Η έγκριση από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου 2026 του «Δικτύου Βληματικής Αντιμετώπισης και Διάγνωσης Απειλών» έθεσε σε τροχιά υλοποίησης το αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και anti-drone σκέλος της «Ασπίδας του Αχιλλέα». H πλήρης επιχειρησιακή ετοιμότητα τοποθετείται σε 35 μήνες, με δαπάνη λίγο πάνω από 3 δισ. ευρώ. Όμως η επένδυση θα κριθεί πριν από την πρώτη αναχαίτιση: από την ικανότητα το δίκτυο ραντάρ της Ασπίδας του Αχιλλέα να συνεχίζει τον εντοπισμό και την παρακολούθηση έπειτα από το πρώτο εχθρικό κύμα.
Κάθε εμπλοκή ακολουθεί μια αλυσίδα δεδομένων. Ο αισθητήρας ανακαλύπτει, το σύστημα ελέγχου-διοίκησης-τηλεπικοινωνιών-πληροφόρησης-στόχευσης συνθέτει το ίχνος, επιλέγει όπλο και ο εκτοξευτής λαμβάνει στοιχεία βολής. Το εγκεκριμένο σχέδιο προβλέπει ένα σύστημα πολλαπλών, αποκρυπτόμενων και μετακινούμενων όπλων, συλλογή εικόνας από το σύνολο των αισθητήρων, ιεράρχηση απειλών και υποστήριξη αντιμετώπισης και στοχοθεσίας.
Εδώ όμως η εξουδετέρωση ενός κρίσιμου ραντάρ ή κόμβου επικοινωνιών κόβει αυτή την αλυσίδα πριν από τη βολή. Γι’ αυτό η αρχιτεκτονική της Ασπίδας του Αχιλλέα οφείλει να ξεκινήσει από την επιβίωση των «ματιών» και κατόπιν να περάσει στους πυραύλους.

Σε ελληνοτουρκική σύγκρουση, ο σχεδιασμός οφείλει να θεωρεί δεδομένη την άμεση στοχοποίηση ραντάρ, κέντρων επιχειρήσεων, αναμεταδοτών και σταθμών ισχύος. Οι αποστάσεις μετρώνται σε δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιόμετρα, με το Αιγαίο και τον Έβρο να προσφέρουν ελάχιστο επιχειρησιακό βάθος, ενώ οι τουρκικοί βαλλιστικοί πύραυλοι και εκτοξευτές διευρύνουν τον κατάλογο απειλών. Η Μεγίστη απέχει λιγότερο από τρία χιλιόμετρα από τις τουρκικές ακτές.
Το πρώτο πλήγμα θα αναζητήσει τα «μάτια»
Οι επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή το 2026 έδωσαν το παράδειγμα. Ένα αμερικανικό ραντάρ AN/TPY-2 στη βάση Muwaffaq Salti της Ιορδανίας καταστράφηκε έπειτα από ιρανικό πλήγμα, όπως τεκμηρίωσαν δορυφορικές εικόνες και επιβεβαίωσε σε διεθνές μέσο Αμερικανός αξιωματούχος. Άλλες εγκαταστάσεις του δικτύου στην περιοχή δέχθηκαν επιθέσεις, με την έκταση των ζημιών στους αισθητήρες να παραμένει ασαφής.
Το τεράστιο ραντάρ AN/TPY-2 αποτελεί αισθητήρα ζώνης X για έγκαιρο εντοπισμό και διάκριση βαλλιστικών στόχων, συνδεδεμένο κυρίως με το THAAD. Αν και χαρακτηρίζεται «μεταφερόμενο», αυτό κρύβει μεγάλο επιχειρησιακό αποτύπωμα. Η διάταξη περιλαμβάνει χωριστές μονάδες κεραίας, ηλεκτρονικών, ψύξης και ισχύος σε ρυμουλκούμενα, καλωδιώσεις, καύσιμα και γεννήτριες, με απαίτηση ισχύος περίπου 1,3 MW. Η τακτική αλλαγή θέσης απαιτεί χρόνο, οχήματα και προετοιμασμένο χώρο, ενώ η εκπομπή και η θερμική υπογραφή συμπληρώνουν την εικόνα ενός στόχου υψηλής αξίας.
Η αμερικανική Υπηρεσία Πυραυλικής Άμυνας αναζητεί ήδη διάδοχο του συστήματος, μέσω του προγράμματος FBM Radar Next. Οι απαιτήσεις προβλέπουν αερομεταφορά με C-17, λειτουργία μέσα σε ώρες, αποχώρηση μέσα σε λεπτά, κατανεμημένες κεραίες, μικρότερο φυσικό, θερμικό και ηλεκτρομαγνητικό ίχνος και παραγωγή σε αριθμούς που επιτρέπουν γρήγορη αντικατάσταση. Η ίδια η απαίτηση αποτυπώνει τη νέα αρχή επιβίωσης, γρήγορη μετακίνηση, διασπορά, ανοικτή δικτύωση και αναπλήρωση απωλειών.

Σήμερα οι θέσεις των μεγάλων ραντάρ χαρτογραφούνται από εμπορικούς δορυφόρους, οι εκπομπές τους συλλέγονται από μέσα ηλεκτρονικής υποστήριξης και ακόμη μια μικρή πολεμική κεφαλή μπορεί να εξουδετερώσει επιχειρησιακά μια ευαίσθητη στοιχειοκεραία.
Το Ιράν από την πλευρά του επιχείρησε από αποστάσεις άνω των χιλίων χιλιομέτρων, προκαλώντας παράλληλα μεγάλη αμερικανική κατανάλωση πυραύλων THAAD. Στη δική μας περίπτωση, η Τουρκία μπορεί να συνδυάσει πυκνό πλέγμα επανδρωμένων αεροσκαφών, UAV, πυραύλων και ηλεκτρονικού πολέμου από πολύ μικρότερες αποστάσεις, με ελάχιστους χρόνους προειδοποίησης στο Αιγαίο και στον Έβρο. Πύραυλοι αντιραντάρ, περιφερόμενα πυρομαχικά, μικρά drones και βλήματα ακριβείας μπορούν να σχηματίσουν ένα μεγάλο επιθετικό κύμα, και ένας αριθμός γνωστών θέσεων κρίσιμων ελληνικών υποδομών θα προσφέρει έτοιμο κατάλογο στόχων.

Από το μεγάλο ραντάρ στο κατανεμημένο δίκτυο αισθητήρων
Η σωστή απάντηση στο παραπάνω πρόβλημα είναι ένα δίκτυο που απορροφά απώλειες. Δεκάδες ενεργοί και παθητικοί αισθητήρες διαφορετικών ζωνών συχνοτήτων πρέπει να δημιουργούν επικαλυπτόμενη κάλυψη, με κινητά κέντρα διοίκησης και πολλαπλές διαδρομές επικοινωνίας. Κάθε τομέας χρειάζεται περισσότερους από έναν τρόπους εντοπισμού και κάθε εκτοξευτής ίχνος από διαφορετική πηγή.
Σε αυτή τη δομή, το παθητικό Twinvis της Hensoldt αποτελεί μία από τις λύσεις που αξίζουν συγκριτική αξιολόγηση σε ελληνικό περιβάλλον. Αξιοποιεί εκπομπές FM, ψηφιακού ραδιοφώνου DAB και ψηφιακής τηλεόρασης DVB-T που ανακλώνται στα αεροσκάφη. Ο κατασκευαστής αναφέρει τρισδιάστατη κάλυψη 360 μοιρών και μέγιστη εμβέλεια 250 χιλιομέτρων, με την πραγματική απόδοση να εξαρτάται από τη γεωμετρία των πομπών. Στην ίδια αξιολόγηση πρέπει να ενταχθούν το AULOS της Leonardo και το VERA-NG της ERA, τα οποία χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους παθητικής επιτήρησης.

Η απουσία δικού του πομπού αφαιρεί το κλασικό σήμα πάνω στο οποίο κατευθύνεται ένα όπλο αντιραντάρ. Η κινητή έκδοση του Twinvis εγκαθίσταται σε ελαφρύ όχημα, λειτουργεί απομακρυσμένα και σχηματίζει συστοιχίες έως 15 δεκτών. Το κόστος προμήθειας και υποστήριξης ανήκει σε διαφορετική κλίμακα από έναν στρατηγικό ενεργό αισθητήρα, επιτρέποντας αγορά σε αριθμούς, κάλυψη νησιών και διατήρηση εφεδρειών.
Γενικότερα οι παθητικοί αισθητήρες λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα ενεργά ραντάρ ελέγχου πυρός. Η απόδοσή τους εξαρτάται από τη θέση, τη γεωμετρία και το είδος των εκπομπών που αξιοποιούν. Ο ρόλος τους είναι να κρατούν ζωντανή την επιτήρηση, να αποκαλύπτουν δραστηριότητα και να κατευθύνουν έναν ενεργό αισθητήρα για σύντομη εκπομπή προς τον σωστό τομέα. Αυτή η συνεργασία επιτρέπει στους ισχυρούς πομπούς να αλλάζουν θέση και να μειώνουν την πιθανότητα στοχοποίησης.

Η αγορά αισθητήρων χρειάζεται αντίστοιχη αλλαγή τακτικής. Κάθε ενεργό ραντάρ οφείλει να διαθέτει εναλλακτικές θέσεις, προσχεδιασμένες διαδρομές, αυτόνομη ισχύ, εφεδρικές επικοινωνίες και εκπαιδευμένο προσωπικό για γρήγορη σύμπτυξη. Ομοιώματα, ψευδείς εκπομπές, καμουφλάζ, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και άμυνα μικρής ακτίνας κατά drones πρέπει να συνοδεύουν κάθε κρίσιμο κόμβο.
Το δίκτυο επικοινωνιών αποτελεί ισότιμο μέρος αυτής της επιβίωσης. Οπτικές ίνες, τακτικές ραδιοζεύξεις, δορυφορικές επικοινωνίες και κινητοί αναμεταδότες πρέπει να σχηματίζουν εναλλακτικές διαδρομές. Η Ασπίδα χρειάζεται ανοικτές διεπαφές, ελληνικό έλεγχο των δεδομένων και ταχεία ένταξη κάθε νέου αισθητήρα. Εδώ η ανακοινωμένη ελληνική πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του συστήματος ελέγχου-διοίκησης θα μας προσφέρει μια σημαντική μόχλευση εξέλιξης της αεράμυνας μας με συνεχώς προσθήκη νέων δεδομένων/αισθητήρων/πηγών πληροφορίας.

EMB-145H, F-35 και ΚΙΜΩΝ ως κινούμενοι κόμβοι
Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει τέσσερα ιπτάμενα ραντάρ, EMB-145H Erieye, τα Αερομεταφερόμενα Συστήματα Έγκαιρης Προειδοποίησης και Ελέγχου της 380 Μοίρας. Από το ύψος περιπολίας βλέπουν πέρα από το ανάγλυφο και τον ορίζοντα των χερσαίων αισθητήρων, ιδίως απέναντι σε στόχους χαμηλής πτήσης πάνω από νησιά και θάλασσα. Ο πλήρης εκσυγχρονισμός και των τεσσάρων αεροσκαφών αποτελεί άμεση προϋπόθεση της “Ασπίδας”, επειδή μετακινεί το κέντρο βάρους της επιτήρησης και επιτρέπει αλλαγή τομέα μέσα σε λίγα λεπτά.
Ειδικότερα χρειάζεται αναβάθμιση του ραντάρ Erieye και της επεξεργασίας του, νέους υπολογιστές αποστολής, κονσόλες, αναγνώριση φίλου ή εχθρού Mode 5, μέσα ηλεκτρονικής υποστήριξης, αυτοπροστασία και ασφαλείς επικοινωνίες. Το βραζιλιάνικο πρότυπο E-99M προσφέρει χρήσιμο τεχνικό υπόδειγμα, που μπορεί να προσαρμοστεί στις ελληνικές ανάγκες. Στόχος πρέπει να είναι η σταθερή διαθεσιμότητα ενός Erieye στον αέρα, δεύτερου σε ετοιμότητα και με επαρκές βάθος για συντήρηση, μαζί με επίγειους σταθμούς σχεδίασης αποστολών και εκπαίδευσης.
Το μαχητικό F-35 ως ιπτάμενος κόμβος αισθητήρων προσθέτει διαφορετική ποιότητα. Το μαχητικό συνδυάζει ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης, αισθητήρες υπερύθρων και ηλεκτρονικής υποστήριξης, δημιουργώντας ενιαία εικόνα μέσα από σύντηξη δεδομένων. Εδώ η χώρα μας έχει ήδη παραγγείλει 20 και έχει προαίρεση για άλλα τόσα, οπότε η ολοκλήρωση της προμήθειας θα αυξήσει τον αριθμό των ιπτάμενων αισθητήρων που μπορούν να επιχειρούν κοντά στην απειλή (αόρατα τα ίδια), να εντοπίζουν εκτοξευτές και να μεταδίδουν προειδοποίηση σε άλλες δυνάμεις.

Το F-35 αξιοποιεί τη ζεύξη MADL για επικοινωνία χαμηλής πιθανότητας εντοπισμού με άλλα F-35 και το Link 16 για ευρύτερη ανταλλαγή τακτικών δεδομένων. Η αξία του ως κόμβου της Ασπίδας προϋποθέτει “πύλες” που θα μεταφέρουν την εικόνα του προς τα EMB-145H, τα κέντρα επιχειρήσεων, τα πλοία και τους χερσαίους εκτοξευτές. Όμως οι περιορισμοί του Link 16 δείχνουν γιατί η πλήρης συνεργατική εμπλοκή απαιτεί περισσότερα, όπως ποιότητα ίχνους, χαμηλή καθυστέρηση, ασφαλή μετάφραση μεταξύ ζεύξεων και πιστοποίηση κάθε όπλου.
Εδώ αποκτούν βάρος οι φρεγάτες κλάσης ΚΙΜΩΝ. Το ραντάρ τους, Sea Fire και η διανομή εικόνας μέσω Link 16 και Link 22 προσφέρουν μια εξτρά βάση ανίχνευσης και με ειδικά χαρακτηριστικά. Η φρεγάτα αλλάζει συνεχώς θέση, διαθέτει δική της αντιαεροπορική άμυνα και μεταφέρει τον αισθητήρα εκεί όπου ανοίγει κενό. Ένα Sea Fire στη θάλασσα είναι πολύ δυσκολότερο να καθηλωθεί σε συγκεκριμένες συντεταγμένες και να πληγεί από ότι ένα ημικινητό χερσαίο ραντάρ.

Η απαίτηση εδώ είναι η πλήρης ένταξη του Sea Fire στην εθνική αρχιτεκτονική πέρα από την απλή ανταλλαγή ιχνών του Link 16. Το σύστημα μάχης, SETIS, του πλοίου πρέπει να μεταφέρει στο διακλαδικό κέντρο δεδομένα κατάλληλης ποιότητας, με καθορισμένα δικαιώματα χρήσης, εναλλακτικές ζεύξεις και δοκιμασμένη δυνατότητα παροχής προειδοποίησης ή στοιχείων εμπλοκής σε χερσαία συστήματα. Να θυμίσουμε πως το SETIS έχει πρόβλεψη για συνεργατική εμπλοκή μέσω της λειτουργίας VCN ώστε να δρα μια φρεγάτα ως κέντρο μάχης για ολόκληρο στολίσκο.
Περισσότερα ενεργά ραντάρ με ανοικτή αρχιτεκτονική
Το ELM-2084 της ισραηλινής ΙΑΙ είναι κινητό ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης πολλαπλών αποστολών και αποτελεί αισθητήρα των Iron Dome, David’s Sling και Barak. Προσφέρει επιτήρηση, εντοπισμό ρουκετών και υποστήριξη αντιαεροπορικών όπλων, ενώ είναι δεδομένο πως θα αγοραστεί από την Ελλάδα στο πλαίσιο της “Ασπίδας του Αχιλλέα”. Το ελληνικό πρόγραμμα χρειάζεται όμως περισσότερους τέτοιους αισθητήρες από όσους απαιτούν οι πυροβολαρχίες σε συνθήκες ειρήνης, ώστε να υπάρχει διασπορά, εφεδρείες και ικανότητα αντικατάστασης μετά από πλήγμα.

Ένα άλλο ραντάρ που μπορεί να δράσει σε παρόμοιο ρόλο είναι το TRML-4D της Hensoldt. Πρόκειται για ραντάρ ζώνης C με στοιχεία νιτριδίου του γαλλίου και ενεργή ηλεκτρονική σάρωση, τοποθετημένο σε τροχοφόρο φορέα. Παρακολουθεί έως 1.500 στόχους σε ακτίνα έως 250 χιλιόμετρα, με έμφαση σε μικρούς, γρήγορους και χαμηλά ιπτάμενους στόχους. Σύμφωνα με πληροφορίες, η τιμή του κινείται κοντά στα 15 εκατ. ευρώ ανά μονάδα, με το τελικό κόστος των πακέτων να μεταβάλλεται ανάλογα με την εκπαίδευση και την υποστήριξη.
Στην Ουκρανία η επιχειρησιακή χρήση του TRML-4D ξεκίνησε το 2022, ως βασικού αισθητήρα του αντιαεροπορικού IRIS-T SLM, αλλά δρα συνεργατικά και με την μεγάλη εκεί ποικιλία εκτοξευτών και βλημάτων άλλων τύπων, προσφέροντας προειδοποίηση και κατάδειξη μέσω του κεντρικού συστήματος διοίκησης, ανάλογα την ολοκλήρωση.

Στη βραχεία λίστα αντίστοιχων συστημάτων ανήκουν επίσης τα Thales GM200 MM/A, GM200 MM/C και GM400 Alpha, το Saab Giraffe 4A και το Leonardo Kronos GMHP.
Μια δεδομένη επιλογή αισθητήρων είναι τα ήδη σε ελληνική υπηρεσία. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει πέντε Commander AR-327, για τα οποία η BAE Systems έχει προτείνει αναβάθμιση μέρους του στόλου σε Commander SL. Ο τύπος προσφέρει πλήρη τακτική κινητικότητα, ανάπτυξη από απροετοίμαστη θέση, και ονομαστικό όριο εμβέλειας 470 χιλιομέτρων. Η κάλυψη ανύψωσης 20 μοιρών το προσανατολίζει στην επιτήρηση αεροσκαφών, UAV και πυραύλων πλεύσης. Η αναβάθμιση των Commander και η επαναφορά της πραγματικής κινητικότητάς τους μπορούν να δώσουν γρήγορα μακρά επιτήρηση με χαμηλότερο ρίσκο ένταξης. Η εκκρεμότητα υποστήριξης και εκσυγχρονισμού τους πρέπει να κλείσει μαζί με το πρόγραμμα του Θόλου.

Γενικότερα οι συμβάσεις αναβάθμισης και προμήθειας των ελληνικών ραντάρ πρέπει να απαιτούν ανοικτές διεπαφές, πρόσβαση στην παραμετροποίηση, εθνική συντήρηση και ελληνική συμμετοχή στο λογισμικό διοίκησης. Χρειάζονται επίσης ανταλλακτικές κεραίες, μονάδες ισχύος, οχήματα και αποθέματα για επισκευή έπειτα από πλήγμα. Ενώ ο επιθυμητός αριθμός μονάδων πρέπει να προκύψει από το πόσοι τομείς θα παραμένουν καλυμμένοι μετά από ταυτόχρονες απώλειες.

Έτσι η Ασπίδα του Αχιλλέα θα αποκτήσει πραγματική αντοχή όταν κάθε στόχος θα εντοπίζεται από πολλές κατευθύνσεις και κάθε όπλο θα λαμβάνει δεδομένα από περισσότερες πηγές. Εκσυγχρονισμένα EMB-145H, η ενεργοποίηση της προαίρεσης για συνολικά σαράντα F-35A, πλήρως δικτυωμένες ΚΙΜΩΝ, παθητικά συστήματα διαφορετικών κατασκευαστών, αναβαθμισμένα Commander και επαρκής αριθμός κινητών 4D ραντάρ μπορούν να σχηματίσουν αυτό το πλέγμα. Η Ασπίδα θα πετύχει μόνο αν μπορεί να χάσει έναν αισθητήρα και να συνεχίσει να βλέπει. Αυτή είναι η ουσία της αποτροπής στο Αιγαίο.