Οι Φιλιππίνες διατηρούν υπό αξιολόγηση το πρόγραμμα απόκτησης υποβρυχίων, ενώ παράλληλα διευρύνουν τη συνεργασία τους με χώρες του Ινδο-Ειρηνικού και της Ευρώπης. Μια υποβρυχιακή δύναμη θα μπορούσε να προσφέρει διακριτική επιτήρηση και δυνατότητα προσβολής θαλάσσιων στόχων σε μεγάλες αποστάσεις. Ωστόσο, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γκιλμπέρτο Τεοντόρο έθεσε ως άμεσες προτεραιότητες τον καθορισμό των αποστολών των μελλοντικών υποβρυχίων και τη δημιουργία της υποδομής που απαιτεί η υποστήριξή τους. Η έμφαση, επομένως, μετατοπίζεται από τις προσφορές των κατασκευαστών στη διαμόρφωση μιας ώριμης επιχειρησιακής απαίτησης για το Πολεμικό Ναυτικό.

Σύμφωνα με το Reuters, ο Τεοντόρο δήλωσε στη Σεούλ, στο περιθώριο του Seoul Defense Dialogue, ότι το πρόγραμμα παραμένει υπό εξέταση και απέχει ακόμη από την υλοποίηση. Συνέδεσε το χρονοδιάγραμμα με δύο βασικά ζητήματα: τον ακριβή επιχειρησιακό ρόλο των μελλοντικών σκαφών και την έκταση των υποδομών ξηράς που θα απαιτηθούν για την υποστήριξή τους. Παραμένουν, συνεπώς, ανοικτά ο τύπος του υποβρυχίου, ο προμηθευτής, ο αριθμός των μονάδων και η χρηματοδότηση.

Για ένα ναυτικό που θα αποκτήσει για πρώτη φορά υποβρύχια, η επιλογή του ίδιου του πλοίου είναι μόνο ένα μέρος του προγράμματος. Απαιτούνται βάση ελλιμενισμού, εγκαταστάσεις συντήρησης, εκπαίδευση και διατήρηση πληρωμάτων, υποδομές ασφαλούς αποθήκευσης οπλισμού, δυνατότητες διάσωσης υποβρυχίων και προστατευμένες επικοινωνίες. Η τοποθέτηση του Τεοντόρο δείχνει ότι η Μανίλα εξετάζει πρώτα ποια αποστολή θέλει να εκτελεί η νέα δύναμη και αν μπορεί να υποστηρίξει αυτή την ικανότητα σε μόνιμη βάση.

Στο μεταξύ, αρκετές σχεδιάσεις έχουν ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της βιομηχανικής συζήτησης. Η ΠΤΗΣΗ έχει παρουσιάσει την πρόταση των Fincantieri και TKMS με το U212 NFS, ενώ το Naval Defence είχε καταγράψει τη συζήτηση γύρω από το γαλλικό Scorpène. Οι προτάσεις αυτές καταδεικνύουν το ενδιαφέρον των κατασκευαστών, αλλά δεν ισοδυναμούν με επιλογή από τις Φιλιππίνες.

Παράλληλα, η Μανίλα ενισχύει το θεσμικό πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας της. Έχει ολοκληρώσει συμφωνίες για το καθεστώς επισκεπτόμενων δυνάμεων με τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, υπέγραψε αντίστοιχη συμφωνία με τη Γαλλία και, σύμφωνα με τον Τεοντόρο, διαπραγματεύεται παρόμοιο κείμενο με τη Βρετανία. Οι συμφωνίες αυτές δημιουργούν το νομικό πλαίσιο για προσωρινή παρουσία στρατιωτικού προσωπικού, ασκήσεις, εκπαίδευση και άλλες μορφές επιχειρησιακής συνεργασίας. Η συμφωνία με τον Καναδά υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2025 και εγκρίθηκε από τη Γερουσία των Φιλιππίνων τον Αύγουστο του 2026, ενώ εκείνη με τη Νέα Ζηλανδία υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2025. Η συμφωνία με τη Γαλλία υπεγράφη τον Μάρτιο του 2026. Η καναδική κυβέρνηση επιβεβαιώνει την έγκριση της συμφωνίας από τη Γερουσία.

Η συνέντευξη δόθηκε ενώ η Σεούλ και η Μανίλα συζητούν βαθύτερη αμυντική βιομηχανική συνεργασία. Η Νότια Κορέα έχει ήδη προμηθεύσει τις Φιλιππίνες με μαχητικά FA-50, φρεγάτες και άλλο αμυντικό υλικό. Ο Τεοντόρο ανέφερε επίσης ότι η Ουάσινγκτον έχει διαβεβαιώσει τη Μανίλα πως οι δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της Συνθήκης Αμοιβαίας Άμυνας ΗΠΑ–Φιλιππίνων παραμένουν αμετάβλητες. Το επόμενο ουσιαστικό βήμα για το πρόγραμμα υποβρυχίων θα είναι η διατύπωση σαφούς επιχειρησιακής απαίτησης, συνοδευόμενης από ρεαλιστικό σχέδιο για βάση, εκπαίδευση, υποστήριξη και χρηματοδότηση.