Χρειάζονται 45 μέρες για να διασχίσει μια στρατιωτική φάλαγγα την απόσταση από τη Γαλλία στην ανατολική Ευρώπη. Κάπου τόσος ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε ο στρατός του Μεγάλου Ναπολέοντα να βαδίσει από τις ακτές της Βουλώνης, στο Ουλμ της Αυστρίας για να κυκλώσει τις δυνάμεις του Αυστριακού στρατού πάνω από 200 χρόνια πριν.

Σύμφωνα μάλιστα με τον Ευρωπαίο Επίτροπο Μεταφορών, Α. Τζιτζικώστα, «…σε περίπτωση που δυνάμεις του ΝΑΤΟ καλούνταν να αναπτυχθούν για την αντιμετώπιση ρωσικής εισβολής στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, τα άρματα μάχης θα κινδύνευαν να ακινητοποιηθούν σε σήραγγες, να βρεθούν αντιμέτωπα με ανεπαρκείς γέφυρες και να καθυστερήσουν λόγω χρονοβόρων τελωνειακών και διοικητικών διαδικασιών».

Έτσι μετά την παρουσίαση του πακέτου προτάσεων για τη στρατιωτική κινητικότητα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2025 και την πολιτική στήριξη που έλαβε από αρκετά κράτη-μέλη το 2026, η ΕΕ επιδιώκει να εξαλείψει τα εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και στρατιωτικού υλικού εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας.

Παρά τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί και από το 2018 και το σχέδιο δράσης «Military Mobility 2.0» για την περίοδο 2022-2026, οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά διοικητικά, τεχνικά και υποδομικά προβλήματα στις διακρατικές μεταφορές τους. Οι διαφορετικές εθνικές διαδικασίες αδειοδότησης για τη διάσχιση της επικράτειας, οι χρονοβόρες διπλωματικές εγκρίσεις και η περιορισμένη ψηφιοποίηση των τελωνειακών διαδικασιών συχνά προκαλούν καθυστερήσεις που είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης κρίσης ή στρατιωτικής επιχείρησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η μεταφορά γαλλικών αρμάτων μάχης Leclerc στη Ρουμανία το 2022, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Γερμανία αρνήθηκε τη διέλευση του οδικού κομβόι λόγω περιορισμών φόρτου ανά άξονα, με αποτέλεσμα τα άρματα να μεταφερθούν σιδηροδρομικώς και να προκληθούν σημαντικές καθυστερήσεις. Το περιστατικό ανέδειξε με σαφήνεια τις αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελούν επίσης οι υποδομές. Πολλές γέφυρες, σήραγγες, σιδηροδρομικές γραμμές, λιμένες και δευτερεύοντα οδικά δίκτυα δεν είναι σχεδιασμένα για να υποστηρίξουν βαριά στρατιωτικά οχήματα, όπως τα σύγχρονα άρματα μάχης 70 τόνων, αφού η ανθεκτικότητά τους περιορίζεται στο όριο των 40 τόνων. Παράλληλα, η έλλειψη εξειδικευμένων μεταφορικών μέσων και η αυξανόμενη απειλή κυβερνοεπιθέσεων δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις για την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Ευρώπης.

Οπότε η πρόταση της Κομισιόν προβλέπει τη θέσπιση μόνιμων αδειών στρατιωτικής διέλευσης μεταξύ κρατών-μελών, καθώς και διαδικασίες ταχείας έγκρισης έκτακτων αιτημάτων εντός τριών ημερών. Παράλληλα, θα δημιουργηθεί ένα ασφαλές ψηφιακό σύστημα διαχείρισης όλων των αιτημάτων μετακίνησης, ενώ θα ολοκληρωθεί η ψηφιοποίηση των τελωνειακών εγγράφων που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικές μεταφορές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η δημιουργία του μηχανισμού έκτακτης ανάγκης EMERS (European Military Mobility Enhanced Response System). Σε περιπτώσεις σοβαρής κρίσης ή αυξημένης στρατιωτικής απειλής, το σύστημα θα επιτρέπει την ταχεία ενεργοποίηση έκτακτων διαδικασιών, παρέχοντας σχεδόν αυτόματες εγκρίσεις μετακινήσεων, προτεραιότητα πρόσβασης σε δίκτυα μεταφορών και προσωρινές εξαιρέσεις από ορισμένους εθνικούς περιορισμούς.

Την πολιτική διάσταση της πρωτοβουλίας ανέδειξε πρόσφατα ο Βέλγος υπουργός Άμυνας Theo Francken, ο οποίος κατά την άτυπη σύνοδο των υπουργών Άμυνας της ΕΕ στη Λευκωσία τον Ιούνιο του 2026 υποστήριξε την ανάγκη δημιουργίας ενός «ευρωπαϊκού στρατιωτικού Σένγκεν». Όπως τόνισε, η Ευρώπη δεν μπορεί να επιτύχει αξιόπιστη αποτροπή εάν στρατεύματα, οπλικά συστήματα και στρατιωτικός εξοπλισμός εξακολουθούν να καθυστερούν εξαιτίας γραφειοκρατικών ή εθνικών εμποδίων.

Η στρατιωτική κινητικότητα αναδεικνύεται πλέον σε κρίσιμο πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας. Σε συνδυασμό με τη στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τη συνεχιζόμενη στήριξη προς την Ουκρανία, η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ, τη διαλειτουργικότητα και την ικανότητα ταχείας αντίδρασης των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στις προκλήσεις του σύγχρονου γεωπολιτικού περιβάλλοντος.