Γράφει ο Αντιπτέραρχος (Ι) εα, Δρ. Θωμάς Χατζηαθανασίου, Επίτιμος Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ), Αν. Γραμματέας Τομέα Άμυνας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Γεν. Γραμματέας ΔΣ Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος (Α.ΑΚ.Ε.), Αντιπρόεδρος Ελληνικής MENSA

Δισεκατομμύρια χωρίς σαφές εθνικό αποτύπωμα
Η πρόσφατη απόφαση του ΚΥΣΕΑ να εγκρίνει νέο πακέτο εξοπλιστικών προγραμμάτων ύψους 4,2 δισ. ευρώ εντάσσεται στον συνολικό μακροπρόθεσμο αμυντικό σχεδιασμό, ο οποίος για την περίοδο 2025-2036 ανέρχεται σε περίπου 24 δισ. ευρώ.
Η απόφαση αυτή παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ακόμη μία απόδειξη της αποφασιστικότητάς της να ενισχύσει την αμυντική θωράκιση της χώρας. Ανακοινώθηκαν νέες προμήθειες, επιβεβαιώθηκαν υψηλές αμυντικές δαπάνες και καλλιεργήθηκε η εικόνα μιας χώρας που ενισχύει συστηματικά τις αμυντικές της δυνατότητες απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αντίστοιχα εξοπλιστικά προγράμματα δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως αμυντικές δαπάνες, αλλά και ως εργαλεία βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής. Συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις για συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμπαραγωγή και ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων.
Το εύλογο ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιο είναι το πραγματικό εθνικό αποτύπωμα αυτών των δισεκατομμυρίων που δαπανώνται για τα εξοπλιστικά προγράμματα; Πόση τεχνολογία, πόση παραγωγή, πόσες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και πόση στρατηγική αυτονομία θα μείνουν τελικά στην Ελλάδα;
Αν δεν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, τότε η συζήτηση για τους εξοπλισμούς παραμένει ελλιπής. Και η κυβερνητική πολιτική παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική της αγοράς του τελικού προϊόντος.
Με άλλα λόγια, αγοράζουμε αποτρεπτική ισχύ, αλλά όχι την ελευθερία άσκησής της.
Η άμυνα ως εθνική αναπτυξιακή στρατηγική
Η άμυνα δεν εξαντλείται στην προμήθεια οπλικών συστημάτων. Είναι ταυτόχρονα βιομηχανική, τεχνολογική και αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και εθνική στρατηγική, καθώς προϋποθέτει έρευνα, βιομηχανική παραγωγή, τεχνολογική ανάπτυξη, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και δυνατότητα εγχώριας υποστήριξης των συστημάτων σε βάθος χρόνου.
Η μεγάλη κυβερνητική αντίφαση
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση διαθέτει πρωτοφανείς πόρους για εξοπλισμούς. Από την άλλη, δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα συνεκτικό και μετρήσιμο σχέδιο που να συνδέει αυτές τις εξοπλιστικές δαπάνες με συγκεκριμένα βιομηχανικά αποτελέσματα. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία εξακολουθεί να στερείται σταθερού πολυετούς προγραμματισμού και προβλέψιμου χαρτοφυλακίου εγχώριων έργων, ενώ η συνεργασία πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, αμυντικής βιομηχανίας και νεοφυών εταιρειών παραμένει αποσπασματική.
Δεν πρόκειται πλέον για μια παράλειψη που μπορεί να δικαιολογηθεί από τις συνθήκες. Όταν επενδύεις δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε λίγα χρόνια και εξακολουθείς να μην έχεις δημιουργήσει ένα ισχυρό εγχώριο αμυντικό οικοσύστημα, τότε πρόκειται είτε για πολιτική αδράνεια είτε για αδυναμία υλοποίησης μιας συνεκτικής στρατηγικής. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για κυβερνητική ευθύνη.
Εξάρτηση ή εθνική προστιθέμενη αξία;
Η εξάρτηση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων από ανταλλακτικά, λογισμικό, τεχνική υποστήριξη και πιστοποιήσεις είναι διεθνής πραγματικότητα. Η διαφορά είναι ότι χώρες με ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία επιδιώκουν να τη μειώσουν, ενώ η Ελλάδα δείχνει να τη διαχειρίζεται ως αναπόφευκτο δεδομένο.
Η κριτική προς την κυβέρνηση δεν αφορά στην ανάγκη των εξοπλισμών, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη. Αφορά στο γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εξοπλισμοί αξιοποιούνται στον βαθμό που θα μπορούσαν ως μοχλός εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η εικόνα, βέβαια, δεν είναι ίδια σε όλα τα προγράμματα. Για παράδειγμα, ο εκσυγχρονισμός των φρεγατών ΜΕΚΟ έχει τις μεγαλύτερες δυνατότητες δημιουργίας έργου στην Ελλάδα μέσω των ναυπηγείων και της συμμετοχής ελληνικών εταιρειών στην ολοκλήρωση συστημάτων και στην υποστήριξή τους. Αντίθετα, προμήθειες όπως οι πύραυλοι Hellfire προσφέρουν, εκ των πραγμάτων, περιορισμένες δυνατότητες εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής. Ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η δημόσια λογοδοσία: όχι να έχουν όλα τα προγράμματα το ίδιο ποσοστό συμμετοχής, αλλά να είναι γνωστή και μετρήσιμη η βιομηχανική και τεχνολογική αξία που παράγει το καθένα για τη χώρα.
Οι προμήθειες πρέπει να αφήνουν κληρονομιά
Όπου το αντικείμενο της προμήθειας το επιτρέπει, κάθε μεγάλη, τουλάχιστον, εξοπλιστική σύμβαση θα έπρεπε να συνοδεύεται από δεσμευτική μεταφορά τεχνογνωσίας, ουσιαστική συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην παραγωγή ή στην υποστήριξη, επενδύσεις σε ερευνητικά κέντρα και ανάπτυξη εγχώριων τεχνολογικών δυνατοτήτων και εξαγώγιμων ελληνικών προϊόντων. Αυτό επιδιώκουν συστηματικά οι περισσότερες χώρες με ισχυρή αμυντική βιομηχανία που αντιλαμβάνονται την άμυνα ως εργαλείο ανάπτυξης και όχι ως κατάλογο αγορών.
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό: μηχανικούς, επιστήμονες, ερευνητές και επιχειρήσεις που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν με αξιώσεις στον διεθνή ανταγωνισμό. Εκείνο που δεν διαθέτει είναι μια πολιτεία που να τα εντάσσει συστηματικά σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική για την αμυντική βιομηχανία και την καινοτομία.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό.
Η λογοδοσία ως προϋπόθεση της στρατηγικής
Η κυβέρνηση θα κριθεί όχι από το ύψος των εξοπλιστικών δαπανών, αλλά από το αν, με την ολοκλήρωση αυτών των προγραμμάτων, η Ελλάδα θα είναι λιγότερο εξαρτημένη από ό,τι είναι σήμερα. Η κυβέρνηση προβάλλει ως στόχο την ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, κάτι που θα αποτελούσε θετική εξέλιξη. Μέχρι σήμερα, όμως, απουσιάζουν συγκεκριμένα στοιχεία για το ποσοστό εγχώριας προστιθέμενης αξίας, τις τεχνολογίες που θα παραμείνουν στη χώρα και τις νέες δυνατότητες που θα αποκτηθούν. Και σε τόσο μεγάλες δημόσιες δαπάνες, η λογοδοσία δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές διαβεβαιώσεις.
Η πραγματική ισχύς μιας χώρας
Η εθνική αυτονομία δεν αγοράζεται με δισεκατομμύρια, οικοδομείται με στρατηγική, συνέπεια και πολιτική βούληση. Τα όπλα είναι απαραίτητα, αλλά η εθνική αυτονομία είναι εκείνη που τα μετατρέπει σε πραγματική ισχύ.
Η αποτρεπτική ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των μαχητικών, των φρεγατών ή των πυραύλων που διαθέτει. Μετριέται από την ικανότητά της να τα υποστηρίζει, να τα αναβαθμίζει, να τα εξελίσσει και, όπου είναι δυνατόν, να τα παράγει η ίδια. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που αγοράζει ασφάλεια και σε μια χώρα που οικοδομεί στρατηγική αμυντική αυτονομία. Η Ελλάδα επενδύει στην αποτροπή. Το ζητούμενο πλέον είναι να επενδύσει, με την ίδια συνέπεια, και στην εθνική της αυτονομία.