Την πρόθεση της Fraport AG να επιμείνει επενδυτικά στην Ελλάδα εξέφρασε ο διευθύνων σύμβουλος του γερμανικού κολοσσού αερομεταφορών, Dr. Stefan Schulte, μιλώντας κατά τη διάρκεια του ετήσιου δείπνου που παρέθεσε χθες το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στο πλαίσιο της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Το παραπάνω αναφέρει ανακοίνωση του επιμελητηρίου ενώ σημειώνεται ότι, ο ίδιος, αφού αναφέρθηκε με ιδιαίτερα θετικά σχόλια στην παρουσία της Fraport AG στην Ελλάδα, αλλά και στη συνεργασία της εταιρείας με την ελληνική κυβέρνηση, επεσήμανε ότι το ενδιαφέρον του γερμανικού ομίλου για την υλοποίηση νέων επενδύσεων στη χώρα παραμένει ισχυρό.

Υπογράμμισε χαρακτηριστικά ότι μέχρι σήμερα ο όμιλος έχει επενδύσει περί τα 2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, εκ των οποίων 1,2 δισ. ευρώ αφορά στα 14 περιφερειακά αεροδρόμια και 800 εκατ. ευρώ έργα αναβάθμισης και επέκτασής τους. Αναφέρθηκε επίσης στη νέα σύμβαση παραχώρησης του αεροδρομίου της Καλαμάτας, όπου η Fraport AG προτίθεται να επενδύσει περί τα 125 εκατ. ευρώ.

Ο κ. Schulte σημείωσε, παράλληλα, την ανάγκη ολοκλήρωσης από την πλευρά της κυβέρνησης μιας σειράς έργων υποδομής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης διασύνδεση των αεροδρομίων με το υπόλοιπο δίκτυο υποδομών της χώρας. Ζήτησε, επίσης, αλλαγές στο καθεστώς επεξεργασίας των βιομετρικών στοιχείων για τον έλεγχο των μη Ευρωπαίων επιβατών στα αεροδρόμια, καθώς, όπως τόνισε, η ισχύουσα διαδικασία είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις στον έλεγχο των ταξιδιωτών. Επίσης, στάθηκε το θέμα του ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας, επισημαίνοντας ότι πρέπει να υπάρξει αναβάθμιση του σημερινού συστήματος.
Ανέφερε, τέλος, ότι η Fraport Greece διακίνησε το 2025 συνολικά 37 εκατ. επιβάτες στην Ελλάδα, ενώ φέτος αναμένεται να εξυπηρετήσει περίπου 39 εκατ. επιβάτες.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστος Δήμας, ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι «η Ελλάδα υλοποιεί μια συνεκτική στρατηγική για την αναβάθμιση των υποδομών και των μεταφορών, με ιδιαίτερη έμφαση στη Βόρεια Ελλάδα, αξιοποιώντας τη σημαντική γεωπολιτική και γεωοικονομική θέση της χώρας. Η συμμετοχή μας στους δύο κομβικούς ευρωπαϊκούς διαδρόμους μεταφορών, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη σύγχρονων οδικών, σιδηροδρομικών, λιμενικών και αστικών υποδομών, ενισχύει ουσιαστικά τον ρόλο της Ελλάδας ως πύλης προς τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο». Διευκρίνισε, δε, ότι προτεραιότητά του είναι και η αναβάθμιση του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.

Σχολιάζοντας ειδικότερα τα έργα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης υπογράμμισε ότι η πόλη βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. «Με το Μετρό και τους 18 σταθμούς του, την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων, την αναβάθμιση των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων και την αξιοποίηση του λιμανιού, αποκτά ακόμη ισχυρότερη θέση στον ευρωπαϊκό χάρτη μεταφορών και logistics».
Παράλληλα, όπως είπε, «η ολοκλήρωση του Ε65, ο εκσυγχρονισμός της Εγνατίας Οδού και τα νέα οδικά έργα στη Μακεδονία και τη Θράκη δημιουργούν ένα σύγχρονο και συνεκτικό δίκτυο υποδομών. Επενδύουμε στη συνδεσιμότητα γιατί αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη, την προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας» συμπλήρωσε.

Τη συζήτηση με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Fraport AG και τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών συντόνισε ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, Δρ. ‘Αγις Παπαδόπουλος, ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία της σύμπτωσης απόψεων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της διοίκησης της Fraport AG. Ειδικότερα επεσήμανε ότι η συνεργασία που έχει αναπτύξει ο γερμανικός όμιλος με την Ελλάδα αποτελεί ένα επιτυχημένο διμερές case study, ενώ σημείωσε ότι για τη Fraport AG η χώρα αποτελεί ελκυστικό επενδυτικό προορισμό.

Νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος Βορείου Ελλάδος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, Ανδρέας Σπυρίδης, στον σύντομο χαιρετισμό του αναφερόμενος στην αξία των υποδομών για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σημείωσε ότι συνδέονται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα της χώρας, την προσέλκυση επενδύσεων και τη γεωπολιτική σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Όπως ο ίδιος εξήγησε, το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, αναγνωρίζοντας την κομβική σημασία των υποδομών, υποστηρίζει σειρά δράσεων και στοχευμένων πρωτοβουλιών που προσβλέπουν στη διάνοιξη νέων συνεργατικών πεδίων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας και στη διεύρυνση του ήδη ισχυρού – πολυετούς δεσμού διμερούς συνεργασίας.

Τέλος, ανοίγοντας τις εργασίες της εκδήλωσης, ο διευθυντής του γραφείου του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου στη Θεσσαλονίκη, Γεώργιος Θεοδωράκης, τόνισε ότι με τη φετινή διοργάνωση συμπληρώνονται 10 χρόνια από το πρώτο business dinners, γεγονός το οποίο καθιστά τη διοργάνωση θεσμό για την ελληνογερμανική επιχειρηματική κοινότητα, τη ΔΕΘ και ευρύτερα την πόλη της Θεσσαλονίκης.