομηχανίας. Ο κ. Χατζημηνάς έθεσε στο πλαίσιο αυτό την ανάγκη συστηματικής μετεκπαίδευσης του προσωπικού, αλλά και τη δημιουργία κινήτρων για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων.

Το στοίχημα, τελικά, είναι μεγαλύτερο από την αύξηση της ελληνικής συμμετοχής στα εξοπλιστικά προγράμματα. Η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει τη σημερινή συγκυρία για να δημιουργήσει προϊόντα, τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό και παραγωγικές δυνατότητες που θα παραμείνουν στη χώρα.

Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο, να θέσει τους κανόνες και να ανοίξει τον δρόμο. Η επένδυση, όμως, το επιχειρηματικό ρίσκο και η δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων δεν μπορούν να προέλθουν αποκλειστικά από το Δημόσιο.

Αυτό είναι, τελικά, το βασικό μήνυμα: η βιομηχανική ανασυγκρότηση της ελληνικής άμυνας δεν θα κριθεί μόνο από τα συμβόλαια που θα υπογραφούν, αλλά από την παραγωγική ικανότητα που θα έχει δημιουργηθεί όταν αυτά ολοκληρωθούν.